Μια άλλη Ελλάδα το 19ο αιώνα (1832 - 1871)

Πέμπτη, 11 Φεβρουάριος 2021 14:03 | E-MAIL ΕΚΤΥΠΩΣΗ

του Γεωργίου Μπόνου

Κάποιες όχι τόσο γνωστές πτυχές της ιστορίας μας

Ιστορικοί και άλλοι ερευνητές της πολιτικής, οικονομικής και κοινωνικής ζωής της χώρας μας, μετά τη δολοφονία του Καποδίστρια στις 27.09.1831, χαρακτηρίζουν την περίοδο μέχρι το 1871 ως μια μελανή σελίδα στην ιστορία μας. 

Πράγματι, συνέβησαν γεγονότα όπως η δολοφονία του Καποδίστρια, η φυλάκιση του Κολοκοτρώνη, το κίνημα της 3ης Σεπτέμβρη του 1843, καθώς και απραξία, ατολμία και αδράνεια στα οικονομικά και κοινωνικά ζητήματα της χώρας μας.
Εκείνο όμως του απασχολούσε τον γεωργικό κόσμο ήταν η μη επίλυση του μεγάλου αγροτικού προβλήματος, δηλαδή για τα εθνικά κτήματα δεν μπορούσαν οι αρμόδιοι να πάρουν αποφάσεις για μια δίκαιη διανομή της γης στους αγρότες – ακτήμονες. Ενώ παράλληλα, διατείνονται ορισμένοι, ότι κατά τη βασιλεία του Όθωνα βρέθηκαν ιδιοκτήτες απέραντων εκτάσεων, επειδή ήσαν «ισχυροί» και «άρπαξαν» φαίνεται τα καλύτερα κτήματα.

Το νεοελληνικό κράτος άρχισε την ιστορική του πορεία στη δεκαετία του 1830 μετά από μια 10/ετία με σκληρούς αγώνες, μεγάλες καταστροφές και χαμένες ανθρώπινες ζωές. Έτσι φτάσαμε σε μια ιστορική περίοδο να χαρακτηρίζεται μελανή και να στιγματίζεται ολόκληρη εποχή -40 περίπου χρόνια-, αμέσως μετά τη δημιουργία του νεοσύστατου ανεξάρτητου ελληνικού κράτους, ότι έχουμε κατά τους χρονικογράφους «Μια άλλη Ελλάδα».

Για να μη τα μηδενίζουμε όλα υπάρχουν και μερικές ενέργειες και δραστηριότητες που ξεχωρίζουν και φωτίζουν μια άλλη πραγματικότητα, π.χ. επισημαίνουμε 2-3 περιπτώσεις: την περίοδο της Βαυαροκρατίας με σημαντικές δραστηριότητες και άλλα μικρού διαμετρήματος γεγονότα.
Κατά τα άλλα, σύμφωνα πάντα με ιστορικές μαρτυρίες «τα κυρίαρχα στοιχεία ενός υποτυπώδους και καπιταλιστικού συστήματος δεν υπάρχουν». Τα οικονομικά και τα κοινωνικά προβλήματα που συγκροτούν ένα κράτος ήταν ανύπαρκτα ή καχεκτικά.

Προσωπικά, παρά τις προσπάθειες κατά την έρευνά μου να βρω κάποια στοιχεία, απέβησαν άκαρπες. Βρήκα μόνο περιγραφές για τον τρόπο ζωής των αγροτών – ακτημόνων που θα αναφερθούμε στη συνέχεια.
Και διερωτόμουν, ήταν στασιμότητα στην αιωνιότητα; Ήταν μια αδράνεια; Ήταν κάποιοι λόγοι συγκυριακοί ή εξαιρετικά δύσκολοι; Δεν γνωρίζω ή δυσκολεύομαι να αντιληφθώ. Ζωντανεύω όμως με την φτωχή μου πένα, όσο μπορώ, στις επόμενες γραμμές, αγαπητέ αναγνώστη, μια  τραγική πραγματικότητα μιας ζωής, μια κοινωνίας, ενός κράτους που μόλις ανεξαρτητοποιήθηκε, ύστερα από ένα αγώνα δεκαετή για να απαλλαγεί από την μακρόχρονη σκλαβιά. Είναι πράγματι ανατριχιαστικές εικόνες και στιγμές από ένα τρόπο ζωής για ένα λαό με τόση ιστορία.

Το 1832 η χώρα μας είναι περιορισμένη σε μια μικρή έκταση, σύμφωνα με το πρωτόκολλο του Λονδίνου του 1870 που αναγνωρίστηκε το νεοσύστατο ελληνικό κράτος. Την εποχή εκείνη, αμέσως μετά τη δημιουργία του ανεξάρτητου ελληνικού κράτους, πληθυσμός και εδαφική έκταση καλύπτονταν -κατά μια εκδοχή- στο 90% από τον αγροτικό τομέα, με σωρεία προβλημάτων. Οι αγρότες βρίσκονταν σε αναμονή της διανομής των εθνικών κτημάτων ώστε να πραγματοποιηθεί έστω και σε περιορισμένη έκταση η ιδιοκτησία.

Από τις περιγραφές των χρονικογράφων και των συγγραφέων Β. Πατρώνη και Μπουρνόβα - Προγουλάκη με τίτλο «Ελληνική Οικονομική Ιστορία» και «Αγροτικός κόσμος» αντίστοιχα, πληροφορούμαστε για χαρακτηρισμούς απελπιστικούς για τις συνθήκες και τον τρόπο ζωής των ανθρώπων της περιόδου αυτής (1832 - 1871). Έτσι έχουμε έναν αγροτικό κόσμο με ένα υψηλό ποσοστό, που φτάνει το 90% των νοικοκυριών, που εργάζονται στον πρωτογενή παράγοντα την επίμαχη περίοδο.

Κατ’ αρχήν δεν υπήρχαν επενδύσεις κεφαλαίων για τη γεωργία, αλλά απαρχαιωμένες μέθοδοι καλλιέργειας και συλλογής της παραγωγής. Σοβαρό πρόβλημα, όπου υπήρχε ιδιοκτησία, ήταν ο κατακερματισμός, δηλαδή λίγα στρέμματα γης σε πολλά σημεία). Δυστυχώς κατάλοιπο ίσως από τότε υπάρχει και σήμερα γιατί δεν γίνεται αναδασμός, κυρίως λόγω της ιδιομορφίας του εδάφους. Στην ελληνική ύπαιθρο κυριαρχούσαν ληστρικές επιδρομές ληστών και κακοποιών. Ήταν ο φόβος και ο τρόμος των κατοίκων γιατί κινδύνευε και η ανυπεράσπιστη ζωή τους. 

Σύγχυση επικρατούσε για το καθεστώς της ιδιοκτησίας και της διανομής των εθνικών κτημάτων. Όσες φορές γινόταν με το σταγονόμετρο μοίραζαν στρέμματα μέχρι το 1871.

Υπήρχαν ακόμη σοβαροί αναβλητικοί παράγοντες που προκαλούσαν επιδείνωση ακόμη περισσότερο στην ελληνική γεωργία και καταδίκαζαν σημαντικά τμήματα της υπαίθρου, δηλαδή φαινόμενα υπανάπτυξης και οικονομικής καθυστέρησης. «Τα σπίτια των φτωχών χωρικών», γράφουν οι Μπουρνόβας και Προγουλάκης, «αποτελούνταν από ένα δωμάτιο ισόγειο που φωτιζόταν από ένα ή δύο παραθύρια χωρίς τζάμια. Το δωμάτιο αυτό πολλές φορές χωριζόταν στα δύο. Στο ένα έμενε η οικογένεια και στο άλλο τα ζώα τους». Στο εσωτερικό των σπιτιών υπήρχαν μερικά υποτυπώδη ξύλινα συνήθως έπιπλα, κατασκευασμένα από τον νοικοκύρη του σπιτιού. Υπήρχαν ακόμη λίγα κεραμικά σκεύη, ο σοφράς με τα σκαμνάκια ή χοντρά μαξιλάρια, σκεύη κουζίνας κ.ά. Σε κάποια γωνιά του σπιτιού υπήρχε και ο παραδοσιακός αργαλειός, στον οποίο η γιαγιά του σπιτιού ύφαινε χονδρόρουχα (υφαντά) για να στρώσουν στο δάπεδο ή ανδρικές ή γυναικείες ή παιδικές φορεσιές. Όλη η οικογένεια κοιμόταν στο πάτωμα και σπάνια χρησιμοποιούσαν στρώματα από άχυρο ή φύλλα καλαμποκιού. Ο φωτισμός γινόταν με λάδι και φυτίλι στο λυχνάρι. Για θέρμανση έκαιγε φωτιά σε κάποια γωνιά του σπιτιού. 

Το ψωμί αποτελούσε βασικό στοιχείο διατροφής και όταν το σιτάρι δεν επαρκούσε χρησιμοποιούσαν αλεύρι από κριθάρι ή καλαμπόκι. Η διατροφή τους αποτελείτο από δημητριακά, λαχανικά, όσπρια, τυρί κυρίως στις κτηνοτροφικές περιοχές, τα παστά ψάρια, το κρασί που παραγόταν και κατανάλωναν παντού. Η κατανάλωση κρέατος ήταν από αρνιά, κατσίκια ή χοιρινό και ήταν πολύ περιορισμένη σε πολλές περιοχές. Αυτό συνέβαινε μερικές φορές το χρόνο, τις ημέρες των εορτών, ενώ τα πουλερικά και το κυνήγι συμπλήρωναν τις ανάγκες της οικογένειας με κρέας. Τα βοοειδή αντίθετα προορίζονταν για τις αγροτικές ανάγκες – εργασίες και τα θανάτωναν μόνο όταν ήταν γερασμένα και ανίκανα για εργασία. 

Μια άλλη πτυχή της δύσκολης ζωής, των χωρικών ήταν η προσδοκώμενη διάρκεια ζωής που δεν ξεπερνούσε το 35-40 χρόνια. Στα 1861 η θνησιμότητα ανερχόταν στο 2,5% και η βρεφική θνησιμότητα στο 20%. Η ελονοσία ήταν μια από τις σημαντικότερες αιτίες θανάτου από τους αγρότες που ζούσαν κοντά σε λίμνες και ελώδη μέρη. Ο τύφος και τα αναπνευστικά προβλήματα (νοσήματα) βρογχίτιδα, πνευμονία, συνιστούσαν επίσης βασικές αιτίες θανάτου ενώ η ευλογιά, η ιλαρά, η οστρακιά και η γαστρεντερίτιδα ευθύνονται κυρίως για την μεγάλη παιδική θνησιμότητα.

Σε σχέση με τη μέση ηλικία θανάτου, ο γάμος ήταν αργοπορημένος: οι άνδρες έπρεπε να φτάσουν στα 28 τους χρόνια για να παντρευτούν, ενώ οι γυναίκες στα 25, αφού είχαν εργασθεί και συνεισφέρει στην οικογένεια των γονιών τους. Καθώς πρακτικές αντισύλληψης δεν εφαρμόζονταν, γεννήσεις με ένα παιδί κάθε δύο χρόνια (με δεδομένο ότι η αναπαραγωγική ικανότητα των γυναικών φτάνει μέχρι τα 40 τους) θα έδιναν επτά παιδιά από κάθε πλήρη οικογένεια, από κάθε ζευγάρι. Θα πρέπει να υπολογίσουμε πέντε με έξι παιδιά ανά οικογένεια, από τα οποία τουλάχιστον δύο δεν έφταναν σε ηλικία γάμου. Χάρη σε αυτή την υψηλή γεννητικότητα (4%) που διατηρήθηκε όλο το 19ο αιώνα και παρά την μετανάστευση ο πληθυσμός που βρισκόταν στα εδάφη που αρχικά συγκρότησαν το ελληνικό κράτος σχεδόν διπλασιάστηκε από το 1830 μέχρι τις αρχές του αιώνα μας (20ος).

Ύστερα από τα παραπάνω ευλόγως γεννάται το ερώτημα, πως καταφέραμε να ξεπεράσουμε όλη αυτή τη δραματική και τραγική πραγματικότητα; Πως καταφέραμε και φτάσαμε στο σημερινό βιοτικό και πολιτιστικό επίπεδο κοινωνικής πολιτικής και οικονομικής ζωής;
Πέρασαν 40 ολόκληρα χρόνια (1832 – 1871) για να προταθεί και ψηφιστεί από τη Βουλή και να εφαρμοστεί από τον πρωθυπουργό Κουμουνδούρο και την Κυβέρνησή του. Λεπτομέρειες για το Νόμο του 1871 και τα αποτελέσματα που είχε στην αγροτική οικονομία σε επόμενο άρθρο.

ΔΕΙΤΕ ΤΑ ΟΛΑ ΣΤΗΝ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ ΑΡΘΡΑ
του Ηλία Μακρή
Το κλίκ της ημέρας
του Ηλία Μακρή
oncologists.gr

Πρόσφατα Νέα

Linardi Anastasia