Μακεδονία ξακουστή του Αλεξάντρου η χώρα

Δευτέρα, 08 Απρίλιος 2019 20:49 | | E-MAIL ΕΚΤΥΠΩΣΗ

Σήμερα Κυριακή πρωί 17/3/19, ο γνωστός παρουσιαστής του ΣΚΑΪ έλεγε ότι τιμώρησαν ένα φαντάρο στη Μακεδονία ή κάπου αλλού, που τραγουδούσε το τραγούδι Μακεδονία η Ξακουστή. Τον έδειξε κι όλας στην οθόνη να το τραγουδάει. Είναι άραγε τόσο κακό αυτό; Αυτά γράφει η συμφωνία μας, με τη μικρή γειτονική μας χώρα;
Η θύμησή μου γύρισε πίσω 64 χρόνια, σ’ ένα περιστατικό του 1955, στο Κ.Ε. Κορίνθου, όπου είχα παρουσιαστεί φαντάρος, εκείνα τα χρόνια μετά τον εμφύλιο. Μόλις είχαμε επιστρέψει απ’ τα εξαμίλια με τα πόδια και τραγουδάγαμε ζωηρά, περπατώντας ανάμεσα στα κτίρια της στέγης μας, με σφιγμένες τις γροθιές και τα χέρια πάνω απ’ τον ώμο μας. Λέγαμε το τραγούδι «τη λένε Βόρειο Ήπειρο, την αγαπώ πολύ». Ξαφνικά έρχεται ο αξιωματικός βολής και με βγάζει έξω απ’ την πορεία, διότι δήθεν δεν τραγουδούσα πολύ ζωηρά εκείνο το τραγούδι. Και σκέπτομαι εγώ τώρα. Να γιατί χάσαμε τη Βόρειο Ήπειρο, επειδή δεν τραγουδούσα εγώ εκείνο το τραγούδι ζωηρά, κουρασμένος όπως ήμουνα απ’ την μεγάλη πορεία. Ίσως έτσι να χάσαμε αργότερα και τη Βόρειο Κύπρο, γιατί κάποιος άλλος εκεί φαντάρος, δεν τραγουδούσε ζωηρά κάποιο άλλο ανάλογο τραγούδι.
Το πιθανότερο είναι, ότι εκείνη την εποχή του ψυχρού πολέμου, με συνόδευε κάποιο χαρτί απ’ το χωριό μου, γιατί ό ίδιος αξιωματικός, μου στέρησε μια 10ήμερη άδεια που κέρδισα στο πεδίο βολής, απαντώντας σωστά σε κάποιες ερωτήσεις του, πάνω στη λειτουργία του όπλου που κρατούσε. Θα μου επιτρέψετε φίλοι αναγνώστες να αναφερθώ σε ένα ακόμα περιστατικό, των τελευταίων μηνών της θητείας μου των 26 μηνών, στο στρατόπεδο Καρατάσσου, στη Θεσσαλονίκη αυτή τη φορά, στη Μακεδονία των ξακουστή μας.
Την άνοιξη του 1957, με κάλεσε ο Διοικητής στο γραφείο του. Αφού τον χαιρέτισα, εκείνος κοιτούσε κάτι χαρτιά και απευθυνόμενος σε μένα, μου λέει: «Είσαι κόκκινος Δημητρακόπουλε». «Ναι του απαντώ αυθόρμητα, η έμοιασα της μάνας, μου που είχε κόκκινα μάγουλα. Άλλωστε τρώω και πολλά πορτοκάλια». Αυτήν την κοκκινίλα νόμισα ότι εννοούσε, αφούεν τω μεταξύ είχα γίνει κόκκινος, σαν την παπαρούνα. «Από πού είσαι μου λέει μαλακά». «Από τη Σπάρτη, από την Τρύπη της Σπάρτης». «Από τη Σπάρτη θα έχετε πολλά πορτοκάλια εκεί! Δεν σε θέλω τίποτε άλλο παιδί μου, πήγαινε στο θάλαμό σου, και να τρως λιγότερα πορτοκάλια» κλπ, κλπ.
Με το περιστατικό αυτό το δικό μου, ασχολήθηκε ο φίλος μου Αθαν. Στρίκος στον Παρατηρητή την 24/4/2013 και τον ευχαριστώ γι’ αυτό. Παρέθεσε κι’ ένα δικό του περιστατικό απ’ το Γυμνάσιο της Δημητσάνας, σε τρεις συνέχειες και τα ξαναδιαβάζω όταν μου δίνεται η ευκαιρία να θυμάμαι τα πάθη μας εκείνου του καιρού.
Έχω πολλά ακόμα να γράψω για την 10ετία του 40, του 50, 60, 70, 80 εκεί να δείτε τί έγινε στο μεγάλο φαγοπότι. Τώρα θα περιγράψω ένα ακόμα περιστατικό της 10ετίας του 40 που συμπεριλαμβάνεται στην επιστολή μου της 13/4/2003 των 11 σελίδων με σημαντικούς αποδέκτες. Είμαι ευτυχής φίλοι αναγνώστες που τα έγραψα αυτά και τολμούσα να τα κοινοποιήσω και μερικά ίσως αποτελέσουν ύλη, για την έκδοση κάποιου βιβλίου, εν καιρώ.
Ξημερώματα πρωτοχρονιάς του 1948, η μητέρα μου ετοιμάζει λουκουμάδες στη μικρή κουζίνα μας. Στο δρόμο κατηφορίζουν δύο αντάρτες μεθυσμένοι και τραγουδώντας πλησιάζουν στο σπίτι μας. «Ρε Γιώργαινα, πούσε μωρή, για βγες έξω που σε θέλουμε» «πάρε παιδί μου την κανάτα και δυο ποτήρια, πήγαινε στο κατώι, βάλε κρασί να τους κεράσεις, δεν ακούς που είναι μεθυσμένοι! Και βγήκαμε και οι δύο στο γεφυράκι, πάνω απ’ τον δρόμο, που ήτανε οι αντάρτες και με μια ξύλινη σκάλα οδηγούσε στο κατώι του άλλου σπιτιού. «Πού είναι ο άντρας σου μωρή, γιατί πρόδωσε τον αγώνα και κρύβεται»; Είναι γεγονός ότι ο πατέρας μας στο δεύτερο αντάρτικο κρυβόντανε και από τις δύο παρατάξεις. Δεν συμφωνούσε μ’ αυτόν τον εμφύλιο, είχε και έξι παιδιά να θρέψει, τα τρία κορίτσια της παντρειάς. Η μητέρα μου, η μικρή και άμυαλη κατά τη γιαγιά, ήτανε τώρα μεγάλη, πανταχού παρούσα και τους τα έλεγε όλων αριστερών και δεξιών έξω απ’ τα δόντια και έτρεχε μετά ο πατέρας μας να την γλυτώσει απ’ τις φυλακές και το στρατοδικείο αργότερα στην Τρίπολη, όπου αθωώθηκε.
Εκεί βρέθηκε ο δεξιός Δικηγόρος Γιάννης Τουρκοβασίλης, ανέλαβε την υπόθεσή της, μας παρεχώρησε τη βίλα του, οδός Καλαμών και γλυτώσαμε εκείνα τα πέτρινα χρόνια 1949-50 που θα τα περιγράψω, άλλη φορά, που δείχνουν φίλοι αναγνώστες, ότι, έκαστο νόμισμα έχει πάντα δύο όψεις, όπου κι αν ανήκει κανείς, στη δεξιά ή την αριστερά.
Επανέρχομαι στην πρωτοχρονιά του 1948, στην κάτω Χώρα της Τρύπης, η μητέρα μας πάνω στο γεφυράκι, οι αντάρτες κάτω στο δρόμο και συζητούν έντονα. «Ο άντρας μου σηκώθηκε πρωί-πρωί και πάει στο κτήμα να δουλέψει. Δεν ξενυχτάει όπως εσείς πίνοντας κρασί». Ανοίγω την αυλόπορτα με το κρασί στο χέρι να τους κεράσω. Σηκώνει ό ένας το δίκαννο να την κτυπήσει πάνω στο γεφυράκι. Ο άλλος του κατεβάζει με ορμή το όπλο και εκπυρσοκροτεί στον τοίχο, στη μεριά τη δική μου, που περίμενα με γιομάτα τα ποτήρια.
Πολλά απ’ τα σκάγια επιστέφουν στα πόδια μου και στα γεννητικά μου όργανα, όπου παραμένουν ακόμα και μου θυμίζουν εκείνο το περιστατικό. Είναι και η φαγούρα που νιώθω σ’ εκείνο το σημείο γιατί το μολύβι των σκαγιών με τα χρόνια δημιουργεί αυτήν την αίσθηση, μου έχουν πει διάφοροι. Περιμένω έναν χριστιανό αναγνώστη να με συμβουλέψει για ν’ απαλλαγώ κι απ’ αυτήν την φαγούρα. Σε Νοσοκομείο δεν πατάω, ντρέπομαι να τους δείξω το πρόβλημα, εκεί όπου ευρίσκεται. Ας παραμείνει όπως έχει να θυμάμαι την 10ετία του 40 που με τα όπλα ήθελαν να πάρουν την εξουσία, ενώ οι μεγάλοι τα είχανε μοιράσει. Ο πατέρας μου ήτανε ενημερωμένος, ότι η υπόθεση ήτανε χαμένη για τους αριστερούς, από πρώτο χέρι, και δεν συμμετείχε. Αρκετά τράβηξε η οικογένειά μας στην Κατοχή.
Όταν πήρε την εξουσία το 2015, υπερτίμησε την δύναμή της στην Ευρώπη και πήγε με τσαμπουκά να διεκδικήσει αυτά που όντως μας ανήκουνε, αλλά δεν τα κατάφερε. Σήμερα τα δίνει όλα και ο λαός τους αποδοκιμάζει, εδώ και στα πέρατα του κόσμου, την 25/3/2019, το εμβατήριο Μακεδονία Ξακουστή παιάνισε σε όλην την Ελλάδα με ιαχές απ’ το λαό ΕΛΛΑΣ-ΕΛΛΑΣ-ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ. Κάτι τέτοιο άκουσα σήμερα από μακριά στη Σπάρτη να γίνεται κοντά στους επισήμους.