Επιτελικό κράτος και ΕΥΠ

Δευτέρα, 12 Αύγουστος 2019 20:20 | | E-MAIL ΕΚΤΥΠΩΣΗ

Η ιστορία, η συστηματική μελέτη συνηθειών, καταστάσεων και πρακτικών του παρελθόντος γραμμένη κατά περιόδους από αυτούς που είχαν το πάνω χέρι και την εξουσία, σε μεγάλο βαθμό προσεγγίζει και καταγράφει την αληθινή πορεία και εξέλιξη των πραγματικών γεγονότων που σημάδεψαν τις περασμένες εποχές και κοινωνίες. Η συγκέντρωση στα χέρια του ηγεμόνα όλων των υπερεξουσιών του κράτους, εκτός από τις κυριαρχικές ολοκληρωτικές αντιλήψεις και θεωρήσεις, φανερώνει και την έλλειψη εμπιστοσύνης σε ικανά και άξια στελέχη, ακόμη και στους πιο στενούς συνεργάτες, αλλά και αισθήματα αβεβαιότητας και ανασφάλειας, όταν τα προβλήματα γίνονται πολύπλοκα και απαιτούν συγκροτημένη σκέψη, ολοκληρωμένη σε βάθος εξέταση, διαβούλευση, ανταπόκριση και απόφαση. Το αποκεντρωμένο κράτος, που έκανε ολοένα μικρά αλλά σταθερά βήματα μπροστά και ήταν πάγια επιδίωξη όλων των φορέων της κοινωνικής ζωής, φαίνεται να συρρικνώνεται, αφού όλες οι εξουσίες συγκεντρώνονται στα χέρια ενός και στην επιλεγμένη από τον ίδιο πολιτική ομάδα (παλιότερα αυλή). Η νέα αυτή προσαρμογή, που αποτελεί πρωτοφανές θεσμικό έλλειμμα για τα ελληνικά κοινοβουλευτικά πολιτικά δεδομένα, παραπέμπει σε μορφές συγκαλυμμένης μοναρχίας, τότε που οι αποφάσεις του «φωτισμένου» ηγέτη ήταν διαταγές και στις οποίες όφειλαν όλοι να υπακούουν και να τις εφαρμόζουν, χωρίς δισταγμούς, αντιρρήσεις και αντιδράσεις.
«L’etat, c’est moi» (Το κράτος είμαι εγώ), είπε ο Λουδοβίκος XIV το 1655 στην Παρισινή βουλή εκφράζοντας έτσι τη δυσπιστία του στις αποφάσεις των βουλευτών υπενθυμίζοντας τη βασιλική υπεροχή. Δεν ανανέωσε (κατάργησε) τη θέση του πρωθυπουργού, συγκέντρωσε όλες τις εξουσίες και έγινε ο απόλυτος ευρωπαϊκός μονάρχης. Όμως σιγά-σιγά κατανόησε την αδυναμία του στη διαχείριση της χώρας του και παραχώρησε σημαντικούς ρόλους σε εκλεκτά στελέχη, τα οποία συνέβαλαν καθοριστικά στην ανάπτυξη του Γαλλικού κράτους. Παρότι δεν έχει σχέση εκείνη η εποχή με τη σημερινή, οι διαφαινόμενες τάσεις κάνουν τους δικούς τους συνειρμούς, έχουν τη δική τους συσχέτιση και συνάφεια.
Και επειδή το κράτος είναι γραφειοκρατικό και αναποτελεσματικό πρέπει να γίνει συγκεντρωτικό για να είναι λειτουργικό; Για την προώθηση και την εξέταση των προτάσεων περί ταχύτητας, διαφάνειας, συνεργασίας, ελέγχου και λογοδοσίας, αποδοτικότητας και οικονομίας, περιορισμού της πολυνομίας, εισαγωγής κανόνων αμεροληψίας, καταπολέμησης του κομματισμού, λιγότερων υπογραφών για τη χορήγηση οποιασδήποτε άδειας κ.λπ., που έχουν κατατεθεί πολλές φορές στο παρελθόν, ήταν ανάγκη να αλλάξει το μοντέλο της διακυβέρνησης; Η υποβάθμιση ή και κατάργηση της δημόσιας διαβούλευσης και των ανεξάρτητων αρχών, θεμέλια της δημοκρατίας για δεκαετίες κόντρα και στις ευρωπαϊκές οδηγίες και οι νέοι διορισμοί ημετέρων και αρεστών, δεν αναιρούν τους πάγιους δημοκρατικούς κανόνες και τις λεκτικές αναφορές περί μη κομματικοποίησης του κράτους; Η αναβίωση παλιών αντιλήψεων και πρακτικών καταδικασμένων σήμερα στη συνείδηση των Ευρωπαίων πολιτών μεγεθύνει το πεδίο της αμφιβολίας και εγείρονται ερωτηματικά για τον λόγο,
που συγκεντρώνονται όλες οι εξουσίες του κράτους σε ένα μόνο άτομο. Η έμμεση αμφισβήτηση του πολιτεύματος της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας και η εγκαθίδρυση στην πράξη της πρωθυπουργικής αγγίζει τα όρια της αντισυνταγματικότητας, κάτι που δεν προοιωνίζει θετικά μηνύματα για το μέλλον. Μόνο ο ΠτΔ που θα εκλέγεται άμεσα από τον λαό (προεδρική δημοκρατία, θέση και του αείμνηστου Κ. Μητσοτάκη), θα μπορούσε να έχει τόσες αρμοδιότητες. Μήπως στο πίσω μέρος του μυαλού έχουν συσσωρευτεί απρόβλεπτες και αδιαφανείς σκοπιμότητες;
Η ιδιωτικοποίηση των πάντων είναι φανερή επιδίωξη της νέας Κυβέρνησης, με τον ορμητικό ιδιωτικό οδοστρωτήρα να ισοπεδώνει ικανότητες και αξίες δημόσιων λειτουργών και στελεχών. Η φιλοσοφία της οργάνωσης του κράτους με όρους της αγοράς, με μετακλητούς ιδιώτες από το κεφαλαιοκρατικό σύστημα είναι μια γενική θεώρηση, από την οποία δεν προέκυψε κάτι θετικό κατά το πρόσφατο παρελθόν, αφού κατά κύριο λόγο οι ασύδοτες και ανεξέλεγκτες ιδιωτικές επιχειρηματικές πρωτοβουλίες συνεπικουρούμενες από πολιτικούς πάτρωνες έριξαν τη χώρα στα βράχια. Εκείνο όμως το οποίο είναι επιλήψιμο, δεν μπορεί να κατανοηθεί και να γίνει αποδεκτό είναι ο διορισμός ως διοικητή της ΕΥΠ, ενός προσώπου που προέρχεται από ιδιωτική εταιρία υπηρεσιών ασφάλειας, την πολυεθνική G4S, πρώην φύλακα της Αμερικάνικης πρεσβείας, καταδικασμένου για συκοφαντική δυσφήμηση δημοσιογράφου.
Τα εκβιαστικά ερωτήματα που πρέπει να απαντηθούν είναι:
_Ένα πρόσωπο με τα παραπάνω «προσόντα» μπορεί να είναι το πιο αξιόπιστο για την προστασία του Ελληνικού έθνους;
_ Θα ενημερώνει την πολιτική ηγεσία ανελλιπώς και επαρκώς ή με βάση τις υποδείξεις υπερατλαντικών παραγόντων;
_ Την πιο υπεύθυνη θέση για την ασφάλεια του κράτους και της χώρας θα διαχειρίζεται ένα πρώην στέλεχος ιδιωτικής εταιρίας, του οποίου η νοοτροπία, οι ιδέες και οι απόψεις εντάσσονται στο πλαίσιο της ιδιωτικής ανταγωνιστικότητας;
_ Μπορεί να είναι πρόσωπο απόλυτης εμπιστοσύνης και ποια ενδέχεται να είναι η στάση του, όταν διαπλέκονται μεγάλα εθνικά θέματα με ξένα συμφέροντα;
_ Διαβαθμισμένο ως «άκρως απόρρητο» θα ανταποκριθεί επάξια και ανιδιοτελώς στην υψηλή αποστολή του; Τη στιγμή της σύγκρουσης συμφερόντων στο διεθνές παρασκήνιο, όπου άμεσα ή έμμεσα θα εμπλέκεται η χώρα μας, θα ενημερώσει αληθινά, έγκαιρα και ολοκληρωμένα τους αρχηγούς των πολιτικών κομμάτων, χωρίς να διοχετεύει τις μυστικές πληροφορίες και προς άλλες επιλεκτικές κατευθύνσεις;
Όλα αυτά και πολλά ακόμη, εύλογα προβληματίζουν τον απλό πολίτη, ο οποίος με περίσκεψη και αμηχανία παρακολουθεί τις εξελίξεις. Πάντως, δεν είναι η καλύτερη επιλογή, δεν φαίνεται πολύ σοβαρή και υπεύθυνη εθνική πολιτική στάση η συγκεκριμένη απόφαση. Γι’ αυτό οι δισταγμοί, οι αμφιβολίες και οι ανησυχίες θα υπάρχουν. Ελπίζουμε τα γεγονότα που θα ακολουθήσουν να μην επιβεβαιώσουν τις επιφυλάξεις και τους φόβους