«Από την κιμωλία στο λάπτοπ»

Παρασκευή, 15 Σεπτέμβριος 2023 14:54 | E-MAIL ΕΚΤΥΠΩΣΗ
«Από την κιμωλία στο λάπτοπ»

Του Κωστή Γεωργουσόπουλου

Είχα το προνόμιο να έχω παππού, πατέρα, σύζυγο φιλολόγους και δασκάλους της έδρας που υπηρέτησαν σχολεία στην ελληνική περιφέρεια, σε ορεινά χωριά, σε προσφυγικούς συνοικισμούς, ακόμη και σε φυλακές. Ο πατέρας μου είχε επιλεγεί από τους παράγοντες της παιδείας της επαρχίας που δίδασκε, να διδάξει στις φυλακές Λαμίας καταδίκους που επιθυμούσαν να συμπληρώσουν την εκπαίδευσή τους που τους τη στέρησε η κράτηση. Ήταν, βέβαια, σε δίσεκτα χρόνια Εμφυλίου πολιτικοί κρατούμενοι που η ιδεολογία τους ήταν εφόδιο και όργανο της κοινωνικής τους παρουσίας.

Ανατρέχω σήμερα σ’ αυτές τις εποχές, γιατί καλό είναι να μην τις ξεχνάμε, όχι για να συντηρούμε βέβαια τα πάθη, αλλά για να μελετούμε τους τρόπους που οι συνθήκες, τα μέσα και οι δάσκαλοι πολέμησαν τον κύριο λόγο της εχθρότητας και του μίσους, την έλλειψη βαθιάς παιδείας.

Η ηλικία μου και οι συνθήκες του βίου που η τύχη και η συγκυρία με καθόρισαν είναι μια εν πυκνώ, αλλά για τη γενιά μου συνήθης πορεία. Ύστερα από 70 και πάνω χρόνια, κάνοντας απολογισμό συχνά της προσωπικής μου πορείας, αλλά και της περιπέτειας της γενιάς μου (Κατοχή, Εμφύλιος, Δικτατορία, μετανάστευση, παγκοσμιοποίηση κ.τ.λ.) φτάνω σε ορισμένα πάγια συμπεράσματα που διαπίστωσα πως δεν αλλάζουν ούτε αξιολόγηση, ούτε ποιότητα, ούτε πυκνότητα. Μεγάλωσα και πήρα τα πρώτα εγκύκλια μαθήματα στην επαρχία, σε μια κωμόπολη της Ρούμελης, πατρίδα της μάνας μου και πρώτη εκπαιδευτική θητεία του πατέρα μου. Εκεί γνώρισε τη μητέρα μου και ένωσαν τη ζωή τους για κοντά 45 χρόνια. Ποιο το κέρδος απ’ αυτή τη θητεία; Τα ελληνικά μου. Από τη μια το γλωσσικό περιβάλλον μιας ελληνικής επαρχίας με ισορροπημένη αναλογία πληθυσμού και ενασχόλησης. Στην ίδια γειτονιά που μεγάλωσα υπήρχαν ποιμένες με κοπάδια στα μέσα εδάφη και αγρότες με αρκετά στρέμματα καλλιέργειας που κάλυπτε τις ανάγκες του οίκου και μέρος ικανό εξασφάλιζε ένα μεγάλο μέρος των εσόδων για συνέχεια της καλλιέργειας και τόλμες για πειραματισμούς σε νέες καλλιέργειες.

Η μικρή μου πόλη είχε και μια πλήρη παρουσία εμπόρων από μαγαζιά καρπών της γης, ραφεία, βαφεία, ελαιοτριβεία, αποθήκες με ελιές, τουλούμια με λάδι και ξίδι, σύκα. Ακόμη και σε κάθε σπίτι, κυρίως στη σάλα (που άνοιγε μόνο τις γιορτές) μεταξοσκώληκες. Τα σπίτια είχαν αργαλειό και ανέμη, φούρνο, αλέτρι, σαμάρι για τα υποζύγια και όλα τα σύνεργα για ψέκασμα, θερισμό, σπορά, απεντόμωση, παγίδες για τις ανεπιθύμητες επισκέψεις αλεπούδων, κουναβιών και συχνά, μετά το χιόνι, και πεινασμένων λύκων. Εγώ δεν θυμάμαι ως την εποχή που πήγα στο Γυμνάσιο να έχω φορέσει ρούχο αγορασμένο. Η γιαγιά, αλλά κυρίως η μάνα μου και οι ανύπαντρες αδελφές της, εφοδίαζαν το νοικοκυριό με χαλιά, κουρελούδες, ντρίλια, παπλώματα, σεντόνια, μαξιλαροθήκες, φανέλες, σκούφους και βαριά παλτά που αντέχαν τη βροχή και το χιόνι. Πλήρης οικιακή οικονομία, ώσπου, μετά την Κατοχή και στις εποχές που χαρακτηρίζονται από τους αστούς ιστορικές εποχές ανοικοδόμησης, γέμισε η ύπαιθρος χώρα και τα αστικά κέντρα με μηχανές, με ραπτομηχανές, με μηχανές του καφέ, μηχανές για το πότισμα, μηχανές σποράς, εκκοκκιστήριες, ποτιστικά συστήματα αυτόματης λειτουργίας.

Και βέβαια, μικρά φορτηγά αυτοκίνητα, μοτοσικλέτες με δυνατότητα να σύρουν καρότσα με αγροτικά εργαλεία, σπορά και σακιά με ρεβίθια, φακές, φασόλια, σύκα ξερά, καλαμπόκια, κολοκύθια. Κάθε σπίτι είχε το ισόγειο για αποθήκη για τα προϊόντα οικιακής χρήσης όλου του χρόνου, αλλά και ως αποθήκη για όσα προϊόντα αναζητούσαν έμπορο. Και συχνά ο νοικοκύρης του σπιτιού συνομιλούσε με τον έμπορο στην αυλή για την ποιότητα των προϊόντων, την τιμή και την ποσότητα προς πώληση. Μεγάλη τύχη, αν ο έμπορος αγόραζε το σύνολο της παραγωγής. Συχνά, σε δύσκολες οικονομικά εποχές για την αγορά, έμεναν απούλητα προϊόντα και όχι σπάνια κατέληγαν σε ζωικές τροφές ή στα σκουπίδια. Την ίδια εποχή παρών ήταν και ο χονδρέμπορος που, εξετάζοντας και αξιολογώντας τα προϊόντα, έκανε τις προσφορές του και, αφού συμφωνούσαν στην ποσότητα και στις τιμές, ερχόταν το φορτηγό και γέμιζε με σακιά προϊόντα.

Ένας αγρότης ή ένας ποιμένας στην ελληνική επαρχία μετά τον πόλεμο, εκτός από τις γεωργικές γνώσεις (καλλιέργειες, διαχείριση των καιρικών συνθηκών) ήταν γνώστης των αναγκών της αγοράς, των τιμών και των ελλείψεων, ώστε να προσαρμόζει και τις δικές του τακτικές και να εκμεταλλεύεται τις ανάγκες της πιάτσας. Κι όλα αυτά με μόνο εφόδιο την πείρα της οικογένειας, του σιναφιού και της πληροφορίας της αγοράς. Και βέβαια το απαραίτητο τεφτέρι, όπου σελίδες είχαν τα χρέη και σελίδες τους οφειλέτες και ξεχωριστές σελίδες με τα δάνεια και τις δόσεις τους. Με αυτό το τεφτέρι για αιώνες λειτούργησαν οι αγορές.

Ώσπου ήρθαν τα λάπτοπ και όλα τα μηχανικά και ηλεκτρονικά εργαλεία. Με τέτοια εργαλεία κινείται η παραγωγή, με τέτοια το εμπόριο, με τέτοια οι εφορίες, οι τράπεζες, οι αντιπρόσωποι ξένων προϊόντων. Με τέτοια εργαλεία επικοινωνεί όλη η αλυσίδα, από την παραγωγή ως το εξαγωγικό εμπόριο και οι μηχανισμοί των οργανισμών που τροφοδοτούν όλες τις φάσεις από την παραγωγή έως την τυποποίηση και το χρηματιστήριο των τιμών όλης της υφηλίου. Τα παντζάρια που καλλιεργούσε ο θείος μου στην Αταλάντη τώρα διαπραγματεύονται μέσω της τηλεαγοράς με τα παντζάρια του Μαρόκου, του Ισραήλ, της Αντίς Αμπέμπα και του Μεξικού. Τόση περιπέτεια αγοραία, ώστε ο παραγωγός στη Θήβα νιώθει τελείως ξένος με το προϊόν του που, τυλιγμένο σε σελοφάν, προσφέρεται σε σουπερμάρκετ στην Αλαμπάμα!!

ΔΕΙΤΕ ΤΑ ΟΛΑ ΣΤΗΝ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ ΑΡΘΡΑ
του Ανδρέα Πετρουλάκη
Το κλίκ της ημέρας
του Ανδρέα Πετρουλάκη

Πρόσφατα Νέα

LINARDI
Koutsoviti