Σφυγμοί ζωής του ουρανού

Δευτέρα, 15 Φεβρουάριος 2021 15:07 | | E-MAIL ΕΚΤΥΠΩΣΗ

Όπως πολλοί άνθρωποι έχω κι εγώ τα ζακόνια μου, τις ιδιοτροπίες μου, από παιδί ως σήμερα που γέρασα. Να: δεν ανέχομαι να με κουρεύει ο κουρέας και να μιλάει συνέχεια πάνω από το κεφάλι μου, ό,τι και να λέει. Γι’ αυτό έχω βρει κουρέα στα μέτρα μου. Με ενοχλεί επίσης να βλέπω γύφτους μεγάλης ηλικίας, να γυρίζουν με το κασετόφωνο ή το κλαρίνο και να λένε κάλαντα, εν αντιθέσει με τα παιδάκια που πλημμυρίζουν τους δρόμους και με γοήτευαν πάντα. Δεν μπορώ ακόμα να βλέπω γυναίκα να χορεύει ζεϊμπέκικο ούτε άντρα τσιφτετέλι. Και πιο πολύ δεν μπορώ να βλέπω πουλί σε κλουβί όσο ιδανικό κι αν είναι το τοπίο πχ πλάτανος στο χωριό με πηγή στη ρίζα του έξω απ’ το καφενείο κι εμείς με τη λογική μας να λέμε πως τραγουδεί, ενώ αυτό θρηνεί. Ψυχή φτερωτή, πλάσμα να πετά στον ουρανό κι εμείς να το φυλακίζουμε. 

Πριν χρόνια είδα πουλιά κολλημένα στις ξοβέργες, κρεμασμένα τ’ ανάποδα κι όσο φτεροκοπάγανε τόσο κολλάγανε, αισθάνθηκα φρίκη κι ανατριχιάζω ακόμα σαν το θυμάμαι. Και τέλος δεν ανέχτηκα ποτέ μου την καύση πυροτεχνημάτων, αυτοσχέδιων ή τυποποιημένων, με ’κείνους τους εκκωφαντικούς κρότους τους. Λήγουν οι Ολυμπιακοί Αγώνες, μια σοβαρή εκδήλωση, τοπική γιορτή, το Σπάρταθλον, ακόμα και η σχολική χρονιά σε ιδιωτικά κυρίως εκπαιδευτήρια, σε γάμους ή βαφτίσια και μεις καίμε πυροτεχνήματα για να το γιορτάσουμε δήθεν και να δώσουμε πανηγυρικό χαρακτήρα, ενώ μου φαίνεται ότι με τα νταβαντούρια ακυρώνουμε την ίδια την εκδήλωση. (Ολυμπιακούς Αγώνες, Παλαιολόγεια, Σπάρταθλον, Θερμοπύλεια κλπ κλπ, για να περιοριστούμε στα δικά μας). Μα πιο πολύ με ενοχλεί ό,τι γίνεται σε όλες σχεδόν τις πρωτεύουσες του κόσμου όταν μπαίνει ο Νέος Χρόνος με τα πυροτεχνήματα και τους διαβολεμένους θορύβους τους. (Καθώς και τα πυροτεχνήματα των πολιτικών). Κι αν μέχρι σήμερα το φαινόμενο με ενοχλούσε, από φέτος την Πρωτοχρονιά το μίσησα και θα πω γιατί.

Μιλώ με τα πουλιά. Πιάνω κουβέντα αλάργα εγώ από κείνα, τα νιώθω όμως που μιλούν όπως νιώθουμε τα χρώματα στα μάτια μας ή τη δροσιά του νερού που κυλάει σαν περνάς δίπλα από ποταμό. Κάποτε, ας είναι καλά η τύχη, τό ’φερε και κουβέντιαζα κάθε μεσημέρι και για μέρες πολλές για αρκετή ώρα και συνέτρωγα μ’ ένα πουλάκι, έναν κοκκινολαίμη. Σ’ άλλον καιρό και τόπο ασχολήθηκα μ’ αυτό και κεντρικός ήρωας, μου χάρισε και βραβείο ο κοκκινολαίμης μου σ’ έναν διαγωνισμό διηγήματος στην Πάτρα. Άκουσα και προχτές στο χωράφι στην πλεξούδα μιας πατουλιάς (= συστάδα από αναρριχόμενο αγριόκλημα με καρδιόσχημα δερματοειδή φύλλα) έναν κοκκινολαίμη να τιτιβίζει με κείνη τη φωνούλα τη δική του, που αν λείψει, ο χειμώνας γίνεται πιο παγερός ιδιαίτερα μέσα σε τούτη την πάνδημη παγωνιά μας.

«Αιωνία πόλη» λένε τη Ρώμη. «Πόλη του φωτός» το Παρίσι και πάει λέγοντας. Ποτέ μου δεν τα δέχτηκα, εν αντιθέσει με το του Πινδάρου για την Αθήνα. «Ἰοστέφανοι Ἀθῆναι. Ἑλλάδος ἔρεισμα, δαιμόνιον πτολίεθρον» (Δαφνοστεφανομένη Αθήνα. Βάση της Ελλάδος θεϊκή πόλη). Δύο στίχοι για τους οποίους οι Αθηναίοι ετίμησαν τον Θηβαίο ποιητή με χιλίας δραχμάς, αναγορεύοντάς τον πρόξενό τους ! Η το του Κορνάρου στον Ερωτόκριτο. «Κι’ ἤτονε (η Αθήνα) τσὶ μάθησης ἡ βρῶσις / καὶ τὸ θρονὶ τῆς ἀρετῆς κι’ ὁ ποταμὸς τσὶ γνώσης». Ή το το Κωστή Παλαμά : «Ἀθήνα διαμαντόπετρα στῆς γῆς τὸ δαχτυλίδι». 

Γιατί από πού κι ως πού «αιωνία πόλη», «πόλη του φωτός» κλπ εκεί που κυριαρχούν η βρομιά, η ασυδοσία, η πώρωση, η διαστροφή; Δεν έχω δύναμη ψυχής να τα ακούω. Ήρθε και τούτο και με έκανε να μισήσω τα πυροτεχνήματα, τους εμπνευστές και τους χρήστες τους από την Πρωτοχρονιά και δώθε. Και να το λένε πυροτέχνημα, πυρ + τέχνημα, όπως καλλιτέχνημα, χειροτέχνημα, τούτο το μαραφέτι που δεν μπορεί με τίποτα να ερμηνευτεί λογικά. Μπερδεμένα πράματα. Και λέω αμέσως γιατί η οργή και το μίσος.

Έρημοι οι δρόμοι και οι πλατείες της Ρώμης εφέτος την Πρωτοχρονιά, παραμονή και ανήμερα, λόγω πανδημίας. Δεν κυκλοφορούσε ψυχή γεννητή το βράδυ. Έγινε όμως τέτοια χρήση πυροτεχνημάτων τα μεσάνυχτα ακριβώς με την είσοδο του Νέου Χρόνου (για να μην πλήξει ο κόσμος) που δεν είχε γίνει ποτέ. Χαλασμός. Ομοβροντίες, καταιγισμός πυρός, κακό τα μεσάνυχτα ακριβώς.

Και φώτισε ο Θεός την ημέρα και οι έρημοι δρόμοι της Ρώμης στρωμμένοι από χιλιάδες νεκρά ψαρόνια και περιστέρια. Ούτε τετραγωνικό εκατοστό κενό. Παντού πουλιά νεκρά. Μαζί και η δική μου ψυχή. Αλήθεια, δεν έχει ώρες κοινής ησυχίας για τα πλάσματα του Θεού;

Τα ξέρετε τα ψαρόνια. Τα έχετε δει, είμαι σίγουρος, να πετούν στον ουρανό και θα συμφωνείτε πως ωραιότερο πέταγμα πουλιών δεν υπάρχει. Σύννεφο στον ουρανό, σύννεφο και οι σημαδιακές φωνούλες τους. Και δεν προλαβαίνεις ν’ ανοιγοκλείσεις τα μάτια σου και να όλα μαζί – ποτέ κανείς θαρρώ δεν είδε ένα μοναχό ψαρόνι να πετά – ίδιο ιπτάμενο μπαλέτο σαν το παίρνει ο αέρας χωρίς αέρα, μ’ ένα σπιθοβόλημα αλλάζουν κατεύθυνση όλα μαζί λες και κολυμπάνε στα κύματα του ουρανού, πάλι και πάλι και ξετυλίγεται μπροστά σου ένα παιχνίδισμα που σε κάνει να ονειροπολείς με αυτά τα τόσο πολλά πλασματάκια, τα πουλάκια τα ευκίνητα, τους σφυγμούς ζωής του ουρανού. Τί να το ειπείς; θαύμα ή μυστήριο; Είδα μια φορά στη Ρόδο ένα τέτοιο σύννεφο στον ουρανό και το σούρουπο όλα μαζί να κατεβαίνουν όλο τραγούδι να κουρνιάσουν στις πυκνές φυλλωσιές μέχρι που έσβησαν οι φωνούλες τους μέσα στη νύχτα. Τα λένε και αγιοπούλια τα ψαρόνια. Γιατί; Δεν ξέρω. Ύστερα μήπως βρίσκεις άκρη με τα ονόματα των πουλιών;

Αντί λοιπόν να ξημερώσει Πρωτοχρονιά και να χαρούμε αντικρίζοντας τον ήλιο της πρώτης ημέρας του χρόνου, να δοξάσουμε το Θεό και να ευχηθούμε οι άνθρωποι εκείνη την ώρα την καλή, εμείς αντικρίσαμε τα πουλιά, ψαρόνια κυρίως αλλά και περιστέρια σκοτωμένα, νεκρά, αποδεκατισμένα κυριολεκτικά. Να μην έχει μείνει κανένα γιατί σπάσανε οι καρδούλες τους (και οι μοντέρνοι σύγχρονοι «παιδαγωγοί» μας λένε να μη χρησιμοποιούμε υποκοριστικά, χαϊδευτικά κι ακούνε τα παιδιά) από τα πυροτεχνήματα που έριξαν οι άνθρωποι τα μεσάνυχτα της πρωτοχρονιάς κατά χιλιάδες. Να μην τρομάζουν από τους κεραυνούς, τις βροντές και τα χιόνια του χειμώνα, από θύελλες, βουνά και θάλασσες που περνούν και να τα σκοτώνουν τα πυροτεχνήματα των ανθρώπων την ώρα που κοιμόνταν ανέγνοια. Γιατί πόση είναι η καρδούλα του πουλιού; Είναι ίσαμε ένα σπυρί φακή; Πόσο λοιπόν να αντέξει; Έτσι έσπασαν οι καρδούλες τους.

Πόσο θ’ αντέξει, Θεέ μου, η πλάση με τη φόρα που έχει πάρει το αχόρταγο και ματαιόδοξο πλάσμα ο άνθρωπος, που νομίζει ότι όλα φτιάχτηκαν γι’ αυτόν και από τη μια η πλεονεξία του, από την άλλη η ματαιοδοξία του με τον εγωισμό του, δεν άφησε τίποτα να μην το καταστρέψει, να μην το δολοφονήσει με τον ένα ή τον άλλο τρόπο ή άλλους που καθημερινά εφευρίσκει. Και αφού ο άνθρωπος δεν μπορεί να πετάξει σαν τα πουλιά, δεν είναι για τα υψηλά, το ρίχνει σ’ άλλα… υψηλά. Εκείνα που τα λέει πολιτιστικά, όπως στα πυροτεχνήματα. Για να αποδείξει πόσο νοήμον και λογικό ον είναι ο homo sapiens όπως λένε, για να προσπορίσει επίδειξη για τον εαυτό του μέσα στην κουφότητά του αποδεκατίζοντας τα πουλιά. Και:
Αύριο κιόλας ο ήλιος θα ζητάει παλάμες για τα μάτια του
και θ’ απλώνει καημό τον καημό του που καίει,
λέει ο ποιητής Φώτης Βαρέλης.       

Είδατε κανένα μέσον απ’ αυτά που λένε «μαζικής ενημέρωσης» (βάρβαρος όρος) να αναφέρει την είδηση ή εφημερίδα να τη γράψει; Ή κάποιον από τους δημοκράτες προέδρους των λεγομένων ζωόφιλων και τα ποικιλώνυμα σωματεία τους να διαμαρτυρηθεί καταγγέλλοντας το ειδεχθές έγκλημα και τους εγκληματίες οξείας επικινδυνότητας; Αλλά η ζωοφιλία τους αυτών επικεντρώνεται μόνο στα σκυλιά, άντε και στα γατιά. Για αγιοπούλια λόγος ουδείς.
Ας γίνει το κείμενο αυτό φωνή ικεσίας προς τα παιδιά κυρίως, αφού απ’ τους μεγάλους δεν υπάρχει ελπίδα για τα πουλάκια του ουρανού.