Διήγημα: Απότιση Τιμής

Δευτέρα, 26 Μάρτιος 2018 20:04 | | E-MAIL ΕΚΤΥΠΩΣΗ

Ο Βαρδής πήρε την τσάπα και βγήκε στον κήπο. Ο Μάρτης με την ορμή του τον είχε γεμίσει αγριόχορτα, μολόχες, τσουκνίδες κι αγριάδα. Από την πόρτα του σπιτιού άκουσε τη Θεώνη, τη γυναίκα του, που του φώναζε:
«Σήμερα βρήκες, χριστιανέ μου, χρονιάρα μέρα να σκάψεις; Χάθηκαν οι μέρες; Σήμερα ο κόσμος πάει στην εκκλησία!»
«Ας πάει όπου θέλει. Εγώ έχω δουλειά να κάνω», της έκοψε το βήχα.
Έβγαλε τα παπούτσια του, φόρεσε γαλότσες, κι άρχισε το σκάψιμο. Από τα μεγάφωνα της εκκλησίας άκουγε τη θεία λειτουργία και τη δοξολογία. Είδε τη Θεώνη, ντυμένη με τα γιορτινά της να του ρίχνει μια φαρμακερή ματιά, να μουρμουρίζει, «Αγριοχρίστιανε!», να κλείνει την εξώπορτα, και να παίρνει το δρόμο για την εκκλησία.
Ο Βαρδής είχε περάσει τα εξήντα. Τα παιδιά του είχαν φύγει, ένα στην πρωτεύουσα και το άλλο στην πόλη. Σπούδασαν, έπιασαν καλές δουλειές, παντρεύτηκαν, έκαναν από δυο παιδιά το καθένα, κι έβλεπαν τους γονείς τους στη χάση και στη φέξη. Το χωριό το είχαν ξεγράψει από το χάρτη. Δεν είχε να τους προσφέρει τίποτα, εκτός από το λάδι της χρονιάς, από τα λίγα χτήματα που είχαν κρατήσει, αφού τα πιο πολλά είχαν πουληθεί. Έτσι μπόρεσαν να πάρουν σπίτια και να χαράξουν τη ζωή τους, όπως εκείνα ήθελαν.
Ο Βαρδής όμως δεν έλεγε να το βάλει κάτω. Εκείνα τα λίγα χτήματα τα δούλευε μόνος του, κόντρα στο ρεύμα όλων των χωριανών, που χρησιμοποιούσαν Αλβανούς, Ρουμάνους και Πακιστανούς γι’ αυτό. Μάζευε τις ελιές, έκαιγε τα κλαδιά, λιπάριζε, όργωνε, κλάδευε, ξανάκαιγε τα κλαδιά, και πότιζε το καλοκαίρι με το βυτίο τα γροθάρια που είχε φυτέψει. Φυσικά στο μάζεμα βοηθούσε και η Θεώνη, αλλά η πιο πολλή δουλειά περνούσε από τα χέρια του.
Πήρε να μιλάει σε κάθε δέντρο που είχε φυτέψει με τα χέρια του. Η μυγδαλιά κι η καϊσιά είχαν ρίξει τα άνθη τους, και προσπαθούσε να δει αν είχαν δέσει καρπούς. Η κυδωνιά την άλλη εβδομάδα θα ήταν νυφούλα. Η καρυδιά κι η κερασιά είχαν μπουμπουκιάσει, κι η ροδιά είχε βγάλει φυλλαράκια. Τα εσπεριδοειδή, είκοσι περίπου, ήταν έτοιμα να ξεδιπλώσουν την ομορφιά και το άρωμα των ανθών τους. Μόνο η καστανιά δεν είχε δείξει σημεία ζωής, αλλά ήταν νωρίς γι’ αυτήν.
Έφτυσε τα χέρια του κι άρχισε τη δουλειά. Βαριά δουλειά το σκάψιμο, θέλει δυνατά χέρια και μέση, θέλει κι υπομονή. Πρώτα έβγαζε τα χορτάρια, τα πετούσε δίπλα στο χωράφι με τις ελιές, και μετά έσκαβε βαθιά κι έσπαζε τους σβόλους, σαν να είχε περάσει φρέζα. Ο ιδρώτας άρχισε να κυλάει στο μέτωπό του, και τον έκανε πιο χαρούμενο. Ήταν ο αχώριστος φίλος του. Με αυτόν συντροφιά, δεν είχε να φοβάται τίποτα.
«Όσο αντέχουν τα χέρια μου και το κορμί μου, δεν πρόκειται να σας αφήσω», συνέχισε την κουβέντα με τα «παιδιά του», τα δέντρα.
Γύρω από κάθε δέντρο σχημάτιζε ένα κύκλο με ακτίνα ενός μέτρου περίπου, σήκωνε το καλοσκαμμένο χώμα στην περιφέρειά του, για να ποτίζεται καλά και να μην πηγαίνει χαμένο το νερό που το πλήρωνε ακριβά. Τώρα άκουγε το κήρυγμα της ημέρας, που ήταν και πανηγυρικός μαζί. Το εκφωνούσε ο Γαβρίλης, ο ψάλτης, συνταξιούχος εκπαιδευτικός.
«Σήμερα τιμούμε τους ήρωες της επανάστασης του 1821», έλεγε με στεντόρεια φωνή, «αυτούς που έχυσαν το αίμα τους για τη λευτεριά του έθνους. Τον πατριάρχη Γρηγόριο τον Πέμπτο, τον Ρήγα Φεραίο, τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη…»
«Ε, όχι και ήρωας αυτός που αφόρισε την επανάσταση, αφόρισε τον Ρήγα και τον Κολοκοτρώνη», εξερράγη ο Βαρδής, «Δεν τα έμαθες καλά τα γράμματα, Γαβρίλη. Αχ, Διονύσιε Σολωμέ, ξέχασαν τα λόγια σου: ότι είναι αληθινό, είναι και εθνικό!»
Συνέχισε το σκάψιμο με πιο πολλά νεύρα τώρα. Δίπλα του πέρασαν δυο κοντοκουρεμένοι νεαροί που μιλούσαν Αλβανικά. Τους ακολουθούσαν τρεις Ρουμάνοι, κρατώντας από ένα μπουκάλι μπύρα στο χέρι ο καθένας. Ο Βαρδής μουρμούρισε σκάβοντας:
«Δε λέω, στον ευλογημένο μας τόπο όλοι χωράνε, αρκεί να τον αγαπήσουν και να γίνουν κι αυτοί Έλληνες. Να δουλέψουν έντιμα, να φωτιστούν από τον ήλιο μας, να μπολιαστούν με Ελλάδα. Αλλά τέτοιο πράγμα δεν βλέπω να γίνεται. Κάποιοι ονειρεύονται την Μεγάλη Αλβανία, τρομάρα τους, κι άλλοι ρημάζουν τον τόπο μας με κλεψιές. Γι’ αυτό πολέμησαν οι ήρωες; Για να τα χαρίζουμε στους ξένους;», οργίστηκε ξανά και τα χέρια του έπιασαν φωτιά.
Η τσάπα είχε γίνει προέκταση των χεριών του, κι έβγαζε όλο του το άχτι πάνω της. Η εκκλησία τελείωσε. Είδε τη γυναίκα του να του φέρνει αντίδωρο. Την ευχαρίστησε μ’ ένα ιδρωμένο φιλί. Τότε πέρασε κι ο Γαβρίλης. Σταμάτησε και του απηύθυνε το λόγο σαν δικαστής:
«Σήμερα γιορτάζουμε, Βαρδή, δεν δουλεύουμε!»
«Γιατί, πότε δουλεύεις εσύ;», τον κάρφωσε αυτός.
«Δούλεψα τριάντα πέντε χρόνια. Τώρα είμαι συνταξιούχος»
«Πολύ καλά. Τα χωράφια σου όμως βάζεις ξένους να τα δουλεύουν. Για σκέψου: Ποιος τιμά πιο πολύ αυτούς τους ήρωες. Εγώ ή εσύ;»
«Τι θες να πεις;», τον ρώτησε με οργίλο ύφος.
«Εγώ, Γαβρίλη, δεν έβαλα Αλβανούς να μαζέψουν τις ελιές μου. Ούτε Ρουμάνους να σκάψουν τον κήπο μου. Ούτε Πακιστανούς να κάψουν τα κλαδιά. Γι’ αυτό πολέμησαν οι ήρωες που ανάφερες στο λόγο σου; Για να ταΐζουμε τους ξένους; Δεν είμαστε σε θέση να τα κάνουμε εμείς αυτά;
Αν δεν μπορούμε, να είσαι σίγουρος πως μια μέρα θα μας τα πάρουν, χωρίς να το καταλάβουμε. Και κάτι άλλο: Στο λόγο σου, μάθε να λες την αλήθεια. Καλή σου μέρα!», του είπε, γύρισε την πλάτη του, και συνέχισε το σκάψιμο.

ΔΕΙΤΕ ΤΑ ΟΛΑ ΣΤΗΝ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ ΑΡΘΡΑ
Του Ανδρέα Πετρουλάκη
Το κλίκ της ημέρας
Του Ανδρέα Πετρουλάκη
oncologists.gr

Πρόσφατα Νέα

Η ΔΙΚΗ ΣΑΣ ΕΙΔΗΣΗ

Στείλτε μας τα δικά σας νέα, φωτογραφίες, σχόλια, σκέψεις, παρατηρήσεις και δείτε τα δημοσιευμένα στο lakonikos.gr και στην ημερήσια εφημερίδα ΛΑΚΩΝΙΚΟΣ ΤΥΠΟΣ
Διεύθυνση e-mail(*)
Μη έγκυρη διεύθυνση e-mail

Περιγραφή(*)
Συμπληρώστε μια περιγραφή για την είδηση σας

Φωτογραφία

Κωδικός Ασφαλείας(*)
Κωδικός Ασφαλείας
Ο κωδικός ασφαλείας είναι λάθος