Μια γιαγιά καλόγρια

«? κόσμου ούσι του ματαίου εκτός»
Σάββατο, 12 Ιούνιος 2010 03:00 | E-MAIL ΕΚΤΥΠΩΣΗ
Μια γιαγιά καλόγρια

Ο εσπερινός σ’ εκείνο το παλαιό μοναστήρι που βρεθήκαμε είχε αρχίσει και γινόταν σύννεφο. Κι εμείς αρπαγμένοι εκούσια στην αγκαλιά του είχαμε αρχίσει να πετάμε κοντά στα «Ουράνια Δώματα». Οι ψαλμωδίες, οι εκφωνήσεις, το θυμίαμα, τα μεγάλα μάτια των αγίων γύρωθεν, η προσευχή, το σταυροκόπημα, οι γονυκλισίες… όλα… όλα ήταν εκεί για να στήσουν τη σκάλα του Ιακώβ ορθή, ν’ ανέβουν λίγο οι πεσμένοι άνθρωποι… όσοι τουλάχιστον μπορούσαν και πάσχιζαν.
Εκεί ήταν και η Γερόντισσα. Πόσα χρόνια είχαν διαβεί από μπροστά της; Σίγουρα πολλά. Πάρα πολλά. Κοντούλα. Αδύνατη. Κυρτωμένη από τα χρόνια. Σεβάσμια. Μα μέσα από τα ράσα και τη μαντίλα της αφοσίωσης ξεπρόβαλλε ένα πρόσωπο γεμάτο έγνοια, ώστε να γίνονται όλα καθώς πρέπει, δυο μάτια σπινθηροβόλα λες κι είχαν πάρει λάμψη απ’ τα κεριά που σιγόκαιγαν στο μανουάλι, απ’ τη φλόγα που ανάδευε στα καντήλια, λες κι ο ζωγράφος που αποτύπωσε κάποτε τα μάτια των αγίων ζωγράφισε και τα μάτια της Γερόντισσας. Και δεν ήταν μόνο το πρόσωπο και τα μάτια. Ήταν και δυο χέρια άσαρκα, παραμορφωμένα απ’ την αρθρίτιδα, γεμάτα όμως δύναμη και όρεξη για δουλειά και για διακονία.
Τη μια την έβλεπες μπροστά στο μανουάλι να φροντίζει τα κεριά. Την άλλη με τη λαμπάδα στο χέρι πλάι στον ιερέα. Μετά να σφουγγίζει την εικόνα. Κατόπι να κουβαλάει τ’ αναμμένο θυμιατό. Πότε εδώ… πότε εκεί… πότε παραπέρα… πότε πίσω… πότε μπροστά! Τυλιγμένη μέσα στο θυμίαμα λες και δεν πατούσε στη γη, λες κι είχε κάνει φτερά αγγελικά και κάθε φορά με την προσταγή του Κυρίου βρισκόταν κοντά στο θέλημά Του. Κι όταν δεν υπήρχε διακόνημα απαιτητό, κούρνιαζε μέσα σε μια κόγχη της εξώθυρας και μετρούσε τις προσευχές της με το κομποσχοίνι, όρθια, τελείως ακίνητη, αφοσιωμένη στη μυστική συνομιλία με το μεγάλο Πατέρα. Νέα παιδιά, άντρες δυνατοί και ώριμοι, γυναίκες επίσης, σωριάζονταν εναλλάξ (νικημένοι απ’ την ορθοστασία) στις λιγοστές καρέκλες και στα στασίδια, ακουμπούσαν τις πλάτες στις κολόνες για στήριξη και ξεκούραση, άλλαζαν πόδια συνεχώς για να μοιράζουν το βάρος. Κι εκείνη, η γριούλα η Μοναχή, που κόντευε έναν αιώνα ζωής, η αδύνατη και καμπουριασμένη, με τα δάχτυλα τα παραμορφωμένα απ’ την αρθρίτιδα και με τα πόδια αδύναμα, στεκόταν εκεί στη μισοσκότεινη γωνιά της, όρθια, στητή, ακίνητη, με τα μάτια καρφωμένα πότε στη γη και πότε στον ουρανό, με το κομποσχοίνι μόνο να γυρίζει αργά και υπομονετικά μέσα στα δάκτυλά της και τα χείλη της να αργοσαλεύουν στις κρυφές προσευχές.
«Τοις ερημικοίς άπαυστος ο Θείος πόθος εγγίνεται, κόσμου ούσι του ματαίου εκτός».
Μια βελανιδιά αιωνόβια είχε γίνει η γιαγιά Μοναχή, με τεράστια και γερά κλωνάρια και ύψος δυσθεώρητο, που οι ρίζες της χώνονταν βαθιά και στέρια μες στη γη και το κεφάλι της έφτανε ως τους εφτά ουρανούς. Ένας Ανταίος της Εκκλησίας που πατώντας γερά πάνω στα γερά θεμέλια της αγνής και άδολης πίστης αντλούσε δύναμη θαυμαστή και θεία για να υπερβαίνει τα γήινα και να γίνεται πνεύμα Θεού. Οι «αθλητές» ήταν πολλοί σ’ εκείνον τον κατανυκτικό εσπερινό όμως όλοι είχαν νικηθεί από μια αδύνατη κι αδύναμη στο σώμα γιαγιούλα.
Οι γύρω της άνθρωποι έστρεφαν κάθε τόσο το βλέμμα τους πάνω της κοιτάζοντάς την με θαυμασμό, αμηχανία αλλά και κάποιες ενοχές: Πώς άντεχε την ορθοστασία! Πώς δεν κατέρρεε! Από πού έπαιρνε δύναμη! Γιατί αυτοί είχαν όλοι παραδοθεί και η γριούλα Μοναχή συνέχιζε απτόητη να αθλείται! Κάποια στιγμή μια ευσεβής κι ευγενική κυρία δεν άντεξε. Σηκώθηκε και σκουντώντας ελαφρά τη γερόντισσα στον αγκώνα της πρόσφερε το κάθισμά της. Γύρισε η γιαγιά η Μοναχή το κεφάλι κι όταν κατάλαβε ότι της πρόσφεραν κάθισμα για να ξαποστάσει πήρε μιαν έκφραση αποτροπιασμού, κοίταξε την ευγενική κυρία μ’ ένα βλέμμα αυστηρό (μα όχι επιτιμητικό), με μια νότα οίκτου («καημένη μου δεν καταλαβαίνεις») και δάγκωσε ελαφρά το κάτω χείλι σαν στοργικό μάλωμα σ’ ένα παιδί που από άγνοια πάει να κάνει μια ζημιά. Κι εκεί τέλειωσαν όλα! Για να επιβεβαιωθεί ότι: «Ουκ έδωκαν ύπνο τοις οφθαλμοίς αυτών, ουδέ τοις κροτάφοις ανάπαυσιν».
Σαν τέλειωσε ο εσπερινός η γιαγιούλα η Μοναχή χάθηκε απ’ τη γωνιά της σαν ν’ αναλήφθηκε στα ουράνια. Ώσπου να βγει το εκκλησίασμα στον περίβολο της Μονής, βρέθηκε η γιαγιά η Καλόγρια, πίσω από ένα τραπεζάκι καλοστρωμένο μ’ ένα δίσκο γεμάτο λουκουμάκια και μια γυάλινη κανάτα με κρύο νερό καλώντας τους ευλαβείς προσκυνητές: «Ελάτε να πάρετε ένα λουκουμάκι. Δεν έχουμε τίποτε άλλο. Είναι φτωχό το μοναστηράκι μας».
Όταν μέσα στο δειλινό απομακρυνόμαστε απ’ το Μοναστήρι (ΙΜ  Καλτεζών Αρκαδίας) μας φάνηκε ότι πάνω απ’ το Καθολικό, τυλιγμένη μέσα σ’ ένα γαλαζόλευκο σύννεφο βρισκόταν η Παναγιά μας, με τη μορφή της γιαγιάς Μοναχής, και κρατούσε στην αγκαλιά της μαζί με το Χριστό τις αμαρτίες, τις ελπίδες, τις προσευχές, τις αγωνίες, τις ενοχές, τις συγγνώμες, τα πάθη, τους πόνους… ό,τι τέλος πάντων είχε αποθέσει ο κάθε θνητός μπροστά στην εικόνα Της με την προσευχή του.
Κάθε προσκυνητής είχε βιώσει εκείνη τη στιγμή μιαν αλήθεια που συνήθως ξεχνάμε: Ότι τις ώρες που εμείς πασχίζουμε μέσα στη ζωή για τις «βιοτικές μέριμνες», λησμονώντας πως εκτός από σάρκα είμαστε και ψυχή, μέσα στα μοναστήρια, εκείνες τις ίδιες στιγμές, κάποιοι μαυροφορεμένοι στρατιώτες της Πίστης, πασχίζουν με νηστεία, εγκράτεια, άσκηση, προσευχή, μετάνοια και αφοσίωση να μας σώσουν απ’ την απώλεια και να κρατήσουν το δρόμο προς τα «Άνω» ανοιχτό, ξεριζώνοντας τα ζιζάνια που πάνε να τον κάνουν αδιάβατο, με χέρια γυμνά και πληγωμένα απ’ τις μάχες. Η καρδιά μας δεν μπορεί παρά να τους πει μόνο ένα μεγάλο «ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ».
Βαγγέλης Μητράκος

ΔΕΙΤΕ ΤΑ ΟΛΑ ΣΤΗΝ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ ΑΡΘΡΑ
του ΚΥΡ
Το κλίκ της ημέρας
του ΚΥΡ
oncologists.gr

Πρόσφατα Νέα