Το μεράκι (Μια άλλη γλωσσική προσέγγιση)

Παρασκευή, 14 Δεκέμβριος 2018 21:22 | | E-MAIL ΕΚΤΥΠΩΣΗ

Πήρα μια εφημεριδούλα. Τριμηνιαία έκδοση ενός Συνδέσμου χωριού, που πολύ το αγαπώ αυτό το χωριό με την εφημερίδα του και όλα τα δικά του. Δεν ενδιαφέρει να ειπώ περισσότερα. Είμαι όμως δεμένος μαζί του.
Κι όταν την παίρνω -το εφημεριδούλα τό ’γραψα από τρυφεράδα, γιατί από πλευράς ποιότητος θα τη ζήλευαν πολλές- τη διαβάζω απ’ την αρχή ως το τέλος μοναναπνιάς.
Τούτη τη φορά όμως είχε και κάτι που με εξέπληξε. Έγραφε για κάποιον του χωριού -διακόσιοι κάτοικοι όλοι κι όλοι και το χειμώνα μετρημένοι στα δάχτυλα- Γιώργος το όνομα, μεγάλος άνθρωπος και ολιγογράμματος, άρχοντας όμως, που δημιούργησε σ’ εκείνο το ορεινό χωριό τί νομίζετε; Λαογραφικό Μουσείο !
Και γι’ αυτό γράφει στην εφημερίδα μια κυρία, Μαρίνα αυτής το όνομα. Και του Μουσείου «Ζαχαρού». (Όλα υπάρχουν με τα ονόματά τους. Χωρίς όνομα δεν είναι τίποτα.) Από το όνομα της γειτονιάς το ʺΖαχαρούʺ, όπου το σπίτι του δημιουργού και στέγασης του Μουσείου στο έμπα του χωριού.
Τόσο πολύ εντυπωσιάστηκα που στους συντελεστές, συλλέκτη και ερανιστή των εκθεμάτων, στην κυρία που γράφει και στον εκδότη της εφημερίδας θέλησα να στείλω ένα γράμμα και να τι τους γράφω:
«Λέξεις όπως λαογραφικό Μουσείο, ʺΖαχαρούʺ τ’ όνομά του κι ό,τι γι’ αυτό γράφεται από τη Μαρίνα, όλα καλοβαλμένα και προσεγμένα, μαζί με πολλά απ’ τα ονόματα των εκθεμάτων, κυρίως αυτά, ηχήσανε στ’ αυτιά μου σαν κλειδιά που ανοίγουνε χώρους μαγικούς.
Σας ευχαριστώ και σας συγχαίρω όλους και προπαντός το Γιώργο, γιατί διαθέτετε υψηλή αισθητική και καλλιέργεια. Και διότι δεν είναι καθόλου εύκολο ούτε λίγο να υψώνεις ιερό -Μουσείο, γιατί αυτό είναι το μουσείο, ναός δηλαδή προς τιμήν των Μουσών- σ’ ένα μικρό χωριό ή όπου αλλού και αυτό έκανε ο Γιώργος.
Όταν βγήκε το πρωί απ’ το σπίτι του κι είδε εκείνους που περνάγανε, τους πατεράδες μας, τους παππούδες μας τους προπαππούληδές μας, τους είπε ʺκαλημέραʺ με την καρδιά του και τον καλημέρισαν κι εκείνοι, γιατί θέλησε να νιώσει λεύτερος. Διότι αυτό πέτυχε με το Μουσείο του. Έδωσε τη δύναμη της ψυχής και του πνεύματός του με φλόγα δική του, χωρίς να του το ειπεί κανείς, και χωρίς να είναι δούλος κανενός. Είναι αυτή η δύναμη της Μούσας. Δηλαδή η απόλυτη ελευθερία εκφράσεως. Μέσα από τις ανάγκες, τις συγκρούσεις, τα καθήκοντα, τον πόνο να πετάγεται φωτιά. Είναι αυτό που ονομάζω Μούσα.
Τί σημασία λοιπόν έχει αν υπάρχουν πολλά παρόμοια στην Ελλάδα; Άλλη μια φορά συγχαίρω το Γιώργο και τη Μαρίνα που το ανέδειξε με την εφημερίδα καθιστώντας μας κοινωνούς και μετόχους σ’ ένα πραγματικά γνήσιο έργο πολιτισμού. (Οι παντοειδείς εκδηλώσεις που σκεπάζουν καλοκαίρια και χειμώνες στη ρηχή και θορυβώδη εποχή μας, πάνε νομίζω πίσω τον πολιτισμό μας και δεν αφήνουν ίχνη.)
Αυτό είναι το ένα. Το άλλο για να ειπώ ευκαιριακώς κάτι στη Μαρίνα και σ’ όλους. Κι ας μην το πάρει ως συμβουλή, απεχθάνομαι συμβουλές και συμβουλάτορες. Άλλωστε η συμβουλή είναι μια τέχνη σαν την προπαγάνδα και πρέπει να ξέρεις να τη δώσεις, διαφορετικά έχει αντίθετα αποτελέσματα. Κι εγώ σ’ αυτήν την τέχνη υστερώ απελπιστικά. Μα, ούτε και υπόδειξη είναι. Λέγεται, έτσι για την παρέα και για να ειπώ και γω κάτι. Όπως τότε, παιδάκια πέστε στο σχολειό, που το καθένα σήκωνε το χεράκι του για να ειπεί το δικό του. Έτσι δείτε τη αυτή μου την παρέμβαση.
Λέω λοιπόν, Μαρίνα, πριν γράψουμε για οποιαδήποτε λέξη, είναι τούρκικη, σλάβικη, ιταλική, μεσαιωνική ή ο,τιδήποτε άλλο, να σκεφτόμαστε πρώτα μήπως είναι ελληνική. Ιδίως αν πρόκειται για λέξεις ιδιωματικές του χωριού και των γύρω χωριών μα και χωριών οποιασδήποτε ελληνικής περιοχής.
Να στήνουμε αυτί, κόρη μου (γέροντας είναι αυτός που σου μιλεί), να αφουγκραζόμαστε. Και είναι σχετικά εύκολο εμείς οι Έλληνες ν’ αγροικήσουμε τη φωνή της. Γνώριμη μας είναι αυτή η φωνή.
Έτσι μου φαίνεται πρέπει να προσεγγίζουμε τις λέξεις πριν πάμε ακόμα και στα λεξικά. Κι όσο τούτη η θεά η γλώσσα -Θεός είν’ ο Λόγος- ομιλεί, τόσο τα λόγια της πηγαίνουν βαθειά στην ψυχή και την καρδιά. Και αν φτάσει να σου αποκαλύψει, να σου χαρίσει κάτι από την παρθενιά της, πα να πει να σου δείξει τα μύχια της ψυχής της, τη ρίζα της, τρελαίνεσαι απ’ το κάλλος και την ομορφιά, όπως η βοϊδόμυγα τρελαίνει το βόιδι. Είναι τούτο πες ο οίστρος των ποιητών, η ιερή μανία. Η δύναμη της Μούσας, το μεράκι.

Η λέξη μεράκι: για το μεράκι λοιπόν ήθελα να σου πω Μαρίνα. Για το μεράκι όλα τούτα που τό ’γραψες τούρκικο και πολύ το αδίκησες.
Όχι κόρη μου, δεν σε παρεξηγώ. Σε παρέσυρε κι εσένα ο ʺεθνικός μας γλωσσολόγοςʺ, που το γράφει τούρκικο και οι άλλοι λεξικογράφοι όλοι, καίτοι είναι όπως θα δούμε, ελληνικότατο. Και το λένε τούρκικο το μεράκι γιατί δεν άκουσαν ποτέ αυτοί -το λέω μετά λόγου γνώσεως- τη γνήσια και αυθεντική εκείνη φωνή που ακούγανε οι γιαγιάδες μας απ’ τις δικές τους και την κουβαλήσανε ατόφια τη λέξη από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα, μάνα τη μάνα και ίδια όπως την έφερνε το αγέρι που τους δρόσιζε τα πρόσωπα. Όπως το τραγούδι φτέρωνε την ψυχή. Και τη χαϊδολογήσανε. Την κάνανε χαϊδευτικό, υποκοριστικό, όπως θες πες το.
Σ’ άλλον καιρό με απασχόλησε η λέξη μεράκι και να τι βρήκα: (Είμαι έτοιμος να δεχτώ όλου του κόσμου τις αντίθετες γνώμες, αλλά να βασίζονται).
Και πρώτα πρώτα τί σημαίνει μεράκι που ο κ. Μπαμπινιώτης, αλλά και ο Ανδριώτης στο ετυμολογικό λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής Β’ έκδοση Θεσ/νίκη 1967, Ιδρύματος Μανώλη Τριανταφυλλίδη και ο Πάπυρος λεξικό της ελληνικής γλώσσας, αρχαίας, μεσαιωνικής, νέας τόμος 6ος και άλλοι το γράφουν τούρκικο merak.
Σημαίνει έντονη επιθυμία, κυρίως ερωτική, κι έχει συνώνυμα τον πόθο και τη λαχτάρα. Έτσι λένε και καθόλου μ’ αυτά δεν διαφωνώ.
Όμως το μεράκι ως λέξη και ό,τι εκφράζει (σημαίνον-σημαινόμενον), δεν είναι ο αρχαίος ἵμερος, που σημαίνει τα ίδια ακριβώς όπως οι ίδιοι γράφουν στα λεξικά τους; Και ο ίμερος από το αρχαίο ρήμα (ομηρικό) ἱμείρω που σημαίνει επιθυμώ σφοδρώς, ποθώ. Και ἱμερόεις -εσσα = ο διεγείρων ίμερον, επιθυμία, ο αγαπητός, ο ποθητός, ο θελκτικός.
Και πώς ο ίμερος έγινε μεράκι, θα ρωτήσει κάποιος; Απλό. Πολύ απλό και η γλώσσα μας το συνηθίζει. Όπως ακριβώς η έλαφος έγινε ελαφάκι και λαφάκι, η έριφος (το ερίφιον), εριφάκι και ριφάκι, η Ειρήνη, Ειρηνάκι, Ρηνούλα και Ρηνάκι, η Ελένη, Ελενάκι, Λενάκι, το έλαιον, λάδι και λαδάκι και χίλια άλλα. Τούρκικα είναι αυτά; Ας απαντήσουν οι γλωσσολόγοι.
Και επειδή μπορεί να πείτε ότι αυτά δεν είναι σαν τον ίμερον αλλά έχουν υλική υπόσταση, θυμίζω τον Σολωμό, εκεί που ο ολίγος έγινε ολιγάκι και λιγάκι (σ’ ολίγον σ’ ολιγάκι δε λέει;) και λιγουλάκι. Και ο Κορνάρος στον Ερωτόκριτο ολιγούτσικος. Το τραγούδι στο περπάτημα. Και ο ίμερος, ιμεράκι, μεράκι με σίγηση του αρχικού φωνήεντος (ημεροδούλι -μεροδούλι, ημεροκάματο -μεροκάματο και μεροκαματάκι κ.ά.)
Το ίδιο γίνεται και με το μερακλής και όλα τα ομοειδή. Και η κατάληξη -κλης από το κλέος, όπως Ηρακλής, Περικλής, Καλλικλής, Νεοκλής, Ετεοκλής. Ο ευγενής, ο υψηλός πόθος. Έτσι έγινε κι αυτό. Και τέτοιος μερακλής είναι ο Γιώργος, όπως λες.
Ένα παρεμφερές υπέροχο παράδειγμα, κόρη μου, είναι το σταβάρι, που επίσης τό ’χεις στο κείμενό σου, στα εξαρτήματα τ’ αλετριού. (Για τη σίγηση του αρχικού φωνήεντος μιλώ). Το ξύλινο στέλεχος και δεξιά κι αριστερά τα ζώα.
Αυτό το εξάρτημα, το σταβάρι, είναι ως γνωστόν ο αρχαίος ἱστοβοεύς (ιστός + βόες) του Ησιόδου. Κι έγινε σταβάρι, όπως κοντάρι, σαμάρι, ξυνάρι, φτυάρι, αρνάρι (η ράσπα, ο ξυλοφάγος), κλινάρι (κατάληξη -αρι και σίγηση του αρχικού φωνήεντος). Ευτυχώς το σταβάρι σώθηκε και δεν το λένε τούρκικο οι γλωσσολόγοι. Δεν γλύτωσε όμως το λιμάνι που το γράφουν αντιδάνειο απ’ το τούρκικο λιμάν. Και δεν σκεφτήκανε ότι ο αρχαίος λιμήν-λιμένος στα Δωρικά ήταν λιμάν. (Όπου ο Αττικός είχε ήτα ο Δωριεύς είχε άλφα. Π.χ τὰν Σπάρταν (την Σπάρτην) λέει ο Τυρταίος, ο Δήμος στα Δωρικά ήταν Δάμος, ο λιμήν λιμάν, η αλήθεια αλάθεια και σήμαινε την άρση του λάθους, άλφα στερητικό και λάθος. Και τη νάκα έτσι ακριβώς την έλεγαν οι Δωριείς ενώ οι Αθηναίοι νάκη). Έτσι και μεις με το μεράκι και τον μερακλή και τα υπόλοιπα κάναμε άρση του λάθους που ενοχλεί, πονεί, πεδουκλώνει και δεν αφήνει ελεύθερη τη σκέψη.
Θα τελειώσω, Μαρίνα με το μπεσίκι, που κανονικά πρέπει να το γράφουμε μπαισίκι, το αρχαίο εμ-βαίνω είναι δηλ. μπαίνω μέσα, παράγωγο του μπαίνω. Γιατί εκεί έμπαινε, έβαζαν το μωρό. Όπως, κι αυτές ιδιωματικές λέξεις, μπαιρέσι (μπερέσι = το ολάνοιχτο, το παντελώς ελεύθερο), ο μπαίσικος (μπέσικος = τελείως ελεύθερος, που μπορεί καθένας να μπει), η μπαισικιώνα (μπεσικιώνα = ο τόπος που μπορεί κάποιος να μπάσει το κοπάδι του ελεύθερα να βοσκήσει δηλ. η αμολυσιώνα που δεν αμποδιέται από κανέναν κλπ κλπ).
Να είστε όλοι καλά και νά ’χετε ελληνικά μεράκια. Κι όποιος φέρει πειστικότερη άποψη εμείς θα τηδεχθούμε, αν όμως επιμένουν στο τούρκικο ας μας πουν ο Τούρκος πού το βρήκε, αλλιώς να πάψουμε να λέμε το μεράκι τούρκικο και να απαιτήσουμε τα λεξικά τους να διορθωθούν. Ζητώ πολλά; »
Κάποτε οι καθαρευουσιάνοι καθάρισαν τη γλώσσα από τα ξένα στοιχεία και τους το αναγνωρίζουν όλοι. Τώρα ήρθε η ώρα να πάμε στις ρίζες των λέξεων και να τις αποκαταστήσουμε ετυμολογικά.

Υστερ. Γλυκὺς ἵμερος λέει ο Πίνδαρος. Και ο δικός μας Αλκμάν, το άγαλμα του οποίου κοσμεί την οδό των ποιητών στο Σαϊνοπούλειο λέει: Μῶσ’ ἄγε Καλλιόπα, θύγατερ Διὸς / ἄρχ’ ἐρἀτων ἐεπέων / ἐπὶ δ’ ἵμερον ὕμνῳ καὶ χαρίεντα τίθη χορόν. (Εμπρός θεά μούσα Καλλιόπη, κόρη του Δία. Άρχισε ερωτικά τραγούδια. Δώσε πάθος στους ύμνους μας και χάρη στο χορό μας.)

ΔΕΙΤΕ ΤΑ ΟΛΑ ΣΤΗΝ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ ΑΡΘΡΑ
του Ανδρέα Πετρουλάκη
Το κλίκ της ημέρας
του Ανδρέα Πετρουλάκη
oncologists.gr

Πρόσφατα Νέα

Η ΔΙΚΗ ΣΑΣ ΕΙΔΗΣΗ

Στείλτε μας τα δικά σας νέα, φωτογραφίες, σχόλια, σκέψεις, παρατηρήσεις και δείτε τα δημοσιευμένα στο lakonikos.gr και στην ημερήσια εφημερίδα ΛΑΚΩΝΙΚΟΣ ΤΥΠΟΣ
Διεύθυνση e-mail(*)
Μη έγκυρη διεύθυνση e-mail

Περιγραφή(*)
Συμπληρώστε μια περιγραφή για την είδηση σας

Φωτογραφία

Κωδικός Ασφαλείας(*)
Κωδικός Ασφαλείας
Ο κωδικός ασφαλείας είναι λάθος