Γιώργου Ανωγειάτη «Το Λίλιουμ» (ή ο κρίνος της Παναγίας)

γράφει ο Αθανάσιος Στρίκος

Δευτέρα, 16 Απρίλιος 2018 12:28 | | E-MAIL ΕΚΤΥΠΩΣΗ

Δύο νέα βιβλία κυκλοφόρησαν αυτές τις μέρες του γνωστού και από τις στήλες του Λακ. Τύπου Γιώργου Ανωγειάτη. Το ένα με διηγήματα και τίτλο «Χρυσό Ολυμπιακό μετάλλιο» και το άλλο με ποιήματα και διηγήματα και τίτλο «Συνομιλία», από τις εκδόσεις «Αδούλωτη Μάνη-Σειρά Λακωνία Οδός».
 
Δεν κάνω βιβλιοπαρουσίαση. Αυτή θα γίνει τις προσεχείς ημέρες από άλλους ικανότερους και αρμοδιότερους. Αν γράφω τούτο το σημείωμα είναι για να ειπώ δυο λόγια όχι για το βιβλίο συνολικά, αλλά για ένα διήγημα μόνο απ’ το πρώτο βιβλίο που, εμένα τουλάχιστον, με πήρε στα φτερά του και με ταξείδεψε. Αποδεικνύοντας ταυτόχρονα τη μεγάλη ευαισθησία του δημιουργού και ότι και ένα μόνο αρκεί για να φανεί η ομορφιά. (Τρία-τέσσερα ποιήματα του Βάρναλη κι άλλα τόσα του Καβάφη δείχνουν το μέγεθος αυτών των ποιητών. «Οὐκ ἐν τῷ πολλῷ τὸ εὖ ἀλλ’ ἐν τῷ εὖ τὸ πολύ.» Αυτές οι αναδιπλούμενες φράσεις των αρχαίων με τρελαίνουν.)

{Δεν γίνομαι κριτής, βαθμολογητής, αξιολογητής, παρατηρητής κανενός. Ούτε συμφωνώ με τη «μόδα» των παρουσιάσεων βιβλίων, όπως γίνονται ή δια του τύπου, για πολλούς λόγους. Κυρίως όμως γιατί όσα ακούγονται σ’ αυτές, συνήθως γενικά και αόριστα -λίγες οι εξαιρέσεις για να επιβεβαιώνουν τον κανόνα- με κατάλληλες προσαρμογές ταιριάζουν σ’ όλα τα βιβλία, αξίζουν δεν αξίζουν. Ποιός άλλωστε αμφιβάλλει ότι στην εποχή μας έχουμε τόσο μεγάλη βιβλιοπαραγωγή που στο τέλος καταντά βιβλιομαχία. Ώστε και να αξίζουν κάποια πραγματικά τελικά εκτοπίζονται και εξανεμίζονται μέσα στον πληθωρισμό. Αφήστε που ορισμένα πολυσέλιδα παρουσιάζονται χωρίς οι παρουσιαστές τους να τά ’χουν διαβάσει και αυτό φαίνεται.
Ύστερα είναι και το άλλο. Οι παντοειδείς παρόμοιες εκδηλώσεις δεν έχουν σκοπό να ξεδιπλώσουν το περιεχόμενο των βιβλίων αναδεικνύοντας τις αρετές τους, αν υπάρχουν, αλλά να διαφημίσουν τον συγγραφέα κι απόκοντα να προβληθούν οι παρουσιαστές. Αν δε η εκδήλωση είναι τιμητική για κάποιον που έχει αναχωρήσει για το ανεπίστροφο ταξείδι, τότε πια είναι κατά κανόνα πονηρές ανωφέλευτες «ειλικρίνειες» και «υποχρεώσεις», που στόχο και σκοπό έχουν όχι να τιμηθεί ο τιμώμενος αλλά να προβληθούν οι τιμώντες. Χώρια οι αφειδώλευτες και δίχως όρια υπερβολές και συστάσεις, που ακούγονται και παρασύρουν να αγοράσεις το βιβλίο, για να διαπιστώσεις μετά την ανάγνωσή του ότι όσα ακούστηκαν δεν υπάρχουν πουθενά και συ έχασες χρόνο και χρήμα δηλ. εξαπατήθηκες. Και βεβαίως απ’ όλα αυτά η σεμνότητα απούσα.
 
Και πολλές φορές μετά από παρόμοιες εκδηλώσεις είπα: Μπορείς, μάγκα μου, έχεις κότσια εσύ ο παρουσιαστής, απ’ όλο το βιβλίο με διηγήματα ή ποιήματα να πιάσεις ένα από κείνα που εσένα πρώτα ταρακούνησε, σε τάραξε, να το αναλύσεις και ν’ αναδείξεις τις αρετές του; Στον χρόνο που έχεις να κάνεις ένα «μάθημα» και να ταρακουνήσεις με τη σειρά σου και συ το ακροατήριο; Να το πυρπολήσεις; Να σπείρεις σπόρον γερόν στις ψυχές των ακροατών που το βιβλίο έσπειρε πρώτα στη δική σου ψυχή κι εκεί βλάστησε δίδοντας καρπόν εκατονταπλασίονα; Αν μπορείς κάνε το, αλλιώς «σοφὸν τὸ ἐν ἀφανείᾳ ζῆν».}
Δεν θα μιλήσω λοιπόν για το βιβλίο συνολικά και τα είκοσι οκτώ (28) διηγήματα που περιέχει -πώς θα μπορούσα άλλωστε;- αλλά για ένα μόνο απ’ αυτά, πιστός πάντα στη γραμμή που προέταξα, για το οποίο όπως ήδη είπα με πήρε στα φτερά του και με ταξειδεύει.
 
Τίτλος του «το Λίλιουμ». Και είναι αυτό η επιστημονική ονομασία ενός σπάνιου λουλουδιού, κόκκινου κρίνου (lilium chalcedonium επιστημονικά), που ο ήρωάς του αγνοούσε κι είδε μια μέρα ξαφνικά μπροστά του στον Ταΰγετο ανάμεσα σε ρίγανες, αγριόχορτα και χινοπόδια. Που είδε, όπως λέει, το θαύμα.
Όμως ας τα πιάσουμε απ’ την αρχή. Ας προσέξουμε και μεις κι ας τα βάλουμε στη σειρά, όπως ο δημιουργός του. Ας μην του τη χαλάσουμε. Γιατί, πιστέψτε με, εδώ η χαρά κυλάει. «Ποτήρι, κρύσταλλο ακριβό / να το τσακίσεις πάει;» θά ’λεγε ο ποιητής. Όλα βαλμένα στη σειρά με τέχνη υψηλή και τελικό σύνολο αρμονικό, ωραίο, υπέροχο.
Ιδού πρώτα-πρώτα το όνομα του ήρωα, με τον οποίον ο συγγραφέας μπαίνει δυνατά. Άνθιμος. Ίδια σταγόνα άρωμα φυσικό και δροσιά. «Μῦρον ἐκκενωθὲν τ’ ὄνομά του». Και πόσα δεν θα μπορούσαμε να πούμε για τον Άνθιμο!
 
Μετά τα τάματα. Ποιά ήσαν και πώς ένοιωθε όταν εκπληρώνονταν! Κι ήσαν τα τάματα, του Αγίου Ευσταθίου, στις 20 Σεπτέμβρη, «να πηγαίνει στον Ταΰγετο να μαζεύει μωβ κρόκους από ένα κρυφό σημείο». Η ρίγανη που μάζευε στον καιρό της. Και με πόση ευλάβεια την έβαζε να ξεραθή στον ίσκιο πάντα μη χάσει μυρωδιά και χρώμα. Και άλλα της ερωτιάρας γης του Ταΰγετου, χορτάτα νερό από τα σπλάχνα του βουνού, που τα χάριζε κι η χαρά του απ’ το δόσιμο (δόσις ἀγαθή) αλογάριαστη.
Ακόμα και τα τοπωνύμια, πραγματικά ή φανταστικά (Αρκουδιά, Δίβραχα, Μέγα Πλάι) προσεχτικά επιλεγμένα. Και μετά το παράδειγμα με την πέρδικα και πώς η πέρδικα με τη ρίγανη γιατρεύει τη σπασμένη φτερούγα της δεν το ξεχνάς ποτέ. Αν το παράδειγμα είναι δυνατό τυπώνεται μέσα σου και δεν ξεχνιέται. (Τώρα τις πέρδικες τις εξαφάνισε ο Γιώργαρος της Αχλαγιώς. Άλλο και τούτο όνομα.) Κι ύστερα ή κίσσα. Όμορφη πολύ μα και γκρινιάρα σαν τη γυναίκα του.
 
Και φθάνουμε στο θαύμα. Στο Λίλιουμ. Τον κρίνο της Παναγίας που «ο μίσχος ξεπρόβαλε σημαιοφόρος της ομορφιάς». Όμοιος στρατάρχης με κοκκινογάλανη φούντα, θά ’λεγε άλλος ποιητής. Και στην κορυφή του «τρία άλικα λουλούδια ίδιες σταξιές αίμα… Ο ύπερος φλογισμένο σπαθί. Ακούμπησε τον ύπερο και τα δάχτυλά του βάφτηκαν κατακόκκινα. Προσπάθησε να βγάλει το κοκκινάδι αλλά δεν έβγαινε. Και: Πού είσαι Γκρέκο να φτιάξεις μ’ αυτό τ’ αθάνατο κόκκινό σου; Πού είστε Φοίνικες που μας πουλάγατε πορφύρα, πόσο αυτό χίλιες φορές καλύτερο». Και ποιός μπορεί να κλείσει σ’ αυτά την ψυχή απ’ έξω!
Όμως άλλη έκπληξη περιμένει τον αναγνώστη με την περιγραφή του αέρα. «…ψιθύριζε χίλιες δυο λέξεις, μια μουσική που μόνον όποιος την ακούει μπορεί να την καταλάβει… Τη μια νόμιζες πως ήταν φουρτουνιασμένη θάλασσα, την άλλη πυρκαγιά που έκαιγε τα πάντα στο διάβα της, την άλλη κάποιο παραπονιάρικο σκυλί που αλυχτούσε μεσάνυχτα». Ζωγράφισες, φίλε Γιώργο Ανωγειάτη, την ακουστική του δάσους. Διαβάζεις κι ακούς μια χορδή πλοκάμι στα κλαριά που δεν λέει να σωπάσει.
 
Και μετά το σπίτι που πήρε κόκκινη χροιά, όταν μετέφερε εκεί το λίλιουμ, τον κρίνο της Παναγιάς, λες και κάποιος το φώτισε με προβολέα. Ευαγγελισμός αληθινός.
Και το διήγημα κορυφώνεται στο δικαστήριο ή αλλιώς στο όνειρο. Με διαδίκους πρώτα το ίδιο το λουλούδι. Μετά τις ρίγανες. Ύστερα την κίσσα και τέλος την πέρδικα που δεν μπορεί πια να γιατρέψει τη λαβωμένη της φτερούγα, όλα να κατηγορούν τον άνθρωπο που νομίζει ότι είναι το τέλειο πλάσμα. Και οδεύουμε απ’ το κακό στο χείρον. Και «αύριο, αύριο κιόλας ο ήλιος θα γυρεύει παλάμες για τα μάτια του».
 
Και εδώ ο λογοτέχνης βλέπει τον άνθρωπο σαν τον πιο επικίνδυνο κάτοικο της γης. Αυτόν που θα την καταλύσει, θα την διαβρώσει σαν ο καρκίνος τα σωθικά.
Και περπατάει ο Ανωγειάτης με το νου ανάμεσα στα θάματα της φύσης, τον φυτόκοσμο και τον ζωντανόκοσμο, ανάμεσα στα σκίρτήματα. Χάνεται μέσα και χάνεσαι και συ μαζί του.
Μα είναι τόσο σημαντικό να γράφεις για ένα λουλούδι, έστω σπάνιο, που έβλεπε πρώτη φορά(;), ίσως πουν κάποιοι.
 
Ναι. Πώς γράφεις, πώς ένα λουλούδι σε δονεί έχει σημασία. Πώς το είπε ο Χριστός; «Καταμάθετε τὰ κρίνα τοῦ ἀγροῦ πῶς αὐξάνει. Οὐ κοπιᾷ. Οὐδὲ νήθει. Οὐδὲ Σολομὼν ἐν πάσῃ τῇ δόξῃ αὐτοῦ περιεβάλετο ὡς ἕν τοῦτων.» (Μελετήστε τα κρίνα του αγρού πως πολλαπλασιάζονται. Ούτε κοπιάζουν ούτε γνέθουν. Ούτε ο βασιλιάς Σολομών, μ’ όλη του τη βασιλική μεγαλοπρέπεια και δόξα, δεν έχει τη λαμπρότητα ενός απ’ αυτά.) Αφαντάστως μεγαλύτερη από κάστρα, μαυσωλεία, πυραμίδες, παλάτια, όλα έργα τυράννων ή κατακτητών για να επιβληθούν, που πληρώνουμε να τα συντηρήσουμε και κρατάμε ουρά να επισκεφτούμε και να θαυμάσουμε ό,τι τερατώδες. Είναι η τέχνη με τη διαφορετική ματιά. Η διαφορά στην κλίμακα του ωραίου.
 
Με το διήγημα αυτό ο Ανωγιάτης πετυχαίνει ένα αγκάλιασμα ψυχών. Δίνει από τη μια τον κόσμο τον ελεύθερο, τον ωραίο. Κι από τη άλλη, τη δίνη του τρελού νου του ανθρώπου. Που κι αυτός μαλακά κι ωραία ξεκίνησε για τη ζωή και τώρα δεν προφταίνεται και δεν χορταίνει. Έτσι δεν άφησε ούτε πέρδικα ούτε ρίγανη. Τελειώνεις το διήγημα και η μουσική του, πένθιμη και χαρούμενη, συνεχίζει να παίζεται μέσα σου με χίλιους τρόπους, όργανα και ήχους.
Στο διήγημα στέκεσαι σε στάση προσοχής και χαιρετάς το Λίλιουμ και τον δημιουργό του. Πρωτοπάρθενο όραμα είναι. Και σε τούτο το έργο τέχνης περισσεύουν πολλά, προπάντων οι φτερούγες. Ένα κομμάτι ξάστερου ουρανού που σε κάνει να νοιώθεις την ανατριχίλα της γνήσιας συγκίνησης, φέρνει τη λαχτάρα μπροστά στα μάτια σου.
Αυτό ήταν το δικό μας «μάθημα» σήμερα για το Λίλιουμ του Γιώργου Ανωγειάτη. Εύγε φίλε Γιώργο. Σε συγχαίρω και θαυμάζω την τέχνη σου. Υποκλίνομαι μπροστά στη μεγαλοσύνη της. Να είσαι πάντα καλά. Με αγωνία και αγάπη περιμένουμε και άλλα καλύτερα.

Σημ. Καλό θα ήταν το Λίλιουμ να δημοσιευτεί και στον Λακωνικό Τύπο για να πιούν οι αναγνώστες απ’ την πηγή κι όχι από φωτογραφία ανάλυσης ή κριτικής που δεν σε ξεδιψά.

ΔΕΙΤΕ ΤΑ ΟΛΑ ΣΤΗΝ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ ΑΡΘΡΑ
του Ηλία Μακρή
Το κλίκ της ημέρας
του Ηλία Μακρή
oncologists.gr

Πρόσφατα Νέα

lakonikos.gr diakopes

Η ΔΙΚΗ ΣΑΣ ΕΙΔΗΣΗ

Στείλτε μας τα δικά σας νέα, φωτογραφίες, σχόλια, σκέψεις, παρατηρήσεις και δείτε τα δημοσιευμένα στο lakonikos.gr και στην ημερήσια εφημερίδα ΛΑΚΩΝΙΚΟΣ ΤΥΠΟΣ
Διεύθυνση e-mail(*)
Μη έγκυρη διεύθυνση e-mail

Περιγραφή(*)
Συμπληρώστε μια περιγραφή για την είδηση σας

Φωτογραφία

Κωδικός Ασφαλείας(*)
Κωδικός Ασφαλείας
Ο κωδικός ασφαλείας είναι λάθος