Ο Γιωργάκος

Παρασκευή, 09 Δεκέμβριος 2016 20:44 | | E-MAIL ΕΚΤΥΠΩΣΗ

Αυτές, είναι δυο φωτογραφίες που απέχουν μεταξύ τους 40 (και βάλε) χρόνια. Η μια έχει τραβηχτεί στα 1963 και η άλλη στα 2007! Τόσο ίδιες αλλά και τόσο διαφορετικές. Κεντρικό πρόσωπο ΚΑΙ στις δύο ο Γιώργος, ο «Γιωργάκος» για τους παλιούς του φίλους.
Ο Γιωργάκος!!! Μια ζωή γωνία. ΚΑΙ κυριολεκτικά ΚΑΙ μεταφορικά!
Κυριολεκτικά, στη γωνία Λυκούργου και Παλαιολόγου, στο κέντρο ακριβώς της Σπάρτης, έξω από το σινεμά ΦΛΟΡΑΛ τότε, έξω από μια Τράπεζα κατοπινά!
Μεταφορικά, σε μια ανώνυμη γωνιά της ζωής, όπως ΟΛΕΣ οι ανώνυμες γωνιές της, στις οποίες έχουμε εξωθήσει ανθρώπους με ταυτότητα που είχαν κάθε δικαίωμα να είναι μέσα στη ζωή!
1η ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ: Κάπου στα 1963. Ο Γιωργάκος, νέο-ακόμα- παιδί. Μ’ ένα κασελάκι να παλεύει για το μεροκάματο, μαζί με άλλους βιοπαλαιστές, βάφοντας και γυαλίζοντας τα παπούτσια των περαστικών. Η φωτογραφία μαρτυρά ότι είναι απόγευμα Κυριακής. Το ΦΛΟΡΑΛ έχει ήδη ανοίξει για την απογευματινή, πρώτη προβολή. Παίζει τον «Αγαπητικό της Βοσκοπούλας» όπως φαίνεται στην πινακίδα που είναι στημένη όρθια στην κολόνα πίσω από τους λούστρους. Τριγύρω, διάφοροι αργόσχολοι της Κυριακής. Ο πλανόδιος φωτογράφος σήκωσε τη μηχανή του κι έκλεψε μια στιγμή από τη ζωή. Ο Γιωργάκος, στα δεξιά, με το κασκέτο στο γόνατο, ποζάρησε την ώρα που ήταν έτοιμος να βάλει το βερνίκι στο βουρτσάκι, για να βάψει τα παπούτσια του πελάτη, ο οποίος δεν έχασε την ευκαιρία να ποζάρει κι αυτός στρέφοντας το κεφάλι. Πήγε να χαμογελάσει ο Γιωργάκος, αλλά το χαμόγελο ήταν … αλυσοδεμένο. Ο διπλανός του συναγωνιστής, είναι ο πατέρας μου ο Παναγιώτης. Σταυροπόδι (πάντα έτσι καθόταν) με το σέρτικο τσιγάρο στα χέρια, ταξιδεύει σκεφτικός στις δικές του έγνοιες (οι θάλασσες που ταξίδεψε ήταν – δυστυχώς - πάντα τρικυμισμένες)!
Ανάμεσά τους, όρθιο, ένα παιδί ως δεκαπέντε χρόνων, αμήχανο, με τα χέρια στις τσέπες αλλά κι ένας φίλος περαστικός, που μπήκε στο κάδρο ακουμπώντας στον ώμο του Γιώργου. Κι ύστερα ακούστηκε το ΚΛΙΚ και ο χρόνος σταμάτησε.
1963 λοιπόν: Νέο παιδί, τότε, ο Γιωργάκος. Έκανε όνειρα; Είχε ελπίδες; Ποιος ξέρει; Να ταξιδέψει, δοκίμασε σίγουρα. Κάποια στιγμή έκανε οικογένεια. Δεν πήγε καλά. Του κόστισε πολύ. Έβαλε τον Βαγγελάκη τον Δημητρίου, τον ζωγράφο, και του ’γραψε πάνω στο κασελάκι του, προμετωπίδα, με ωραία καλλιγραφικά γράμματα:
«Θεέ μου, όσοι με πλήγωσαν, ας το εύρουν από Σένα»!
Χρόνια ολόκληρα έμεινε γραμμένος ο καημός του πάνω στο κασελάκι, ώσπου ξέφτισε και ξεθώριασε με τον καιρό, μαζί με το νου και την ψυχή του Γιώργου.
Τα χρόνια κύλησαν. Το ΦΛΟΡΑΛ γκρεμίστηκε. Μια πολυκατοικία ορθώθηκε στη θέση τουκαι στο ισόγειο άνοιξε μια Τράπεζα μεγάλη. Η ζωή εξαφάνισε τους λούστρους της γωνίας, τον ένα μετά τον άλλο. Μόνο ο Γιωργάκος δεν εγκατέλειψε την έπαλξη! Στη θέση του πάντα, σταθερός και ακλόνητος: Καρεκλάκι, κασελάκι κι έξω από την πόρτα της Τράπεζας!
Κάποτε δοκίμασαν να τον διώξουν από εκεί. Χαλούσε την «καθεστηκύια» ροή της ζωής. Δεν τα κατάφεραν! Ο Γιώργος ήταν ασυμβίβαστος και αδάμαστος μ’ έναν τρόπο τελείως δικό του και αυθεντικό. Πώς ήταν δυνατόν να φύγει ο Γιωργάκος από τη γωνία του; Τα οικόπεδα της ζωής δεν απαλλοτριώνονται ποτέ κι από κανέναν. Και η γωνία αυτή ήταν οικόπεδο ζωής του Γιώργου, χρόνια και χρόνια!
Οι καιροί κύλησαν. Όλα άλλαζαν! Μόνο ο Γιωργάκος αρνιόταν ν’ αλλάξει! Όταν το κασελάκι δεν έβγαζε τίποτε πια (οι άνθρωποι σταμάτησαν να βάφουν και να γυαλίζουν τα παπούτσια τους) ο Γιωργάκος έπαιρνε ένα πανέρι, το γέμιζε φιστίκια αράπικα από την ΠΑΝΑΓΙΩΤΑ και γύριζε στην πόλη πουλώντας τα, μ’ ένα εξαντρίκ ντύσιμο που ούτε οι μεγάλοι Γάλλοι μόδιστροι δεν θα μπορούσαν ποτέ να φανταστούν και να δημιουργήσουn. Αν έβλεπε ότι τα φιστίκια δεν πουλιούνταν, άρχιζε να χαρίζει τα σακουλάκια σ’ όποιον έβρισκε μπροστά του ενώ φορές – φορές τα εκτόξευε στα ουράνια στη μέση της πλατείας. Άλλες φορές ξεπετούσε και κανένα λαχείο κάνοντας τον λαχειοπώλη: «Τελευταίο και τυχερό…τελευταίο και τυχερό!!!» φώναζε. Κι όταν αυτό το «τελευταίο και τυχερό» πουλιόταν, ένα νέο «τελευταίο και τυχερό» έβγαινε από το τσεπάκι του κι εμφανιζόταν στο χέρι του Γιώργου! Χριστούγεννα και Πάσχα τύπωνε μπιλιετάκια με ευχές και τα μοίραζε σε φίλους, γνωστούς και αγνώστους, έναντι φιλικού τιμήματος. Αν και πάντα είχε απόλυτη ανάγκη από χρήματα, δεν τα προσκύνησε ποτέ. Απολάμβανε, εκεί στη γωνιά του (όπου εθιμοτυπικά, πλέον, εξακολουθούσε να βγάζει το κασελάκι του) τα ποτά και τα πούρα του, χωρίς ποτέ σκέφτεται ότι αυτό μπορεί να περιορίσει (ως πρόκληση) τηνόποια οικονομική βοήθεια των φίλων. Κάποια Χριστούγεννα, μάλιστα, είχε αραδιάσει πλάι του τρεις πανέμορφες ανθοδέσμες. Τις είχε, όπως μου είπε, για τρεις ανθρώπους που τον είχαν βοηθήσει!!!
Γιατί ο Γιωργάκος ήταν ψυχούλα. Όταν έφυγε από τη ζωή ο πατέρας μου, πολλές φορές είχα βρει τον Γιωργάκο στο νεκροταφείο ν’ ανάβει κερί ή να βάζει ένα λουλούδι στο μνήμα και αργότερα στο οστεοφυλάκιο, για την ψυχή του φίλου του τού Παναγιώτη, που κωπηλάτησαν μαζί επί χρόνια στη γαλέρα της ζωής. Αυτό ήταν κάτι που με συγκλόνιζε κι ακόμα με συγκλονίζει έστω και σαν ανάμνηση, γιατί εκεί που φίλοι στενοί και συγγενείς του πατέρα μου δεν είχαν πατήσει ποτέ το πόδι τους, πήγαινε ο Γιωργάκος, ο φτωχός και καταφρονεμένος, κι έβαζε κερί και λουλούδι κι έκανε προσευχή!
Ο Γιωργάκος!!! Οι κουβέντες του πάντα σοφές! Δεν έβρισκες αντίλογο όταν σε ρωτούσε:
-Έχω δίκιο ή δεν έχω;
Κι αν μέσα σου γελούσες καμιά φορά, δεν μπορούσες να χαράξεις τα όρια και να πεις με βεβαιότητα ποιος είναι απ’ την έξω και ποιος απ’ την μέσα μεριά της μάντρας, που χωρίζει τους «λογικούς» από τους άλλους, τους διαφορετικούς. Τις περισσότερες φορές κοίταζε τον ουρανό. Πότε κάποιον παρακαλούσε από κει και πότε μάλωνε μαζί του και του ζητούσε εξηγήσεις.
Ο Γιωργάκος!!! Μια ζωή εκεί στη γωνία! Καθισμένος στο καρεκλάκι του να κοιτάζει το τραίνο της ζωής να περνά πέρα δώθε και ποτέ να μην σταματά μπροστά του ν’ ανέβει κι αυτός.
Πραγματικά δεν ξέρω αν είχε νικήσει ή είχε νικηθεί στον πολύχρονο και σκληρό αγώνα που έκανε. Ξέρω μόνο πως όταν τον φωτογράφιζα εκείνο το πρωί του Μάη του 2007, είδα μέσα από τον φακό στα γαλάζια μάτια του, κούραση, παράπονο, παραίτηση, απελπισία. Το παλικαράκι του 1963 ήταν πια ένας αδύναμος, άρρωστος, λεηλατημένος άνθρωπος, που ακόμα το χαμόγελό του έμενε αλυσοδεμένο όπως το ’63. Ένα δεντράκι αδύναμο που μαράθηκε εκεί ακριβώς που κάποτε είχε ρίξει ρίζα:
Γωνία Λυκούργου και Παλαιολόγου, έξω από το παλιό ΦΛΟΡΑΛ, στο κέντρο της Σπάρτης.
Όταν μετά από μερικές μέρες του έδωσα τις δυο φωτογραφίες, κοίταζε αχόρταγα ΜΟΝΟ την παλιά. Κι ύστερα άρχισε να τη φιλά! Φιλούσε μια φορά το Γιωργάκο του ’63… μια φορά τον πατέρα μου, τον φίλο και συναγωνιστή του. Κι ύστερα πάλι… και πάλι… και πάλι φιλιά… μέχρι που μ’ έκανε να δακρύσω κι εγώ μαζί του!
Υστερότερα, μάθαινα, ή μου έλεγε όταν με συναντούσε, ότι έψαχνε απεγνωσμένα ένα σπίτι για να μείνει. Είχε κουραστεί (ήταν πλέον και άρρωστος) να ζει σε χαλάσματα και σε σπίτια εγκαταλειμμένα. «Θα πληρώνω, έλεγε, Θα πληρώνω»! Αλλά κανένας δεν του έδινε μια χαμοκέλα να απαγκιάσει στα τελευταία χρόνια της ζωής του. Ευχόμουνα και προσευχόμουνα, τότε, εκείνοι που μπορούσαν, να εξασφάλιζαν στο Γιώργο ένα τελευταίο ήσυχο λιμάνι. Ευτυχώς, αυτό το λιμάνι, του το έδωσε ο Μητροπολίτης μας κ. Ευστάθιος, περιθάλπτοντάς τον στο Γηροκομείο της Ελίκας, όπου βρήκε στέγη, φροντίδα και ζεστασιά κι έζησε ήσυχα και ανθρώπινα μέχρι που πέταξε στον ουρανό η ταλαιπωρημένη ψυχούλα του.
Η γωνία Λυκούργου και Παλαιολόγου, στο κέντρο της Σπάρτης, είναι (και θα είναι) πάντα εκεί, στη θέση της, πολύβουη και πολυσύχναστη, αλλά… έρημη από τότε που έφυγε ο Γιωργάκος!!!
Γιατί, έναν τόπο, βλέπετε, δεν τον κάνουν σημαντικό τα άψυχα δημιουργήματα αλλά η ζωή, η ανάσα, ο αγώνας, η αγωνία, η ελπίδα, ο πόνος, το όνειρο, το γέλιο και το δάκρυ των Ανθρώπων!

YΓ: Το κείμενο αυτό έχει για κορμό του σχετικό δημοσίευμα, με τον ίδιο τίτλο, στην εφημερίδα ΛΑΚΩΝΙΚΟΣ ΤΥΠΟΣ της 16ης Μαΐου 2007, όταν ο Γιωργάκος ζούσε ακόμα!

Έκθεση εικόνων

ΔΕΙΤΕ ΤΑ ΟΛΑ ΣΤΗΝ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ ΑΡΘΡΑ
Του Ανδρέα Πετρουλάκη
Το κλίκ της ημέρας
Του Ανδρέα Πετρουλάκη

Πρόσφατα Νέα

(adsbygoogle = window.adsbygoogle || []).push({});

Η ΔΙΚΗ ΣΑΣ ΕΙΔΗΣΗ

Στείλτε μας τα δικά σας νέα, φωτογραφίες, σχόλια, σκέψεις, παρατηρήσεις και δείτε τα δημοσιευμένα στο lakonikos.gr και στην ημερήσια εφημερίδα ΛΑΚΩΝΙΚΟΣ ΤΥΠΟΣ
Διεύθυνση e-mail(*)
Μη έγκυρη διεύθυνση e-mail

Περιγραφή(*)
Συμπληρώστε μια περιγραφή για την είδηση σας

Φωτογραφία

Κωδικός Ασφαλείας(*)
Κωδικός Ασφαλείας
Ο κωδικός ασφαλείας είναι λάθος