Πίκρα Ελληνική

Τετάρτη, 28 Ιούνιος 2017 21:39 | | E-MAIL ΕΚΤΥΠΩΣΗ

Εμείς οι Έλληνες κουβαλάμε την πίκρα μέσα μας από το πρώτο μας κλάμα, συντρόφισσα μοναδική, που δεν την αποχωριζόμαστε ποτέ, χωρίς αυτό να είναι πρόβλημα για μας. Ανώφελο να επιζητούμε την απομάκρυνσή της. Έχουμε μάθει να ζούμε μ’ αυτή, και ποτέ δεν μας ενόχλησε η παρουσία της. Αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι του χαρακτήρα μας, αυτό που μας ξεχωρίζει από τους υπόλοιπους λαούς.

Πιο πολύ μας ενοχλεί τυχόν πρόσκαιρη απουσία της, σε σημείο μάλιστα που μας κάνει ν’ ανησυχούμε. Έχουμε στο αίμα μας την μελαγχολία, κι αυτή μας βοηθάει να δημιουργούμε και να διαπρέπουμε σε πολλούς τομείς. Αν ψάξετε βαθιά στα αθάνατα πνευματικά δημιουργήματα της φυλής μας, σε κάθε στίχο, σε κάθε σελίδα, θα την βρείτε εκεί, αρχόντισσα της καρδιάς μας, καθισμένη σε χρυσό θρόνο.

Η πίκρα μας δεν έχει καμία σχέση με τη στείρα απαισιοδοξία, τη μεμψιμοιρία και την άρνηση για τη ζωή. Είναι πίκρα γενναιόδωρη, λεβέντικη, που ψυχανεμίζεται τα προβλήματά μας και βοηθά να τα ξεπεράσουμε, που γεννά, αντί να καταστρέφει, που δίνει, αντί να παίρνει, είναι τέλος το οξυγόνο που αναπνέουμε.

Πίκρα, ζυμωμένη με τα χιλιολογίτικα βάσανά μας, αλλά και με τις χρυσές ελπίδες μας, που δεν μας παρατάνε ποτέ. Πάντα, νύχτα – μέρα θα ονειρευόμαστε ένα καλύτερο αύριο, και θ’ αγωνιζόμαστε για να το καταφέρουμε. Εφαλτήριο θα είναι αυτή, ποτισμένη με τον ιδρώτα και το αίμα μας, δυναμωμένη από την αρμύρα της θάλασσας και το ζέφυρο, που πνέει ανάμεσα στα πεύκα, τα έλατα και τα κυπαρίσσια.

Φωνή θα παίρνει από το ηλιοβασίλεμα στη Σαντορίνη, στο Σούνιο, στην Πέτρα, στην κορφή του Ταΰγετου, αλλά κι από την πρωινή δροσιά που κάθεται στα πέταλα των λουλουδιών, και φωτίζεται από τις πρώτες αχτίδες του ήλιου. Έμπνευση και ρίμα θα μας προσφέρει κάτω από το πεφταστέρι, ή από το ολόγιομο φεγγάρι του Αυγούστου.

Κι όλος ο κόσμος τότε, από το πιο μικρό ζουζούνι, ως το μεγαλύτερο θηλαστικό, από το ασήμαντο λουλουδάκι του αγρού, ως το ψηλότερο δέντρο του δάσους, θα παίρνει πνοή, και η ζωή θα συνεχίζει το δρόμο της, αυτόν που χάραξε ο Όμηρος, ο Σοφοκλής, ο Πλάτωνας και τόσοι πολλοί άλλοι…

Κι ο έρωτας, ο φτερωτός θεός, θα βγάζει ξανά τα βέλη από τη φαρέτρα, και με το αλάνθαστο τόξο θα στοχεύει τις καρδιές μας. Έρωτας για ζωή, για δημιουργία, για τη σύντροφό μας, για την πατρίδα μας, για να γίνουμε καλύτεροι άνθρωποι, αλλά πάνω απ’ όλα, ο Έλληνας θα τρέφει ασίγαστο πάθος για τη λευτεριά, την πανώρια κόρη, που χωρίς αυτήν το βήμα του είναι κουτσό, το βλέμμα του θαμπό και τα χέρια του παραλύουν, ανίκανα να δημιουργήσουν οτιδήποτε.

Έλληνας κι έρωτας είναι αχώριστοι. Μαζί βαδίζουν κι υμνούν την ομορφιά της ζωής, απλά, λιτά, χωρίς περιττά λόγια και ναρκισσισμούς. Αρκούμαστε στα λίγα και ουσιαστικά για τη ζωή μας, και δεν κοιτάμε να φάμε τον κόσμο ολόκληρο. Μας φτάνουν μια φέτα ψωμί, ένα κομμάτι τυρί κι ένα ποτήρι κρασί. Αυτά μας κάνουν πλούσιους, κι ανοίγουμε την πόρτα μας με καλοσύνη κι ανιδιοτέλεια στον οδοιπόρο, στον ταξιδευτή, στον πεινασμένο, το ένα πιάτο γίνεται δύο, κι οι μοναξιές πάνε περίπατο.

Αυτά είναι τα πλούτη του Έλληνα, αυτά που κουβαλάει από τους προγόνους του, και κανένας δεν μπορεί να του τα πάρει. Ανοίγουμε διάπλατα την αγκαλιά μας και δεχόμαστε όλο τον κόσμο. Ο καθένας που μεταλαβαίνει τον Ελληνικό ήλιο, το βρεγμένο παξιμάδι με τις ελιές, το γιδοτύρι κι ένα ποτήρι κρασί, κάτω από τον ίσκιο του πλάτανου, τότε γίνεται κι αυτός Έλληνας!

Ακούει μέσα του να βροντοφωνάζουν οι εφτά σοφοί, «μέτρον άριστον», τον Όμηρο να υμνεί τη ροδοδάχτυλη αυγούλα, τον Αισχύλο να παιανίζει το «Ίτε παίδες Ελλήνων», το Σολωμό ν’ απαγγέλλει, «χαίρε ω χαίρε λευτεριά». Βλέπει τον Ικτίνο σκαρφαλωμένο στις σκαλωσιές του Παρθενώνα, τον Κοσμοκαλόγερο της Σκιάθου σκυφτό να γράφει, αφουγκράζεται τον Αλεξανδρινό, κλεισμένο στο υποσκότεινο δωμάτιο να σχεδιάζει τα «Κεριά», τρελαίνεται από τις πινελιές του Λύτρα, του Γύζη, του Ιακωβίδη, παρακολουθεί τον Χαλεπά να σμιλεύει την «Κοιμωμένη», νοιώθει την αγωνία στο ιδρωμένο μέτωπο του Κουν τη στιγμή της πρόβας, ακούει τον Μίκη και τον Μάνο καθώς συνθέτουν τις αθάνατες μελωδίες τους, και αναπνέει ελεύθερα, σαν άνθρωπος!

Αλίμονο στους τυφλούς, που δεν βλέπουν τα πλούτη τους, που η απληστία γκρεμίζει την ανθρωπιά τους, που στηρίζουν τη ζωή τους στις εφήμερες απολαύσεις, αγνοώντας επιδεικτικά το μεγαλείο των απλών στιγμών, που έχουν ξεχάσει πού ζούνε και ποιοι είναι, που νοιάζονται μονάχα για τα χρήματα και κάνουν τα πάντα για την απόκτησή τους!

Αλίμονο σ’ αυτούς που αρνούνται το ηλιοβασίλεμα, για να παρακολουθήσουν τη συνέχεια μιας τηλεοπτικής παλαβομάρας. Σ’ αυτούς που η πανσέληνος δεν λέει τίποτα, ούτε οι πρώτες αχτίδες του ήλιου τη ροδαυγή. Που δεν έχουν χέρια, μάτια, πόδια ούτε μυαλό να δουλέψει, μόνο στόμα να καταβροχθίζει τροφή.

ΔΕΙΤΕ ΤΑ ΟΛΑ ΣΤΗΝ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ ΑΡΘΡΑ
Του Ανδρέα Πετρουλάκη
Το κλίκ της ημέρας
Του Ανδρέα Πετρουλάκη

Πρόσφατα Νέα

Η ΔΙΚΗ ΣΑΣ ΕΙΔΗΣΗ

Στείλτε μας τα δικά σας νέα, φωτογραφίες, σχόλια, σκέψεις, παρατηρήσεις και δείτε τα δημοσιευμένα στο lakonikos.gr και στην ημερήσια εφημερίδα ΛΑΚΩΝΙΚΟΣ ΤΥΠΟΣ
Διεύθυνση e-mail(*)
Μη έγκυρη διεύθυνση e-mail

Περιγραφή(*)
Συμπληρώστε μια περιγραφή για την είδηση σας

Φωτογραφία

Κωδικός Ασφαλείας(*)
Κωδικός Ασφαλείας
Ο κωδικός ασφαλείας είναι λάθος