Ξεχασμένα παραδοσιακά επαγγέλματα

Οι βυρσοδέψες
Σάββατο, 08 Μάιος 2010 03:00 | E-MAIL ΕΚΤΥΠΩΣΗ

μέρος 3ο
Τα ταμπάκικα τότε δεν ζητούσαν επιστημονικές γνώσεις, αλλά εμπειρικές και η διδασκαλία γινόταν παραδοσιακά, από γενεά σε γενεά.
Επομένως οι περισσότεροι κάτοικοι του χωριού έβρισκαν δουλειά σ’ αυτά τα εργαστήρια, τα οποία απαιτούσαν πολλά άτομα, αφού την εργασία την έκαναν ολοκληρωτικά με τα χέρια.
Εδώ έβγαινε η περίφημη «βακέτα» από δέρμα μικρών μοσχαριών, το λεπτό και μαλακό «σεβρό» από κατσίκια, κατάλληλο για κατασκευή παπουτσιών. Επίσης κατεργάζονταν δέρματα μεγάλων ζώων, συνήθως βοοειδών και μερικά γιδοτόμαρα για να κάνουν σαμάρια και λαιμαργιές.
Από τον τομαρά και τον έμπορο οι δορές έφθαναν στην Αναβρυτή με ζώα μέσα από δύσβατα τότε μονοπάτια για να παραδοθούν στους ειδικούς τεχνίτες. Αυτοί αρχικά έκαναν την αφαίρεση των κρεάτων με μαχαίρια και διμάχαιρα που τα έλεγαν «σπάθες», ώσπου αργότερα αντικαταστάθηκαν με κατάλληλα μηχανήματα, τις λεγόμενες «ξελεσάστρες».
Έτσι η εργασία που έκανε ο εργάτης σε μία ημέρα, τώρα γινόταν σε μία ώρα. Μετά την αποκρεάτωση έριχναν τα δέρματα σε «μποτόνια» δηλαδή σε στέρνες με άφθονο νερό επί 20 και πλέον ημέρες για να επιτύχουν την αποτρίχωση. Με την πάροδο του χρόνου κατάργησαν τις στέρνες και χρησιμοποιούσαν μεγάλες βαρέλες.
Ως πρώτες ύλες καθαρισμού είχαν τον ασβέστη, τα βελανίδια και τις φλούδες από τον κορμό των πεύκων και των σχοίνων. Την κύρια ουσία που ήταν το βελανίδι γιατί περιείχε τανίνη, την προμηθεύονταν από τις βελανιδιές του τόπου μας, οι οποίες αφθονούσαν στη Μάνη.
Τον ασβέστη τον χρησιμοποιούσαν γιατί εκτός από την αποτρίχωση συγχρόνως διόγκωνε το δέρμα και ξυνόταν ευκολότερα.
Μα τα χρόνια περνούσαν και νέα δεψικά στοιχεία, χημικά τώρα, παραμέρισαν τις φυτικές ουσίες. Έτσι, αντί για ασβέστη μεταχειρίζονταν το περίφημο «σολφούρ», δηλαδή κάποια σκόνη σε μορφή πεταλούδας που ερχόταν από το εξωτερικό. Αντί για βελανίδι, του οποίου η προμήθεια ήταν κοπιαστική και χρονοβόρα, χρησιμοποιήθηκε η «κορώνα εξτρά», μια συμπαγής ουσία, με προέλευσή της την Αργεντινή.
Πριν βγουν τα χημικά μέσα, οι Αναβρυτιώτες για την κατεργασία των δερμάτων είχαν επισημάνει ως κατάλληλο δεψικό υλικό τα περιττώματα των σκυλιών. (Αυτό συνέβαινε και σε άλλα τέτοια εργαστήρια).
Σκοπός των ακαθαρσιών αυτών ήταν να διώχνουν τον ασβέστη και να μαλακώνουν το δέρμα. Έτσι, πουθενά δεν έμενε περίττωμα σκυλιού, αφού κι αυτά ήταν εμπορεύσιμα.
Μετά την αποτρίχωση και τον καθαρισμό και πάλι τα δέρματα θα έκαναν εκ νέου το λουτρό τους στα μποτόνια, που θα διαρκούσε 3-5 μήνες, με συνεχή ανανέωση του νερού. Όσο περισσότερο χρονικό διάστημα έμεναν εκεί, τόσο καλλίτερα γίνονταν.
Προτελευταίο στάδιο ήταν το στέγνωμα. Κρέμαγαν τις προβιές στον αέρα και ανάλογα με τις καιρικές συνθήκες παρέμεναν εκεί ως ότου καλοστεγνώσουν.
Η τελευταία πράξη που παιζόταν στην όλη διαδικασία ήταν κι εδώ, όπως και σε όλα τα βυρσοδεψεία της χώρας μας, το σιδέρωμα με κυλίνδρους που το τεράστιο βάρος πίεζε πολύ το δέρμα ώστε έβγαινε γυαλισμένο και στανιαρισμένο (τεντωμένο). Στη συνέχεια τα δίπλωναν τυλίγοντάς τα σε ρολά, τα έδεναν και έτοιμα πλέον τα έπαιρνε το εμπόριο.
Το κατέβασμα του πολύτιμου αυτού φορτίου, που έκρυβε ελπίδες και όνειρα, γινόταν πάλι με ζώα από το χωριό στη Σπάρτη για να προωθηθούν στον τόπο της αποστολής τους,  που πάντα ήταν το εσωτερικό και κυρίως η Πελοπόννησος και ουδέποτε το εξωτερικό. Επομένως τα Αναβρυτιώτικα πετσιά κάλυπταν τις δικές μας ανάγκες και από τη βιοποριστική αυτή απασχόληση ζούσαν οι περισσότεροι κάτοικοι του χωριού.
Σήμερα όμως όλα αυτά βουβάθηκαν και η επαγγελματική εκείνη ζωντάνια βούλιαξε στη σιωπή του χρόνου μαζί με τα ταμπάκικα, που ελάχιστα από αυτά παραμένουν μισογκρεμισμένα για να θυμίζουν το παρελθόν.
Γενικά η βυρσοδεψία για την Ελλάδα ήταν ένα προσοδοφόρο επάγγελμα και τους ταμπάκηδες την εποχή εκείνη τους θεωρούσαν ως εφοπλιστές, ιδίως στη Χίο, στη Σάμο και στη Μυτιλήνη.
Αλλά «τα πάντα ρει», κατά τον Ηράκλειτο.
Ο Μεγαλοδύναμος Θεός ας χαρίζει υγεία στον κ. Ντίνο Γάββαρη και στην οικογένειά του για να μας ιστορεί τα περασμένα και να μην αποκοπούμε από τις ρίζες μας.
Περιγράφοντας τούτο το θέμα, η σκέψη μου στο οδοιπορικό της πήγε και στάθηκε πολύ μακριά, σε χρόνια νοσταλγικά και ανεπανάληπτα. Φώλιασε στη ζεστή πατρική στέγη και πρόβαλε στη νοερή οθόνη εικόνες από έντονες παιδικές μνήμες με πρωταγωνίστρια τη μορφή του πατέρα, λίγο πιο πέρα απ’ την αυλή.
Φρεσκοσφαγμένο το κατσικάκι μας το τσιγκέλωσε κάτω από ένα δέντρο και αφού το φούσκωσε με ένα καλαμποκάνι, το έγδαρε προσεκτικά για να μην τρυπήσει το δέρμα. Του έκοψε πολύ καλά τα μαλλιά, γύρισε το μέσα – έξω, το αλάτισε με χοντροκομμένο αλάτι, έβαλε κάτι καλάμια ανάμεσα στα τοιχώματα του τομαριού και το κρέμασε στον αέρα για να ξεραθεί. Τούτο το παράξενο πετσί θα γινόταν το ευλογημένο δοχείο, όπου μέσα εκεί η μητέρα θα τοποθετούσε τις φέτες του τυριού που έπηζε από τις γιδούλες μας μαζί με άρμη, για να θρέψει επτά παιδιά.
Ήταν το περίφημο και πεντανόστιμο «τουλουμοτύρι» που θα το άνοιγαν οι γονείς όταν έπρεπε.
Εκείνο όμως που μένει ζωηρά σταμπαρισμένο στο παιδικό μυαλό μου είναι ότι κατά τη σκληρή και μαύρη εχθρική κατοχή αυτό το «τουλούμι ή ασκί» όπως το λέγαμε τότε, το έκρυβαν οι γονείς στην κουφάλα μιας μουριάς του κήπου μας για να μην πέσει στα άρπαγα χέρια των κατακτητών.
Επομένως και ο τρόπος αυτός της επεξεργασίας του κατσικήσιου τομαριού από τον πατέρα, ήταν μια πολύ απλή μορφή βυρσοδεψίας.
Άλλοτε πάλι η δυνατή φωνή κάποιου πλανόδιου: «Τομαράς –άς –άς!» μας έδινε τη χαρά ώστε να εξοικονομούμε έστω και λίγες δραχμούλες πουλώντας το δέρμα του σφαχτού μας.
Σήμερα, όμως, που ο πολιτισμός άλλαξε τη ζωή μας, όλα αυτά ανήκουν πλέον στα παραμύθια.
Μαρία Παπαστρατάκου - Μυλωνάκου

ΔΕΙΤΕ ΤΑ ΟΛΑ ΣΤΗΝ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ ΑΡΘΡΑ
του ΚΥΡ
Το κλίκ της ημέρας
του ΚΥΡ
oncologists.gr

Πρόσφατα Νέα