Το φαινόμενο Νίκος Ξυλούρης

Σάββατο, 08 Φεβρουάριος 2020 07:37 | E-MAIL ΕΚΤΥΠΩΣΗ
Το φαινόμενο Νίκος Ξυλούρης

του Δημήτρη Κονιδάρη
Σαν σήμερα πριν 40 χρόνια, άφησε την τελευταία του πνοή ο Νίκος Ξυλούρης (7/7/1936-8/2/1980), ένας από τους μεγαλύτερους τραγουδιστές που γνώρισε η πατρίδα μας. Η προσφορά του είναι υπερβολικά δύσκολο να εκτιμηθεί λόγω του εύρους της και της αξίας της ενώ η συνολική πορεία του είναι σχεδόν μυθιστορηματική.

Γεννημένος στα Ανώγεια της Κρήτης, λίγα έτη πριν τη λαίλαπα της γερμανικής κατοχής, έζησε δύσκολα παιδικά χρόνια. Ο δάσκαλός του στο δημοτικό σχολείο Μενέλαος Δραμουντάνης αντιλήφθηκε την έφεση του μικρού προς τη μουσική καθώς και την ξεχωριστή φωνή του με αποτέλεσμα να πιέσει τον Γιώργη Ξυλούρη, πατέρα του Νίκου, να του αγοράσει μία λύρα. Εκείνα τα «δίσεκτα χρόνια» το επάγγελμα του λυράρη ήταν ουσιαστικά ανυπόληπτο και, συνεπώς, δεν παρείχε καμία εργασιακή εξασφάλιση. Παρόλα αυτά ο μικρός Νίκος με το ταλέντο του και την εργατικότητά του εξελίχθηκε σε θαυμάσιο λυράρη και σε ηλικία 17 ετών μετακόμισε στο Ηράκλειο. Όσο κι αν φαίνεται περίεργο στις μέρες μας, εκείνη την εποχή στα αστικά κέντρα της Μεγαλονήσου δεν ήταν της μόδας η κρητική μουσική αλλά ξενόφερτα χορευτικά τραγούδια τύπου βαλς, τανγκό, κλπ. Ο νεαρός Νίκος εναρμονίστηκε με το πνεύμα της εποχής και αναγκάστηκε να παίζει τα τραγούδια αυτά ούτως ώστε να μην μένει άνεργος. Ωστόσο, η αγάπη του για την κρητική παράδοση τον παρακινούσε να εντάσσει βαθμιαία και κάποια παραδοσιακά τραγούδια στο πρόγραμμά του τα οποία αποδεχόταν ο κόσμος. Η διαδικασία αυτή συνεχίστηκε και οδήγησε σε αναστροφή του κλίματος υπέρ των παραδοσιακών κρητικών ασμάτων.

Το 1956 γνώρισε την Ουρανία Μελαμπιανάκη και δύο χρόνια αργότερα παντρεύτηκαν παρόλο που τους χώριζαν κοινωνικές διαφορές (η οικογένεια της Ουρανίας ήταν ευκατάστατη σε αντίθεση με την οικογένεια Ξυλούρη). Την ίδια χρονιά (1958) ηχογράφησε τα δύο πρώτα του τραγούδια σε δίσκο από την Odeon: την «Κρητικοπούλα» και το «Δεν κλαίνε οι δυνατές καρδιές». Κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1960 έκανε αρκετές ηχογραφήσεις με παραδοσιακά τραγούδια ενσωματώνοντας στους δίσκους του και τα ριζίτικα. Σταδιακά ο Ξυλούρης έκανε ένα πολύ καλό όνομα μέσα στην Κρήτη και το 1966 συμμετείχε σε φολκλορικό διαγωνισμό στο Σαν Ρέμο της Ιταλίας όπου κέρδισε το πρώτο βραβείο. Το 1967 άνοιξε στο Ηράκλειο το πρώτο κρητικό κέντρο, τον Ερωτόκριτο. Συνέχισε για δύο ακόμα χρόνια στην Κρήτη και το 1969 πήγε στην Αθήνα για λίγες παραστάσεις (σε μαγαζί στα Πατήσια) όπου σημείωσε τεράστια επιτυχία. Αποτέλεσμα αυτού ήταν η απόφαση να εγκατασταθεί μόνιμα στην πρωτεύουσα μετά και την παρακίνηση από τον ισχυρό άνδρα της COLUMBIA Τάκη Β. Λαμπρόπουλο.

Στην Αθήνα αρχικά συνεργάστηκε με τον Κρητικό Γιάννη Μαρκόπουλο στον περίφημο δίσκο «Χρονικό» σε στίχους Κ. Χ. Μύρη (Κ. Γεωργουσόπουλου) σε ένα από τα σημαντικότερα έργα στην ιστορία της μουσικής μας. Εντός της επταετίας και κατά τη μεταπολίτευση ο Ξυλούρης, με την ανεπανάληπτη φωνή του, μας χάρισε μαγικές ερμηνείες σε πολλά έργα όπως:

- «Ριζίτικα» με την ενορχήστρωση του Γ. Μαρκόπουλου.
- «Ιθαγένεια», «Ο Στράτης Θαλασσινός ανάμεσα στους αγάπανθους», «Διάλειμμα», «Ανεξάρτητα» του Γ. Μαρκόπουλου.
- «Διόνυσε καλοκαίρι μας», «Κομμέντια», «Συλλογή», «Η συμφωνία της Γιάλτας και της πικρής αγάπης τα τραγούδια», «Ο μυστικός ο δείπνος» του Σταύρου Ξαρχάκου.
- «Τροπικός της Παρθένου» και «Ακολουθία» του Χριστόδουλου Χάλαρη.
- «Κύκλος Σεφέρη» του Ηλία Ανδριόπουλου.
- «Παραστάσεις» του Χρήστου Λεοντή.
- «Τα Αντιπολεμικά» του Λίνου Κόκοτου.
- «Σάλπισμα» του Λουκά Θάνου.

Εντελώς περίοπτη θέση στην καριέρα του κατέχουν τα τραγούδια από το «Το μεγάλο μας τσίρκο» σε μουσική Σ. Ξαρχάκου και στίχους Ιάκωβου Καμπανέλλη. «Το μεγάλο μας τσίρκο» ήταν ένα σπονδυλωτό έργο που διέτρεχε όλη τη νεότερη πολιτική ιστορία της Ελλάδας από τα χρόνια του Όθωνα συμπεριλαμβάνοντας γεγονότα όπως την Μικρασιατική καταστροφή και την γερμανική κατοχή χωρίς να παραλείπει σαφείς υπαινιγμούς για τη μεταπολεμική ιστορία της χώρας και τη χούντα. Πρωτοπαρουσιάστηκε τον Ιούνιο του 1973 και προκάλεσε την οργή των συνταγματαρχών. Υπολογίζεται ότι πάνω από 500.000 άνθρωποι παρακολούθησαν αυτή τη μοναδική παράσταση.

Επίσης, το 1975 κυκλοφόρησε το «Καπνισμένο τσουκάλι» του Χ. Λεοντή σε ποίηση Γιάννη Ρίτσου και το 1977 «Οι Ελεύθεροι πολιορκημένοι» του Γ. Μαρκόπουλου σε ποίηση Διονυσίου Σολωμού που είναι τα δύο κορυφαία έργα στη μεταπολιτευτική ιστορία της χώρας μας και ο Ξυλούρης ανταποκρίθηκε κατά τον ιδανικότερο τρόπο. Ειδικά για το «Καπνισμένο τσουκάλι» είχε πει “Θεωρώ το Καπνισμένο τσουκάλι το αποκορύφωμα της καριέρας μου. Έχω πει ωραίους στίχους, ωραίους συνθέτες, ωραίους ποιητές και με όλους αυτούς πήγαινα και ένα σκαλέρι πιο πάνω. Όμως το πράγμα αυτό, το Καπνισμένο Τσουκάλι είναι το πιο τέλειο που βγήκε στην Ελληνική μουσική. Ενάμιση χρόνο τυραννιόμουν να το μάθω”.

Με τις συγκλονιστικές ερμηνείες του στα έργα αυτά, που αποτελούν ένα μέρος από το σύνολο της δισκογραφικής του δουλειάς, κέρδισε την αναγνώριση και την εκτίμηση όλων των Ελλήνων σφραγίζοντας με μοναδικό τρόπο την εποχή του και τις επόμενες γενιές. Η φωνή του, έχοντας αυτό το εκπληκτικό ηχόχρωμα, βγαλμένη από τα βάθη της κρητικής παράδοσης, πάντοτε συγκινούσε και συγκινεί τους Έλληνες στον ύψιστο βαθμό. Με την κρυστάλλινη και ρωμαλέα υφή της καθώς και με το λιτό και δωρικό χαρακτήρα της έστειλε τόσα μηνύματα είτε εύθυμα είτε δραματικά συναντώντας, δικαιολογημένα, τεράστια αποδοχή. Έτσι αγκάλιασε την Ελλάδα και τους Έλληνες σε όλα τα σημεία του πλανήτη αποτελώντας έναν κομβικό σταθμό στην πολιτιστική ιστορία της πατρίδας μας. Απολύτως ενδεικτικό της επιτυχίας του Ξυλούρη είναι ότι πριν την εμφάνισή του η, μέχρι τότε άγνωστη στο ευρύ κοινό, μουσική παράδοση της Κρήτης είχε μάλλον αγνοηθεί από τη σύγχρονη μουσική παράδοση της χώρας μας. Με το θεαματικό ρυθμό αύξησης της δημοτικότητας του έκανε γνωστή αυτήν την παράδοση και στην υπόλοιπη χώρα.

Δικαίως η φωνή του χαρακτηρίστηκε βυζαντινή κουβαλώντας τη μακραίωνη και αξιολογότατη μουσική παράδοση εκείνης της εποχής. Τραγούδησε τους καημούς του Ελληνικού λαού αλλά εξέφρασε, παράλληλα, και την Αντίσταση στο διάβα των αιώνων (Ριζίτικα, Θούριος του Ρήγα, αντιδικτατορικά, κ.α.). Ίσως, όμως, το σημαντικότερο στοιχείο στον Ξυλούρη ήταν η ποιότητα του χαρακτήρα του αφού ποτέ δεν πρόδωσε τις βαθιά δημοκρατικές πεποιθήσεις του και γι’ αυτό αποτέλεσε κόκκινο πανί για τη χούντα. Ουσιαστικά η φωνή του παρέδιδε μαθήματα ήθους και ειλικρίνειας εκφράζοντας την ακεραιότητα του αδαμάντινου χαρακτήρα του. Αν στα τεράστια μουσικά προσόντα της φωνής του προσθέσουμε τη λεβεντιά του και την αυθεντικότητά του, εύκολα συνάγεται το συμπέρασμα ότι ο Νίκος Ξυλούρης ήταν ένα μοναδικό φαινόμενο στη μουσική ιστορία του τόπου μας.

Εν κατακλείδι, ο Αρχάγγελος της Κρήτης με το ύφος του και την κρητική, δημοτική, βυζαντινή και, πάνω απ’ όλα, Ελληνική φωνή του, περιγράφει την ιστορία του Ελληνισμού με τέτοια πειστικότητα που «αναγκάζει» τον ακροατή να υποκλιθεί στο μεγαλείο του. Η καλλιτεχνική ευφυΐα του διαμέσου της φωνής του προσέφερε πολλά από τα ποιοτικότερα και ομορφότερα δείγματα μουσικής δημιουργίας στον τόπο μας. Εν τέλει απέδωσε με τέτοια μνημειώδη επιτυχία στίχους των μεγαλύτερων ποιητών της πατρίδας μας ενδεδυμένους με εμπνευσμένη μουσική χαρισματικών συνθετών και αναδείχτηκε, πέραν πάσης σοβαρής αμφιβολίας, στον κορυφαίο ερμηνευτή της δεκαετίας του 1970. Μπορεί να έφυγε πολύ νέος αλλά η μορφή του και η φωνή του θα συνοδεύουν για πάντα αυτούς που αγαπούν το αληθινά καλό τραγούδι.

Σε κάθε περίπτωση η κληρονομιά του Νίκου Ξυλούρη είναι πλουσιότατη και, ασφαλώς, ανεκτίμητη αφού υπήρξε το κατάλληλο όχημα για να φθάσουν στο λαό μεγαλειώδη έργα που ανήκουν στα λαμπρότερα δημιουργήματα του Ελληνικού Πολιτισμού.

ΔΕΙΤΕ ΤΑ ΟΛΑ ΣΤΗΝ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ ΑΡΘΡΑ
του Ηλία Μακρή
Το κλίκ της ημέρας
του Ηλία Μακρή
oncologists.gr

Πρόσφατα Νέα