×

Ειδοποίηση

There was a problem rendering your image gallery. Please make sure that the folder you are using in the Simple Image Gallery Pro plugin tags exists and contains valid image files. The plugin could not locate the folder: media/k2/galleries/125773

Φεύγετε να φεύγουμε

Δευτέρα, 02 Ιανουάριος 2017 20:37 | | E-MAIL ΕΚΤΥΠΩΣΗ

Ο μικρός Χαραλάμπης πίστευε ό,τι του ’λεγε ο παππούς του. Κάθε βράδυ, όταν κάθονταν οι δυο τους μπροστά στο τζάκι τι και τι δεν του διηγιόταν ο σεβάσμιος γέροντας με όλη τη σοβαρότητα της ηλικίας του. Και το εγγόνι του μ’ ανοιχτό το στόμα και γουρλωμένα τα μάτια τον άκουγε κι άφηνε τη φαντασία του να συμπληρώνει όσα έλειπαν.
Τα Χριστούγεννα το αγαπημένο τους θέμα ήταν οι Καλικάντζαροι. Αυτά τα κακόσχημα μαυριδερά πλάσματα του Κάτω Κόσμου με τα κόκκινα όλο φλόγα μάτια, που ανέβαιναν από τα έγκατα της γης, λίγο πριν από τη μεγάλη δεσποτική γιορτή, για να πειράξουν τους ανθρώπους, για να μπουν στα νοικοκυρόσπιτα να μαγαρίσουν τους κουραμπιέδες και τα μελομακάρονα, να κατουρήσουν τη φωτιά του τζακιού και να τη σβήσουν. Γι’ αυτό και μόλις σουρούπωνε τα χρόνια εκείνα όλοι φρόντιζαν να μαζευτούν στο σπίτι τους, να σφαλίσουν τις πόρτες και τα παραθύρια, να ζωντανέψουν τη φωτιά για να μην τολμήσουν τα δαιμονικά να μπούνε μέσα κι εκτελέσουν το ανόσιο έργο τους.
«Ολοχρονίς εργάζονται στο κέντρο της γης και παλεύουν μ’ ένα μεγάλο πριόνι να κόψουν τον τεράστιο κορμό του δέντρου που την στηρίζει» έλεγε ο παππούς κι ανατρίχιαζε ο Χαραλάμπης. «Ο αρχηγός τους είναι ο Μαντρακούκος ένας κοντόχοντρος, τραγοπόδαρος, καραφλός κι ασχημομούρης καλικάντζαρος που κρύβεται τη μέρα στις μάντρες και το βράδυ βγαίνει για να πειράξει τις γυναίκες, που ξεχάστηκαν κι έμειναν έξω. Αυτός είναι ο πιο επικίνδυνος. Μα και το ασκέρι του δεν είναι καλύτερο: ο Βατρακούκος, ο Γουρλός, ο Καταχανάς, ο Κατσικοπόδαρος, ο Κοψαχείλης, ο Κοψομεσίτης, ο Κουλοχέρης, ο Κωλοβελόνης, ο Μαλαγάνας, ο Μαλαπέρδας, ο Παγανός, ο Παρωρίτης, ο Περίδρομος, ο Πλανήταρος, ο Στραβολαίμης και ο Τρικλοπόδης, τον συναγωνίζονται σε ασχήμια και κακότητα. Σιχαμένα ζούμπερα, που ο Θεός να δώσει να μην τα δεις ποτέ Χαραλαμπάκη μου.Ευτυχώς που το Δωδεκαήμερο βγαίνουν απάνω κι αφήνουν το δέντρο της γης να μεγαλώσει. Ειδεμή ποιος ξέρει τι θα πάθαινε η γης μας!».
«Και πώς, βρε παππού, θα φυλαχτούμε από τούτα τα δαιμονικά;» ρώταγε ο Χαραλάμπης και πρόσμενε με ανυπομονησία τις συμβουλές του σοφού παππού του. «Εμ, Χαραλάμπη μου, αγαπάει ο Θεός τον κλέφτη αγαπάει και τον νοικοκύρη. Γιατί μαθές έχω κάτω απ’ το μαξιλάρι μου το μαυρομάνικο μαχαίρι; Και γιατί κάθε βράδυ απλώνω τη στάχτη στο παραγώνι μας; Άμα κατέβει κανένα καλικαντζάρι θα το καταλάβω το πρωί απ’ τα πατήματα που θ’ αφήσει. Το πατερημώ βοηθάει πολύ. Το ίδιο και το σταυροκόπημα. Κι ακόμα δεν θέλουν να μυρίζουν το μοσχολίβανο με το οποίο θυμιατίζουμε το σπίτι μας. Άμα τους ρίξεις στα κεραμίδια μερικά μεζέδια τα τρώνε και φεύγουνε χωρίς να δοκιμάσουν να μπούνε από την καμινάδα. Εκείνο που τρέμουν και τα κάνει να φεύγουν σαν αστραπή για τον Κάτω Κόσμο είναι ο Αγιασμός, που φέρνει ο παπάς την παραμονή των Θεοφανείων, για να αγιάσει το σπίτι. Τότε, Χαραλάμπη μου, τρέχουν τρέμοντας με τον αρχηγό τους μπροστά και λένε: Φεύγετε να φεύγουμε, γιατί έφτασε ο τουρλόπαπας με την αγιαστούρα του και με την μαγκούρα του, θα μας αγιάσει και θα μας κάψει τον κώλο. Κι όπου φύγει, φύγει».
Ο Χαραλάμπης τα πίστευε όλα γι’ αυτό και πρόσμενε με αγωνία τη μέρα της Πρωτάγιασης για να διαπιστώσει με τα μάτια του «του λόγου το αληθές».
Ο καημένος ο παπα-Θανάσης έφτασε αγκομαχώντας στα πανωμερίτικα σπίτια του χωριού, όπου και το πατρικό του Χαραλαμπάκη, κρατώντας στο δεξί χέρι το σταυρό κι ένα κλωνί βασιλικό. Πίσω του ερχόταν ο Βασιλάκης του ψάλτη, κρατώντας ένα μικρό χάλκινο δοχείο με αγιασμό. Ο παπάς έβρεξε τον βασιλικό στο αγιασμένο νερό και το τίναξε για να πάνε οι σταγόνες σε κάθε σημείο του σπιτιού, της αυλής και του σταύλου. Ο Χαραλάμπης έστησε το αυτί του για να ακούσει κάποιον περίεργο θόρυβο που θα σήμαινε πως έφευγαν οι Καλικάντζαροι. Πράγματι, μόλις ο παπάς με τον συνοδό του ροβόλησε στο στενό μονοπάτι που οδηγούσε στην αγορά του χωριού, πίσω από το σταύλο του σπιτιού του Χαραλάμπη ακούστηκε μια στριγγιά κραυγή κι ένας αποκρουστικός θόρυβος από αντικείμενα που γκρεμίζονταν. Ο Χαραλαμπάκης το ’βαλε στα πόδια κι έτρεξε να κρυφτεί, φωνάζοντας, στην κουζίνα, πίσω από τη φούστα της μάνας του.
«Τι’ναι παιδί μου; Τι έπαθες;» τον ρώτησε εκείνη. «Μάνα φεύγουνε τα καλικαντζάρια! Τα έκαψε με τον αγιασμό ο παπα-Θανάσης και πάνε για τον Κάτω Κόσμο. Κλείσε την πόρτα για να μην μπούνε μέσα και μας τρομάξουνε!». Χαμογέλασε με κατανόηση η καλόβολη γυναίκα. «Αμάν αυτός ο παππούς σου με τις ιστορίες του. Σου σήκωσε τα μυαλά και σε ’χει κάνει να φοβάσαι και τον ίσκιο σου. Πάμε μαζί να δούμε τι συμβαίνει». Τον πήρε από το χέρι και σέρνοντας τον έβγαλε στην αυλή. «Για πες μου τι είδες και τι άκουσες;» τον ρώτησε. «Να, εκεί πίσω από το σταύλο άκουσα ένα φριχτό ουρλιαχτό και θόρυβο από πράγματα που γκρεμίζονταν». Η μάνα του γέλασε και του είπε ήρεμα: «Αχ ρε Μπάμπη, η φαντασία σου δεν έχει όρια. Αλλά δεν φταις εσύ, φταίει εκείνος ο παππούς σου που σε παραμυθιάζει κάθε βράδυ. Έλα κοντά μου να δεις τι συμβαίνει».
Ο Χαραλάμπης δεν πίστευε στα μάτια του σαν πήγαν πίσω από το σταύλο. Το τραγάκι τους ήταν πεδουκλωμένο και στην προσπάθειά του να λυθεί είχε γκρεμίσει κάτω τη σκάφη του πλυσίματος καιτις γαλατούσες, που κρέμονταν από κάτι πρόκες στον τοίχο. «Να, το καλικαντζάρι σου» του είπε η μάνα του. «Έλα τώρα να με βοηθήσεις να το λύσουμε και να μαζέψουμε τα πράγματα».
Τη νύχτα, μπουμπουλωμένος κάτω απ’ τη χοντρή κουβέρτα του, ο Χαραλάμπης πάλευε να καταλάβει τι ήταν αλήθεια και τι ψέμα. Αν και είχε δει με τα μάτια του πως το τραγάκι τους ήταν υπεύθυνο για την αποκρουστική κραυγή και το θόρυβο που άκουσε, αυτός στο βάθος του μυαλού του πίστευε πως ο άθλιοςο Μαντρακούκος ήταν ο αίτιος. Και καθώς ο ύπνος έκλεινε σιγά – σιγά τα μάτια του έβλεπε σαν όνειρο τα παγανά να τρέχουν σαν παλαβά για να χωθούν από τις σπηλιές στον Κάτω Κόσμο, αφού από πίσω τους ερχόταν νικητής και τροπαιοφόρος ο παπα-Θανάσης, κραδαίνοντας «το όπλον το αήττητον, τον Τίμιον Σταυρόν του Χριστού» στεφανωμένον με βασιλικό απ’ τον οποίο σκόρπιζαν ολόγυρα σταγόνες Αγιασμού.

Έκθεση εικόνων

{gallery}125773{/gallery}
ΔΕΙΤΕ ΤΑ ΟΛΑ ΣΤΗΝ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ ΑΡΘΡΑ
του ΚΥΡ
Το κλίκ της ημέρας
του ΚΥΡ

Πρόσφατα Νέα

(adsbygoogle = window.adsbygoogle || []).push({});

Η ΔΙΚΗ ΣΑΣ ΕΙΔΗΣΗ

Στείλτε μας τα δικά σας νέα, φωτογραφίες, σχόλια, σκέψεις, παρατηρήσεις και δείτε τα δημοσιευμένα στο lakonikos.gr και στην ημερήσια εφημερίδα ΛΑΚΩΝΙΚΟΣ ΤΥΠΟΣ
Διεύθυνση e-mail(*)
Μη έγκυρη διεύθυνση e-mail

Περιγραφή(*)
Συμπληρώστε μια περιγραφή για την είδηση σας

Φωτογραφία

Κωδικός Ασφαλείας(*)
Κωδικός Ασφαλείας
Ο κωδικός ασφαλείας είναι λάθος