Χάνς

Διήγημα

Παρασκευή, 24 Νοέμβριος 2017 19:45 | | E-MAIL ΕΚΤΥΠΩΣΗ

Ο Χανς ούτε που το κατάλαβε, πώς από τα φοιτητικά θρανία του πολυτεχνείου του Βερολίνου, βρέθηκε στρατιώτης, κατακτητής στην Ελλάδα. Νοέμβρης του 1940 ήταν, όταν έλαβε το χαρτί της επιστράτευσης, ενώ σπούδαζε μηχανικός στο δεύτερο έτος.
Ο φύρερ, που είχε κάνει περήφανη τη Γερμανία, σεβαστή στους φίλους και φοβερή στους εχθρούς, που έκανε όλο τον κόσμο να παραμιλά, τον καλούσε να πάρει τα όπλα, και τα πήρε με χαρά. Ήθελε να δοξάσει τη χώρα του. Πίστευε στη δύναμη και στην υπεροχή της Αρίας φυλής, όπως τους είχε νουθετήσει ο Αδόλφος.
Μετά από τρεις μήνες σκληρής εκπαίδευσης, δεν χρειαζόταν πιο πολύ, το μυαλό του έκοβε σαν ξυράφι, γίνεται έφεδρος ανθυπολοχαγός στο πυροβολικό. Ο λόχος του ήταν τυχερός, αφού δεν εστάλη εναντίον της Ρωσίας, αλλά της Ελλάδας.
Τη μέρα που αποχαιρέτησε τη Γκρέτε, θα τη θυμάται για πάντα. Έκαναν έρωτα παθιασμένα, κι από τα μάτια της κοπέλας του έτρεχαν καυτά δάκρυα. Αυτή δεν έβλεπε με καλό μάτι τον επεκτατισμό του Χίτλερ, ούτε τις διώξεις των Εβραίων. Ήταν μαλθακή κι ευαίσθητη. Όμως τη λάτρευε. Τα μεγάλα κι εκφραστικά μάτια της τον είχαν αιχμαλωτίσει. Όταν όμως εκείνη επιχείρησε να φέρει την κουβέντα στα τελευταία γεγονότα, τη σταμάτησε απότομα:
«Όλα κι όλα! Σ’ αγαπώ σαν τρελός. Μπορεί να είμαι εξαρτημένος από σένα, όμως πάνω απ’ όλα είναι η πατρίδα, κι αυτή τώρα με καλεί να πράξω το καθήκον μου. Να ξέρεις πως, αν είναι να διαλέξω ανάμεσά σας, θα προτιμήσω αυτήν!»
«Πολύ καλά. Εύχομαι μόνο να μην το μετανιώσεις, και να μη ξεχάσεις ποτέ πως είσαι άνθρωπος!»
Δεν καλοκατάλαβε τι ήθελε να του πει, όμως δέχτηκε με χαρά το αποχαιρετιστήριο δώρο της, ένα μικρό βιβλίο που χωρούσε στην τσέπη της χλαίνης του. Ήταν η Αντιγόνη του Σοφοκλή.
«Πηγαίνεις στην Ελλάδα. Αυτό το βιβλίο θα σε βοηθήσει να μάθεις ποιοι είναι αυτοί που πας να κατακτήσεις», του είπε.
Είχε αρχίσει να το διαβάζει, αλλά οι σκληρές μάχες που έδωσαν με τους θαρραλέους Έλληνες, δεν τον άφησαν να το προχωρήσει, και να μπει στο νόημα της τραγωδίας αυτής. Όταν όμως ο λόχος του έφτασε στη Σπάρτη, την πόλη με την περίλαμπρη ιστορία, τότε το ξανάρχισε. Του άρεσε να κάθεται τα δειλινά στο μισογκρεμισμένο, αρχαίο θέατρο και να διαβάζει.
Σιγά – σιγά πήρε να μπαίνει στο νόημα, όμως δεν συμφωνούσε με την Αντιγόνη, αλλά με τον Κρέοντα. Αυτός ήταν η νόμιμη εξουσία, αυτός είχε το δικαίωμα να νομοθετεί και να υπερασπίζεται τους νόμους, αυτός μπορούσε ακόμα και ν’ αφαιρεί τη ζωή των παραβατών κι εχθρών της πατρίδας. Ήταν λάθος η ενέργεια της Αντιγόνης να παραβεί την εντολή και να θάψει τον αδερφό της Πολυνείκη.
Μια μέρα, ένας στρατιώτης από το λόχο του, πυροβόλησε ένα χαμίνι, που είχε προσπαθήσει να βουτήξει μια κουραμάνα. Το παιδί υπέκυψε τελικά, κι αυτός αρκέστηκε στο να καταγράψει το συμβάν, και να δώσει το νεκρό για ταφή στους απελπισμένους γονείς. Ούτε λέξη περί τιμωρίας του δράστη. Αυτός υπερασπίστηκε το νόμο, που έλεγε πως απαγορεύεται να κλέψεις τον Γερμανικό στρατό. Το αν πεινούσε το παιδί, δεν τον ενδιέφερε!
Την επόμενη πήρε το λόχο του για πεζοπορία δέκα χιλιομέτρων, κι έφτασαν στα Ανώγεια. Σταμάτησαν λίγο έξω από το χωριό, κι έστησαν στόχους για βολή στους κορμούς των ελαιοδέντρων. Λίγο πριν δώσει την εντολή, «πυρ», είδε έναν έφηβο να πλησιάζει καβάλα στο γαϊδούρι του. Δύο στρατιώτες τον σημάδεψαν, όμως εκείνος συνέχισε. Όταν του φώναξαν, «αλτ», ξεπέζεψε γελαστός, κι έδωσε ένα κόκκινο τριαντάφυλλο στον Χανς. Αυτός έμεινε άναυδος. Ο έφηβος συνέχιζε να χαμογελά και του είπε:
«Με λένε Βασίλη», και του έδωσε το χέρι του.
Ο Χανς περίμενε τον διερμηνέα να μεταφράσει, ώσπου να του δώσει το δικό του, ανακουφισμένος, και να του πει ήρεμα να πάει στη δουλειά του. Έπειτα φώναξε με όλη του τη δύναμη, «πυρ!», κι ο τόπος γέμισε σκόνη και καπνούς, καθώς οι στόχοι γέμιζαν τρύπες. Μέχρι να τελειώσει η βολή το μυαλό του έψαχνε να βρει την άκρη.
«Ποιο λαό ήρθαμε να προσαρτήσουμε; Τους σκοτώνουμε, κι αυτοί χαμογελάνε και σου προσφέρουν λουλούδια!», συλλογιζόταν.
Είχε νυχτώσει όταν έφτασαν στη Σπάρτη. Μετά το φαγητό, κάθισε στην άκρη του κρεβατιού και πήρε να διαβάζει την Αντιγόνη. Σταμάτησε στο «Γεννήθηκα για ν’ αγαπώ», την περήφανη απάντηση της ηρωίδας στον Κρέοντα. Δεν μπορούσε να συλλάβει το μεγαλείο της πράξης της. Όμως κάτι είχε σπάσει μέσα του.
Κάτι άλλο που τον έκανε να στενοχωρηθεί πολύ, ήταν οι συνεχείς επιθέσεις που δέχονταν από τους αντάρτες του ΕΛΑΣ. Πού ακούστηκε, μια χούφτα άνθρωποι να τα βάζουν με ολόκληρη Γερμανία! Αντί να χαίρονται που προσαρτήθηκαν στη μεγάλη συμμαχία, να νοιώθουν κυρίαρχοι του κόσμου, όπως οι Γερμανοί, αυτοί αντιστέκονταν. Δεν τους ένοιαζαν τα αντίποινα, που ήταν σκληρά, αλλά αναγκαία για τη διατήρηση του κράτους δικαίου. Όσο τους εξόντωνες, πιο πολλοί έπαιρναν τα όπλα κι ανέβαιναν στα βουνά.
Υπήρχαν όμως και οι καλοί Έλληνες, όπως ο Παναγιώτης Δραβατσινάς με τους συντρόφους του, που ήταν φίλοι των Γερμανών και της έννομης τάξης . Η βοήθειά του ήταν απαραίτητη. Είχε βοηθήσει στη σύνταξη καταλόγων αντιφρονούντων Ελλήνων προς εκτέλεση, αλλά είχε πάρει κι ο ίδιος μέρος στις μάχες εναντίον των ανόητων ανταρτών.
Το ημερολόγιο έγραφε σήμερα 25 Νοέμβρη, 1943, κι ο Χανς διατάχτηκε να μεταβεί με το λόχο του στη διοίκηση της Τρίπολης. Δεν είχαν κάνει τα καμιόνια τη μισή διαδρομή, όταν δέχτηκαν βροχή από σφαίρες. Αμέσως συντάχτηκαν σε θέση άμυνας κι ανταπέδωσαν. Οι αντάρτες που τους είχαν στήσει την ενέδρα έσπευσαν να εξαφανιστούν. Δεν έκαναν πόλεμο κατά μέτωπο, αλλά τον συνηθισμένο σ’ αυτές τις περιπτώσεις κλεφτοπόλεμο.
Ο Χανς έδωσε εντολή να μετρήσουν τις απώλειές τους. Ο απολογισμός ήταν βαρύς: Δώδεκα νεκροί, ένας αγνοούμενος και είκοσι πέντε τραυματίες. Με βαρύ μίσος εναντίον των Ελλήνων συνέχισαν την πορεία τους. Μετέφερε τους τραυματίες στο νοσοκομείο της Τρίπολης, κι έκανε την αναφορά του στην Κομαντατούρ.
Η εντολή που πήρε από τον αγριεμένο διοικητή, ήταν να φέρει τον αγνοούμενο, νεκρό ή ζωντανό, πάση θυσία, αλλιώς να μην επιστρέψει. Φουρκισμένος πήρε δέκα στρατιώτες, δύο σκυλιά και ξεκίνησε για το ματωμένο Μονοδέντρι, το μέρος που δέχτηκε την επίθεση.
Ο Κίμπε, είχε χτυπήσει το κεφάλι του σε μια πέτρα, καθώς κατρακυλούσε δέκα μέτρα σε μια ρεματιά, τη στιγμή που δέχτηκε τη σφαίρα στο πόδι, κι είχε μείνει αναίσθητος. Όταν συνήλθε, σύρθηκε δυο χιλιόμετρα κι έφτασε σ’ ένα μαντρί. Η ηλικιωμένη μάνα του τσοπάνη, που εκείνη τη στιγμή έβοσκε τα πρόβατα, τον περιποιήθηκε σαν να ήταν δικός της γιος.
Του έδεσε το τραύμα, του πρόσφερε φαγητό και κρασί, τον ξάπλωσε στο ξύλινο κρεβάτι και τον σκέπασε με το βαρύ σάισμα. Τα σκυλιά του Χανς ακολούθησαν τα ίχνη του κι έφτασαν στο μαντρί. Εκεί η ηλικιωμένη γυναίκα προθυμοποιήθηκε να τους φιλέψει ότι υπήρχε στο πέτρινο κατάλυμά της, χωρίς να κρύψει ένα πικραμένο χαμόγελο. Δεν το έκανε γιατί της το ζήτησαν, ούτε από φόβο, αλλά γιατί οι Έλληνες έχουν τη φιλοξενία στο αίμα τους.
Ο Χανς την ευχαρίστησε, έβαλε σ’ ένα φορείο τον Κίμπε, κι έφυγε συννεφιασμένος. Αυτός είχε έρθει σαν κατακτητής, ήταν αντίπαλος κι εχθρός της, κι όμως αυτή δεν έδειξε να τον μισεί, ούτε να τον φοβάται. Απεναντίας, περιποιήθηκε τον τραυματία και φιλοξένησε τον ίδιο. Τι μεγαλείο ψυχής ήταν αυτό!
Η πλάστιγγα άρχισε να γέρνει τώρα υπέρ των κατακτημένων. Ήταν ανώτερος λαός! Του έφυγε μεμιάς ο θυμός για την ενέδρα που δέχτηκε σήμερα και για τους νεκρούς συντρόφους του. Τι δουλειά είχε αυτός εδώ πέρα; Γιατί δεν καθόταν στη χώρα του να συνεχίσει τις σπουδές του; Τι ήρθε να κάνει στη Ελλάδα;
Έφερε στο μυαλό του την εικόνα και τα λόγια της Γκρέτε. Μήπως τελικά εκείνη είχε δίκιο; Απόδιωξε όμως αυτές τις σκέψεις γρήγορα. Αυτός ήταν ο νόμος εδώ πέρα. Αντιπροσώπευε την Αρία φυλή, και η προσάρτηση της Ελλάδας ήταν μέρος του μεγαλόπνοου σχεδίου του Χίτλερ, κι αυτός σαν Γερμανός αξιωματικός είχε υποχρέωση να βοηθήσει για την επιτυχία του.
Στην Τρίπολη όλοι είχαν γίνει ένα καζάνι που βράζει. Ο διοικητής του ανάθεσε την εκτέλεση των εκατόν δέκα οχτώ φυλακισμένων Ελλήνων, σαν αντίποινα για τους νεκρούς Γερμανούς στρατιώτες.
«Θα εκτελεστούν άπαντες, αύριο το πρωί, στον ίδιο τόπο που έγινε η ενέδρα, κι η ευθύνη αυτής της αποστολής βαρύνει αποκλειστικά τους δικούς σου ώμους. Μόνο έτσι θα βάλουν μυαλό οι Έλληνες!», τον διέταξε και σήκωσε το δεξί φωνάζοντας, «Χάιλ Χίτλερ!», κι ο Χανς επανέλαβε.
Έπεσε στο κρεβάτι σαν πεθαμένος, όμως τα μάτια του δεν έλεγαν να κλείσουν. Ο τόπος δεν τον χωρούσε. Τι δουλειά είχε αυτός να εκτελεί αμάχους; Κι απ’ ότι του είχε πει ο Βαρυπότης, εκλεκτός φίλος των Γερμανών, που ο ίδιος είχε συντάξει τον κατάλογο των προς εκτέλεση Ελλήνων, ήταν ένας κι ένας. Γιατροί, δικηγόροι, δάσκαλοι, έμποροι, όλοι εξέχοντα μέλη της Σπαρτιάτικης κοινωνίας.
Πήρε την Αντιγόνη, κι έκανε να ξαναρχίσει, όμως το «Γεννήθηκα για ν’ αγαπώ», τον σταμάτησε. Η εκδήλωση αγάπης είναι έκφραση ήττας, του είχαν μάθει στη σύντομη εκπαίδευσή του. Θυμήθηκε όμως την τσοπάνισσα. Θα ήταν καλό να είχε βάλει τα σκυλιά να φάνε τον Κίμπε; Μήπως δεν θα μπορούσε κι η ίδια να τον έχει σκοτώσει; Όμως δεν το έκανε, αλλά τον είδε σαν δικό της παιδί. Αυτό είναι το μεγαλείο της αγάπης!
Η επικράτηση της Αρίας φυλής, των ισχυρών και δυνατών, άρχισε να ξεφτίζει στα μυαλό του, και τη θέση της έπαιρνε η αγάπη. Δύσκολο να το εξηγήσει, αλλά συνέβαινε. Σκέφτηκε να ζητήσει αναρρωτική άδεια, για να μη μετάσχει στην εκτέλεση, αλλά κατάλαβε πως αυτό ήταν αδύνατο.
«Θα το κάνω», σκέφτηκε, «και μετά θα ζητήσω μετάθεση για το υγειονομικό». Γνώριζε πως κι αυτό ήταν πολύ δύσκολο, αλλά θα το προσπαθούσε.
Το πρωί φόρτωσε τους ομήρους σε πέντε καμιόνια και κίνησε για το Μονοδέντρι. Στο μέρος αυτό είχε σπεύσει και ο Παναγιώτης Δραβατσινάς, που είχαν ακροβολιστεί, προς αποφυγή αντάρτικης επίθεσης. Του τόνισε, όλο κομπασμό, να μη φοβούνται τίποτα, γιατί αυτός ήταν εκεί. Ο Χανς ένοιωσε σιχασιά γι’ αυτό τον άνθρωπο, αλλά έδωσε τις διαταγές του. Θα εκτελούντο ανά δέκα.
Οι πρώτοι δέκα δεν δέχτηκαν να τους δέσουν τα μάτια, ενώ οι υπόλοιποι άρχισαν να τραγουδάνε με δυνατή φωνή:
«Δεν θέλω να μου δέσετε τα μάτια
τον ήλιο π’ ανατέλλει να χαρώ
κι αν κάντε τη καρδούλα μου κομμάτια
εσείς πεθαίνετε και όχι εγώ!».
Ο Χανς απορημένος ζήτησε από τον διερμηνέα να μεταφράσει τα λόγια του τραγουδιού. Δεν μπορούσε να πιστέψει πού βρισκόταν. Πού έβρισκαν τόσο κουράγιο αυτοί οι άνθρωποι, λίγα λεπτά πριν ανταμώσουν το θάνατο;
Όταν κατέβασαν τη δεύτερη δεκάδα, άκουσε ένα πενηντάρη με κοστούμι να του φωνάζει Γερμανικά:
«Υπάρχουν τέσσερα αδέρφια ανάμεσά τους. Τζιβανόπουλοι λέγονται. Είναι κρίμα να σκοτωθούν όλοι. Δώσε χάρη στον ένα τουλάχιστον. Σκέψου τη μάνα τους. Δεν έχεις μάνα εσύ;»
Ήταν ο Γιατρός Χρίστος Καρβούνης, που είχε σπουδάσει στη Γερμανία. Είχε σπεύσει στο Μονοδέντρι καβάλα στο άλογό του, όταν έμαθε πως πρόκειται να εκτελεστούν οι όμηροι. Ο Χανς σκυθρώπιασε. Δεν επέτρεπε σε κανένα να του μιλάει έτσι, μπροστά στους στρατιώτες του, κι αφού έμαθε ποιος είναι, του είπε να τσακιστεί και να φύγει αμέσως. Εκείνος όμως επέμενε να εκτελεστεί αυτός, στη θέση του ενός από τα τέσσερα αδέρφια.
«Δεν θα μου πεις εσύ τι θα κάνω. Εγώ διατάζω εδώ πέρα. Φύγε πριν το μετανιώσω», του απάντησε αγριεμένος ο Χανς.
Ο Καρβούνης τότε ύψωσε το ανάστημά του, τον κοίταξε κατάματα και του είπε:
«Ντρέπομαι που έχασα πέντε χρόνια στη χώρα σου σπουδάζοντας. Ντρέπομαι για τη Γερμανία ολόκληρη, φτου σου!», τον έφτυσε κατάμουτρα, και πριν προλάβει να του πει κανείς τίποτα, πήρε θέση ανάμεσα στους επόμενους δέκα, κι εκτελέστηκε μαζί τους.
Από τα καμιόνια ακούστηκε μια άλλη φωνή τώρα:
«Αδέρφια, μη χάνετε το θάρρος σας. Είναι μεγάλη η τιμή να πεθαίνεις για την πατρίδα. Κρίμα που δεν έχω κι άλλες ζωές, να τις διαθέσω όλες για χάρη της!»
«Πέστα ρε Γιώργη Γιατράκο», ακούστηκε ο θαυμασμός για το γνωστό δικηγόρο.
Αμέσως όλοι άρχισαν να τραγουδάνε τον Εθνικό Ύμνο με στεντόρεια φωνή:
«Σε γνωρίζω από την κόψη, του σπαθιού την τρομερή, σε γνωρίζω από την όψη, που με βια μετράει τη γη. Απ’ τα κόκαλα βγαλμένη, των Ελλήνων τα ιερά, και σαν πρώτα ανδρειωμένη, χαίρε ω χαίρε ελευθεριά!»
Ο Χανς ήταν μετέωρος. Σκέφτηκε για μια στιγμή να διακόψει τις εκτελέσεις, όμως ήταν Γερμανός αξιωματικός. Είχε λάβει διαταγές κι έπρεπε να υπακούσει, όποιες κι αν ήταν αυτές.
Εκεί όμως που του ήρθε ο ουρανός σφοντύλι, ήταν όταν κατέβηκε η επόμενη δεκάδα, κι έλαβε θέση για εκτέλεση. Ανάμεσά τους ήταν κι ένας έφηβος, που δεν φαινόταν ούτε δέκα πέντε χρονών. Στάθηκαν κι αυτοί απέναντι από τις καπνισμένες κάννες χαμογελώντας. Ο μικρός όμως ήταν ο πιο κοντός απ’ όλους και δεν αισθανόταν καλά. Ο Χανς τον είδε τότε να παίρνει μια μεγάλη πέτρα, να τη βάζει στη θέση του και ν’ ανεβαίνει πάνω της.
«Τώρα είμαι μεγάλος, αδέρφια, σαν κι εσάς!», τους είπε, και το χαμόγελό του φώτισε το μουντό, αιματοβαμμένο τοπίο.
Το αίμα έβραζε στις φλέβες του Χανς. Τα μηνίγγια του έβγαζαν φωτιές.
«Πυρ!», φώναξε με όση δύναμη διέθετε, κι είδε τα δέκα κορμιά να πέφτουν άψυχα.
Μέσα από τους καπνούς και τη σκόνη, μπόρεσε να διακρίνει μια ηλικιωμένη γυναίκα, που είχε πιαστεί στα χέρια με τους φρουρούς. Ήταν η τσοπάνισσα που είχε περιθάλψει τον Κίμπε. Τους φώναξε να την αφήσουν, κι αυτή τότε έπεσε γονατιστή στα πόδια του.
«Γιε μου», τον παρακάλεσε, «μέσα σ’ αυτούς που θα σκοτώσεις, είναι κι ο γιος μου. Καλό παιδί. Δεν έχει πειράξει κανέναν. Δάσκαλος σπούδασε. Δεν ξέρω γιατί τον πιάσανε. Χάρισέ του τη ζωή, αν αγαπάς τη μάνα σου!»
Εκείνος δεν ήξερε τι να πει. Στεκόταν άγαλμα μπροστά της. Ήθελε να της κάνει τη χάρη, το ήθελε πολύ, όμως η διαταγή ήταν ξεκάθαρη, «να εκτελεστούν άπαντες». Χωρίς να την κοιτάξει στα μάτια, της είπε πως αυτό είναι αδύνατο, και φώναξε τον ανθυπασπιστή Φριτς. Του είπε πως δεν αισθάνεται καλά, του παραχώρησε την ευθύνη για τη συνέχιση των εκτελέσεων, και σωριάστηκε στο τζιπ.
Στο τρικυμισμένο του μυαλό ήρθαν τα τελευταία λόγια της Γκρέτε, «να μην ξεχάσεις ποτέ πως είσαι άνθρωπος». Διέταξε τον οδηγό να βγει έξω, έφερε το περίστροφο στον κρόταφό του και πάτησε τη σκανδάλη.

Σημείωση: Το διήγημα αυτό, δεν περιγράφει ακριβώς τα γεγονότα, αλλά βασίζεται πιο πολύ στη φαντασία το συγγραφέα.

ΔΕΙΤΕ ΤΑ ΟΛΑ ΣΤΗΝ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ ΑΡΘΡΑ
Του Ανδρέα Πετρουλάκη
Το κλίκ της ημέρας
Του Ανδρέα Πετρουλάκη

Πρόσφατα Νέα

Η ΔΙΚΗ ΣΑΣ ΕΙΔΗΣΗ

Στείλτε μας τα δικά σας νέα, φωτογραφίες, σχόλια, σκέψεις, παρατηρήσεις και δείτε τα δημοσιευμένα στο lakonikos.gr και στην ημερήσια εφημερίδα ΛΑΚΩΝΙΚΟΣ ΤΥΠΟΣ
Διεύθυνση e-mail(*)
Μη έγκυρη διεύθυνση e-mail

Περιγραφή(*)
Συμπληρώστε μια περιγραφή για την είδηση σας

Φωτογραφία

Κωδικός Ασφαλείας(*)
Κωδικός Ασφαλείας
Ο κωδικός ασφαλείας είναι λάθος