Βιβλίου περιπέτειες

Τρίτη, 04 Οκτώβριος 2016 20:57 | | E-MAIL ΕΚΤΥΠΩΣΗ

Γεια σας! Είμαι ένα βιβλίο, ένα μυθιστόρημα συγκεκριμένα, που το έγραψε ένας νεοέλληνας, από τους χιλιάδες που βαφτίζουν τον εαυτό τους συγγραφέα. Θα απορείτε που σας μιλώ, γιατί νομίζετε πως εμείς τα βιβλία δεν έχουμε ψυχή και μυαλό. Κάνετε λάθος! Πώς μπορούμε τότε να σας μεταδώσουμε τη δύναμη που κρύβουμε μέσα μας, να κάνουμε την ψυχή και το ηθικό σας ν’ αναπτερωθεί, να προβληματιστείτε, να νοιώσετε πολλές φορές σαν μικρά παιδιά, ή να γίνετε πιο σοφοί διαβάζοντάς μας; Να σας ανοίξουμε νέους ορίζοντες, και να σας ταξιδέψουμε σε νέους κόσμους;
Ώσπου να πάρω σάρκα και οστά, συγγνώμη, σελίδες και εξώφυλλα ήθελα να πω, πέρασα από πολλά στάδια, όπως εκείνο της διόρθωσης, της στοιχειοθεσίας και πολλών άλλων, και τέλος βγήκα από το τυπογραφείο, μαζί με χιλιάδες αδέρφια μου, όμορφο, ολοκαίνουργιο, με πολύχρωμο και καλόγουστο εξώφυλλο, και κατέληξα στη βιτρίνα ενός βιβλιοπωλείου, φορώντας μια κολλαριστή κορδέλα που έγραφε: «ΠΡΟΣΦΑΤΗ ΕΚΔΟΣΗ».
Πολλά ζευγάρια μάτια με περιεργάστηκαν, ώσπου μια μέρα η υπάλληλος του βιβλιοπωλείου μου έβγαλε την κορδέλα, μ’ έβαλε σε μια χάρτινη σακούλα, και μ’ έδωσε σε μια σιτεμένη κοκέτα, που φορούσε μυωπικά γυαλιά. Τότε οι σελίδες μου έγιναν βορά των αχόρταγων ματιών της κυρίας αυτής, που κρατούσε ένα μολύβι και αρκετές φορές υποσημείωνε κάποιες προτάσεις μου, αναφωνώντας: «Καλό, πολύ καλό αυτό!».
Σε τρεις βραδιές είχα διαβαστεί, με είχε ρουφήξει κυριολεκτικά. Κατόπιν με στρίμωξε στη βιβλιοθήκη της, μαζί με εκατοντάδες αδέρφια μου, να στέκω σαν στημένη λεμονόκουπα που είχε τελειώσει την αποστολή της, κι ήταν τώρα άχρηστη. Όμως, δεν ένιωθα έτσι, νόμιζα πως θα χρησιμεύσω σε κάτι, πίστευα πως κι άλλα μάτια θα σκύψουν στις σελίδες μου, και θα ταξιδέψουν από τις περιγραφές μου.
Η κυρία αυτή έμενε μόνη, κι απ’ ότι είχα καταλάβει, της έλειπε η αντρική συντροφιά. Δεν είχα δει κανένα άντρα να μπαίνει στο σπίτι της, όσους μήνες βρισκόμουν παροπλισμένο στη βιβλιοθήκη, ώσπου μια μέρα ήρθαν τα πάνω κάτω. Στο σαλόνι είδα ένα καλοντυμένο, γοητευτικό σαραντάρη να θρονιάζεται στην πολυθρόνα και να πιάνει ψιλή κουβέντα με την κυρία. Μετά πήγαν στην κρεβατοκάμαρα, κι όταν ο γόης έφευγε, τον αποχαιρέτησε βάζοντάς του στο χέρι κάμποσα χαρτονομίσματα. Εκείνος, πριν φύγει, φάνηκε πως του κινήσαμε το ενδιαφέρον, κι άρχισε να μας περιεργάζεται.
«Διάλεξε όποιο βιβλίο θες», του είπε τότε αυτή.
Εκείνος διάλεξε εμένα, κι αυτή του έγραψε στο πρώτο λευκό φύλλο μου μια αφιέρωση όλο γλύκα: «Σάκη μου, στο πέρασμα του χρόνου θα θυμάμαι τη συνάντησή μας, όπως ο πλάτανος τον κεραυνό που πέφτει στη ρίζα του. Δική σου, Αλίκη!».
Στα χέρια του Σάκη δεν ένιωθα άνετα. Ήταν καλοκαίρι, όταν με πήρε μαζί του στην παραλία. Εκεί γέμισαν οι σελίδες μου άμμο και βράχηκαν. Ο Σάκης, όταν έβγαινε από τη θάλασσα, μ’ έπιανε με βρεγμένα χέρια να με διαβάσει. Κι όχι ότι με διάβαζε δηλαδή. Τα μάτια του ήταν καρφωμένα στα γυναικεία κορμιά που παρέλαυναν ημίγυμνα τριγύρω.
Κάποια στιγμή μια γλυκιά ύπαρξη τον ρώτησε για μένα, αν είμαι καλό, κι ο αρχιψεύτης της απάντησε: «Μόλις το τελείωσα. Ναι, είναι πολύ καλό. Καθίστε σας παρακαλώ να σας περιγράψω τι λέει».
Εκείνη χαμογέλασε και στρώθηκε λέγοντας: «Θα προτιμούσα να το διαβάσω και να βγάλω τα συμπεράσματά μου».
Ο Σάκης με χάρισε στην κοπέλα αυτή, γράφοντας τα εξής, αφού είχε σκίσει το φύλλο της πρώτης αφιέρωσης: «Στην όμορφη Βερόνικα, που όταν χαμογελάει, ο ήλιος γίνεται πιο φωτεινός». Τον αλήτη, αυτό το είχε κλέψει από τις σελίδες μου. Εκείνη τον φίλησε και η ζωή συνεχίστηκε, τα υπόλοιπα τα φαντάζεστε, νομίζω.
Η Βερόνικα, όταν με διάβασε, με πέταξε σ’ ένα χαρτόκουτο, μαζί με άλλα αδέρφια μου, τα πιο πολλά προσφορές από εφημερίδες. Κάποια μέρα με τύλιξε το σκοτάδι. Όταν με χτύπησε το φως, βρισκόμουν σ’ ένα παλιατζίδικο, στο Μοναστηράκι, σ’ ένα πάγκο, ανακατωμένο με άλλα βιβλία. Πρέπει να ήταν Κυριακή, γιατί πολλά μάτια μας περιεργάζονταν και πολλά χέρια μας ξεφύλλιζαν, και μας άφηναν πάλι στον πάγκο με μια περιφρονητική ματιά.
Μια παρέα νέων στάθηκε πάνω μας, κι εκεί που ο ένας από αυτούς με είχε πιάσει στα χέρια του, άκουσα έναν άλλον να του λέει:
«Τρελός είσαι που θα δώσεις πέντε Ευρώ για να πάρεις βιβλίο; Με αυτά τρως δύο πιτόγυρα. Άστο κάτω, βλάκα!»
Κι αυτός τον άκουσε και με άφησε. Μετά πέρασε ένας χοντρός καλόγερος, και ρώτησε αν διαθέτει ο πάγκος βίους αγίων.
«Πριν τριάντα χρόνια είχα», του απάντησε ο μαγαζάτορας, «τώρα πια δεν τους προτιμάει κανένας».
Κάποιοι άλλοι ενδιαφέρονταν για βιβλία με συνταγές μαγειρικής, με αστρολογικές προβλέψεις, με σεξουαλικές περιγραφές, ένας μόνο ζήτησε Τσέχωφ και Ντοστογιέφσκι, για να πάρουν την απάντηση: «Ότι βλέπετε στον πάγκο. Πέντε Ευρώ το καθένα. Διαλέξτε, μπορεί να βρείτε αυτό που θέλετε», και τα μάτια του πετούσαν φωτιές, μην τυχόν του κλέψουν κανένα βιβλίο.
Μια νεαρή κοπέλα, αγκαλιά με το φίλο της, μιλούσε με τη μαμά της στο κινητό:
«Ναι, μαμά, με τη Στέλλα είμαι… Ναι, διαβάζουμε… Δεν θ’ αργήσω, έλα γεια»
Για μια στιγμή κοντοστάθηκε κι έριξε μια ματιά σε μας, αλλά ο φίλος της ανυπομονούσε να την ξεμοναχιάσει, και της είπε:
«Έλα, κορίτσι μου, θ’ αργήσουμε. Με τα βιβλία θ’ ασχολούμαστε τώρα;», κι αυτή πήρε το βλέμμα της από πάνω μας και συμφώνησε:
«Ναι, αγάπη μου, έχουμε ν’ ασχοληθούμε με πιο σοβαρά πράγματα από το να διαβάζουμε. Πάμε!», και τάχυναν το βήμα τους.
Κάποια στιγμή κατέληξα στα χέρια ενός δεκαοχτάρη, που πλήρωσε πέντε Ευρώ και με απόκτησε, για ν’ ακούσει τη γκρίνια του πατέρα του: «Αμάν βρε Γιώργο, πάλι στα βιβλία θα το ρίξεις; Τι καταλαβαίνεις από τόσα που διαβάζεις; Θα γίνεις σοφός; Ε και;»
Εκείνος δεν του απάντησε. Με διάβασε γρήγορα, μαζί με τη φυσική και τα μαθηματικά. Κάθε τόσο αναστέναζε: «Να μπω στο πανεπιστήμιο, και τι θα καταφέρω; Τα πτυχία πια έχουν χάσει την αξία τους. Δουλειές δεν υπάρχουν, γιατί σκοτώνομαι λοιπόν;».
Με δώρισε στη συμμαθήτριά του την Αλεξάνδρα, που του άρεσε πολύ, μόνο που εκείνη δεν του έδινε σημασία, γράφοντας στην αφιέρωση: «Καλή μας πρόοδο, και καλή ανάσταση για τη χώρα μας». Εκείνη γέλασε με την αφιέρωση, και δεν έδειξε κανένα ενδιαφέρον για μένα. Δεν είχε χρόνο ν’ ασχοληθεί μαζί μου, όχι γιατί διάβαζε τα μαθήματά της, ούτε γιατί προετοιμαζόταν για τις εισαγωγικές εξετάσεις στο πανεπιστήμιο, αλλά γιατί δεχόταν αρκετό αντρικό κόσμο στο σπίτι της, που όταν έφευγαν, της άφηναν αρκετά χαρτονομίσματα.
Καλά περνούσε η Αλεξάνδρα, ώσπου μια μέρα στο σπίτι της μπούκαρε η ασφάλεια. Να μην τα πολυλογώ, την έδιωξαν από το σπίτι, και τα πράγματά της, μαζί μ’ εμένα, τα πέταξε ο σπιτονοικοκύρης στα σκουπίδια. Από τον κάδο με μάζεψε ο Αργύρης, ένας άνεργος και άστεγος, που την έβγαζε κάτω από τη γέφυρα, πάνω σε ανοιγμένα χαρτόκουτα, θύμα κι αυτός της οικονομικής κρίσης που μαστίζει την Ελλάδα τόσα χρόνια τώρα.
Δεν περίμενα πως θα έχω τόσο άδοξο τέλος, όμως, κατά βάθος ευχαριστήθηκα, γιατί αφού δεν μπόρεσαν οι σελίδες μου να προσφέρουν φως στον κόσμο, πρόσφεραν τουλάχιστον ζεστασιά στα κρύα, απλωμένα χέρια του Αργύρη, καθώς καίγονταν μία – μία, κάτω από την κρύα και υγρή γέφυρα.

ΔΕΙΤΕ ΤΑ ΟΛΑ ΣΤΗΝ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ ΑΡΘΡΑ
Του Ανδρέα Πετρουλάκη
Το κλίκ της ημέρας
Του Ανδρέα Πετρουλάκη

Πρόσφατα Νέα

(adsbygoogle = window.adsbygoogle || []).push({});

Η ΔΙΚΗ ΣΑΣ ΕΙΔΗΣΗ

Στείλτε μας τα δικά σας νέα, φωτογραφίες, σχόλια, σκέψεις, παρατηρήσεις και δείτε τα δημοσιευμένα στο lakonikos.gr και στην ημερήσια εφημερίδα ΛΑΚΩΝΙΚΟΣ ΤΥΠΟΣ
Διεύθυνση e-mail(*)
Μη έγκυρη διεύθυνση e-mail

Περιγραφή(*)
Συμπληρώστε μια περιγραφή για την είδηση σας

Φωτογραφία

Κωδικός Ασφαλείας(*)
Κωδικός Ασφαλείας
Ο κωδικός ασφαλείας είναι λάθος