Ξεχασμένα παραδοσιακά επαγγέλματα:

Οι βυρσοδέψες
Παρασκευή, 07 Μάιος 2010 03:00 | E-MAIL ΕΚΤΥΠΩΣΗ

μέρος 2ο
Αρχικά στη βυρσοδεψία χρησιμοποιούσαν ρίζες, φλούδες, καρπούς και φύλλα δέντρων, δηλαδή φυτικές ουσίες. Επίσης έλαια και λίπη ζώων, καθώς και διάφορα ορυκτά, όπως χρώμιο και αργίλιο. Με την ανακάλυψη όμως των χημικών ουσιών συντόμευσαν όχι μόνο τον χρόνο, αλλά και την ποιότητα καλλιτέρευσαν. Γιατί με τις κατάλληλες δεψικές ύλες, δηλαδή τις ειδικές χημικές ουσίες γινόταν η αποτρίχωση και το δέρμα αποκτούσε σκληράδα και ταυτόχρονα ευκολία  για κατεργασία.
Μα και οι στέρνες αντικαταστάθηκαν με μεγάλες βαρέλες νερού που συνεργούσαν στη σύντομη δέψη και στην ποιοτική άνοδο της δερματοπαραγωγής.
Όμως στην όλη διαδικασία η παρουσία της διαλυμένης τανίνης ήταν πολύ απαραίτητη.
Η τανίνη είναι μια ουσία, η οποία υπάρχει στα φυτά, στα δέντρα, μα κυρίως στη βελανιδιά (στους καρπούς της) και χρησιμοποιείται στη βυρσοδεψία, στη βαφή διαφόρων υφασμάτων, καθώς και στα ποτά που τους δίνει διαύγεια, ιδίως στο κρασί και στη μπύρα.
Επειδή, καθώς προαναφέρθηκε, η κατεργασία των δερμάτων απαιτούσε πολύ νερό και προκαλούσε ακαθαρσίες, φρόντιζαν κι έκτιζαν τα βυρσοδεψεία κοντά σε ποτάμια.
Τα νησιά δεν αντιμετώπιζαν τέτοιο πρόβλημα, αφού η θάλασσα απλώνεται μπροστά τους και η Χίος, η Μυτιλήνη και η Σάμος έχουν πολλά να καυχηθούν για τα βυρσοδεψεία τους.
Όταν πλέον τελείωναν όλα τα στάδια του βασανισμού για τα δέρματα που διαρκούσαν μήνες, έφτανε και ο καιρός που κρεμασμένα σε κάποιο ευάερο μέρος χόρταιναν αέρα και γαλήνη ως ότου στεγνώσουν εντελώς. Και πάλι όμως όλα τα τομάρια θα βρίσκονταν κάτω από μεγάλους κυλίνδρους που ασκούσαν τεράστια πίεση για να σιδερωθούν, να διπλωθούν και έτοιμα πια να παραδοθούν στο εμπόριο, ανάλογα βέβαια με τον προορισμό του κάθε δρέματος.
Γιατί ο σκοπός της δερματεμπορίας ήταν και είναι πολυποίκιλος. Σήμερα το μεγαλύτερο ποσοστό διατίθεται για την υποδηματοποιΐα: Σολοδέρματα από δέρμα βοοειδών. Διάφορα άλλα για το επάνω μέρος του παπουτσιού: Σεβρά από δέρμα αιγών, αδιάβροχα, η λεγόμενη βακέτα από δέρματα μοσχαριών που είναι και πολύ ανθεκτικά, λουστρίνια από ειδικά κατασκευασμένο δέρμα πολυτελείας γυαλιστερό και βερνικωτό, καστόρινα, σουέτ για γάντια και λοιπά. Όλα αυτά τα δέρματα διακρίνονται για τη στερεότητα και την ποιότητα.
Αναμφισβήτητα υπάρχουν και κατώτερα δέρματα, όπως των αλόγων και των γαϊδάρων. Των αλόγων, επειδή είναι λεπτότερα, χρησιμοποιούνται στην κατασκευή σαμαριών (σαγματοποιΐα). Οι δορές των προβάτων χρειάζονται και διάφορα καπέλα και για βιβλιοδεσία και με τις ράχες των μεγάλων ζώων κάνουν τους ιμάντες (λουριά).
Γνωστά κατά τα προηγούμενα χρόνια ήταν και τα «γουρουνοτσάρουχα», δηλαδή τσαρούχια από δέρμα γουρουνιών.
Μα η χρήση του κατεργασμένου δέρματος είναι τόσο ευρεία που το βρίσκουμε ακόμη σε βαλίτσες, σε σάκκους, σε τσάντες με καταπληκτική αφθονία και ποικιλία, σε πορτοφόλια, σε χαρτοφύλακες, σε γάντια, σε μπαούλα, σε ορθοπεδικά είδη, σε δερμάτινα ενδύματα, μα και σε έπιπλα ακόμη.
Ο μεγαλύτερος όμως καταναλωτής είναι ο στρατός, που χρειάζεται χιλιάδες αρβύλες, χιτώνια, σαμάρια για τα ζώα ιδίως κατά τα προηγούμενα χρόνια και για άλλες ανάγκες.
Μετά τον Β΄ Παγκόσμιο πόλεμο άρχισαν να κάνουν την εμφάνισή τους διάφορες πλαστικές ύλες, πολύ στερεές, ευλύγιστες και ανθεκτικές, οι οποίες παραμέρισαν κατά πολύ τα γνήσια δέρματα, χωρίς όμως να μειώσουν και την αρχική τους αξία.
Σε πολλές περιπτώσεις συνυπάρχουν αυτά τα δύο και οι εντυπωσιακές δερματίνες, ως υποκατάστατες της δερμάτινης γνησιότητας, συχνά ξεγελούν τα αθώα μάτια, ενώ στην ουσία είναι πάντα κατώτερες.
Άλλωστε το γνήσιο ξεχωρίζει και από την ιδιάζουσα οσμή του.
Αξίζει να σημειωθεί ότι τα καλλίτερα δέρματα θεωρούνται της Αυστραλίας, της Κίνας, της Ινδοκίνας και της Μαδαγασκάρης.
Οι Έλληνες βυρσοδέψες κατά το πλείστον χρησιμοποιούν εγχώριες δορές και το πρώτο εργαστήριο κατεργασίας δερμάτων στην Ελλάδα ιδρύθηκε το έτος 1830.
Το θέμα αυτό εγγίζει τα μέγιστα και την τοπική μας βιοτεχνία, αφού οι βυρσοδέψες ήρθαν και ρίζωσαν και στη Λακωνία και συγκεκριμένα στην όμορφη και γραφική, στην ορεινή Αναβρυτή.  Φυτεμένη, θαρρείς, από την τεχνήτρα φύση σε κάποιο άπλωμα της ανατολικής πλευράς του μεγαλόπρεπου Ταϋγέτου, λίγα χιλιόμετρα πιο πάνω από τη Σπάρτη, με το ζαγκλωτό της ανηφόρισμα, θρέφει στη μαγευτική αγκαλιά της πάνω από χίλια χρόνια τους δραστήριους Αναβρυτιώτες με το εμπορικό μυαλό.
Έξω από το χωριό, βορειότερα, ταπεινά προβάλλει το παραδοσιακό μοναστήρι που είναι αφιερωμένο στην Παναγία την Φανερωμένη, αφέντρα και προστάτισσα της περιοχής.
Πρωτοπόροι και πρωτομάστορες της βυρσοδεψίας στη Λακωνική γη από το 1908 περίπου οι κάτοικοι τούτου του χωριού, έγιναν γνωστοί για τα χειρωνακτικά ταμπάκικα, τα εργαστήρια της δέψης των τομαριών, που αργότερα εξελίχθηκαν σε μηχανοκίνητα.
Δεν πέρασε όμως ένας αιώνας και γύρω στα 1985 η επαγγελματική αυτή απασχόληση άρχισε να καταρρέει με την εμφάνιση των συνθετικών δερμάτων. Δεν υπήρχε πια η παλιά ζήτηση και τα τοπικά βυρσοδεψεία άρχισαν να κλείνουν το ένα μετά το άλλο. Μάλιστα από όλη την Πελοπόννησο εκείνο που είχε την τύχη να λειτουργήσει τελευταίο ως το 1985 ήταν του Σαράντου Γάββαρη.
Τον γιο του, τον εξαίρετο και έντιμο πολίτη της Σπάρτης, τον Ντίνο Γάββαρη, τον ευγενικό και αξιαγάπητο γείτονά μου, βρήκα και ρώτησα για την βυρσοδεψική δραστηριότητα των συγχωριανών του.
Σ’ αυτόν οφείλω όλες αυτές τις πηγαίες και πολύτιμες πληροφορίες για τους ταμπάκηδες της Αναβρυτής, για τις οποίες θερμώς τον ευχαριστώ.
Γνώστης των πάντων λεπτομερώς γύρω από αυτή τη δουλειά, μου ιστόρησε βαθιά συγκινημένος τα περασμένα. «Αχ, τι μου θύμησες, κυρά Μαρία!» μου επαναλάμβανε διαρκώς δακρυσμένος. «Αχ, τι μου ζωντάνεψες στο νου!».
Ο αείμνηστος πατέρας του, ο Σαράντος Γάββαρης, είχε κι αυτός το δικό του βυρσοδεψείο στο χωριό του και απασχολούσε ως 15 εργάτες, αφού όλη η εργασία γινόταν χειρωνακτικά. Το 1947 έφυγε από την Αναβρυτή και ήρθε στη Σπάρτη χτίζοντας καινούργιο, μηχανοκίνητο πλέον. Εδώ οι μηχανές συντομεύοντας τα πάντα μείωσαν κατά πολύ τον αριθμό των εργατών, όπως άλλωστε έγινε με όλα τα άλλα εργαστήρια όταν μετατράπηκαν σε μηχανοκίνητα.
Δίπλα, λοιπόν, στο ποτάμι Σκωτέας (Σκατιάς), επί του δρόμου προς τον Αγιάννη, ανάμεσα στο Χαρίσιο και τις Καμάρες, πριν τη γέφυρα, το νέο εργοστάσιο γνώρισε πολλές δόξες τότε. Σήμερα όμως νεκρό και άπραγο, αγκαλιασμένο από τις λυγαριές και τα βάτα, βουβό και στοιχειωμένο θρηνολογεί κρατώντας στα ντουβάρια του την επιγραφή:
«Βυρσοδεψεία, Σαράντος Γάββαρης και υιοί».
Βοηθούμενος, λοιπόν, ο πατέρας από τους δυο γιούς του ξεκίνησε τον Σεπτέμβριο του 1947 τη δουλειά, που χρόνια πλέον η πείρα τους είχε διδάξει όλα τα μυστικά της.
Πολύ νωρίτερα, όμως, λειτουργούσε κι άλλο βυρσοδεψείο στη Σπάρτη, μηχανοκίνητο εξ αρχής εκείνο και το είχαν ο Ιωάννης και Παναγιώτης Λαδόπουλος, προς το σημερινό Α΄ Δημοτικό Σχολείο.
Άλλοι άνθρωποι που διατηρούσαν βυρσοδεψεία στην Αναβρυτή, σύμφωνα πάντα με τις μαρτυρίες του κ. Γάββαρη, ήταν οι:
Μανιάτης Παναγιώτης, Μανιάτης Ιωάννης, Γάββαρης Παναγιώτης, Γάββαρης Ευστράτιος και Μητράκος Ανδρέας.
                                                                                                                                        συνεχίζεται
                                                                                                   Μαρία Παπαστρατάκου-Μυλωνάκου