«Και δώρο? η λαμπάδα!»

Η διαφήμιση της TV ξεκινά δείχνοντας (με ρυθμό καταιγιστικό) εξωγήινους, στρατιώτες πολεμοχαρείς, δεινόσαυρους, παιχνιδομηχανές, οχήματα πολεμικά και άλλα, κούκλες σύγχρονες...
Τετάρτη, 31 Μάρτιος 2010 03:00 | E-MAIL ΕΚΤΥΠΩΣΗ
«Και δώρο? η λαμπάδα!»

Η διαφήμιση της TV ξεκινά δείχνοντας (με ρυθμό καταιγιστικό) εξωγήινους, στρατιώτες πολεμοχαρείς, δεινόσαυρους, παιχνιδομηχανές, οχήματα πολεμικά και άλλα, κούκλες σύγχρονες κλπ, κλπ! Μ’ άλλα λόγια όλα τα σύγχρονα παιχνίδια που η διαφήμιση και το εμπόριο πλασάρουν τεχνηέντως την περίοδο του Πάσχα στα παιδιά. Κι αφού, εξουθενωτικά, έχουν ειπωθεί τα πάντα για το πόσο τέλειο (άρα και απαραίτητο) είναι το διαφημιζόμενο παιχνίδι ακούγεται στο τέλος, ως τραγική ειρωνεία και το επιμύθιο: «Και δώρο… η λαμπάδα!». Κι από μιαν άκρη του τεράστιου παιχνιδοκουτιού βγαίνει μια άχαρη, καχεκτική λαμπάδα, αυτή, δήθεν, που θα κρατήσουν (αν κρατήσουν) τα παιδιά στην Ανάσταση που θα πάνε (αν πάνε).
Η συνέχεια γνωστή και αναμενόμενη: Χιλιάδες παιδιά ανά την Ελλάδα τραβώντας κυριολεκτικά απ’ το χέρι γονήδες και νουνούς, τους οδηγούν στα καταστήματα παιχνιδιών για ν’ αγοράσουν την πανάκριβη, βιομηχανοποιημένη πασχαλινή λαμπάδα (δηλαδή το παιχνίδι), αφού κάποιος πρέπει (και μάλιστα σε εποχές μεγάλης οικονομικής κρίσης) να πληρώσει το μάρμαρο. Κι ύστερα, στο σπίτι, παιδιά αναψοκοκκινισμένα από αδημονία θ’ ανοίξουν με βία το κουτί, θα πετάξουν την κινέζικη λαμπάδα στην άκρη (ούτε πρόκειται ν’ ασχοληθούν μαζί της πια) και θ’ αρχίσουν να παίζουν  με τα παιχνίδια εισπράττοντας, εν πολλοίς, απογοήτευση αφού τα όσα τους έδειξε η  ΤV ελάχιστη ή καθόλου σχέση είχαν με το πραγματικό παιχνίδι που βρήκαν στο κουτί.
Κακόμοιρη, πασχαλινή λαμπάδα, πού κατάντησες! Ένα φτωχό κι ασήμαντο συνοδευτικό ενός πανάκριβου παιχνιδιού, με αφορμή μονάχα για να κινηθεί η αγορά και να τονωθούν τα κέρδη του παγκοσμιοποιημένου κεφαλαίου, το οποίο έχει εντάξει πλέον ενεργά τα παιδιά στις τάξεις των σίγουρων κι ευκόλως χειραγωγούμενων αιμοδοτών του.
Τι άραγε θα αποκομίσει το σημερινό παιχνίδι από το συναίσθημα της Μεγάλης Εβδομάδας κι από τη χαρά της Ανάστασης όταν αντί να βρίσκεται κάθε βράδυ στην Εκκλησιά ξημεροβραδιάζεται μπροστά στις οθόνες των Η/Υ και των τηλεοράσεων (και γι’ αυτό βεβαίως φταίνε οι γονείς), όταν το κυρίαρχο θέμα των ημερών γι’ αυτό είναι η σύγχρονη Βαβέλ των παιχνιδιών της αγοράς του κέρδους και ο άκρατος καταναλωτισμός; Τι θα έχει αυτό το παιδί να θυμάται (ως μεγάλος πια) από τα παιδικά του Πάσχα; Τίποτα! Ένα απόλυτο κενό. Και τούτο είναι ό,τι χειρότερο μπορεί να συμβεί σ’ έναν άνθρωπο: Να μεγαλώσει έχοντας μέσα του ένα μαύρο κενό που χρόνο με το χρόνο θα μεγαλώσει και θ’ αγριεύει.   
Κι όμως! Δεν ήταν πάντοτε έτσι. Στα χρόνια τα παλιότερα, τα χρόνια τα δύσκολα, που είχαν όμως ψυχή, η πασχαλινή λαμπάδα ήταν για τα παιδιά το κυρίαρχο συστατικό του ελληνικού, ορθόδοξου Πάσχα: Άσπρη, κάτασπρη, λυγερή, καμωμένη από τα έμπειρα χέρια του έλληνα κηροπλάστη (αλήθεια ποιος φανταζόταν ότι οι κινέζοι του Κομφούκιου, του Ταοϊσμού και δεν ξέρω τι άλλο, θα έφτιαχναν λαμπάδες για τους ορθόδοξους έλληνες) στολισμένη απλά και απέριττα, έτσι όπως ταιριάζει στην πραγματική ομορφιά, μ’ ένα-δυο χάρτινα ή υφασμάτινα λουλουδάκια και μια σεμνή κορδελίτσα δεμένη φιόγκο, στόλιζε τους πάγκους των κηροπλαστείων της εποχής κρεμασμένη στα καρφάκια από τη θηλίτσα που σχημάτιζε στην κορφή το φιτίλι της.
Τις παραμονές του Πάσχα ντυμένα με τα καλά τους, πλυμένα, καλοχτενισμένα και μοσχομυριστά τα παιδάκια, συνοδευόμενα από τους γονείς και τους νονούς, έβγαιναν στην αγορά για τα πασχαλιάτικα ψώνια (συνήθως παπουτσάκια) κι απαραιτήτως για την πασχαλινή λαμπάδα τους. Μπροστά στους πάγκους των κηροπλαστείων, τους στολισμένους με τις λαμπάδες καθώς οι αγροί απ’ τα μυριόχρωμα λουλούδια της άνοιξης, διάλεγαν τα παιδάκια τη λαμπαδούλα που τους άρεσε και κρατώντας την προσεχτικά σαν κάτι πολύτιμο και μοναδικό την απίθωναν σ’ ένα εμφανές μέρος του σαλονιού για να την καμαρώνουν όλες τις μέρες και τις νύχτες, ώσπου να ’ρθει η ώρα να την κρατήσουν αναμμένη απ’ το Άγιο Φως μπροστά στο «Χριστός Ανέστη». Το ιλαρό φως αυτής της αυθεντικής παραδοσιακής λαμπάδας φώτιζε το φιλί της αγάπης, έφτιαχνε στο ανώφλι το Σταυρό τον αποτρεπτικό του κακού για το σπίτι και άναβε το γεμάτο με λάδι καντήλι στο εικονοστάσι. Συνήθως τα παιδάκια εκείνου του καιρού έλυναν το λουλουδάκι και την κορδελίτσα της αναστάσιμης λαμπάδας τους και τα φύλαγαν για χρόνια σαν ανάμνηση των Πάσχα των παιδικών τους χρόνων. Αλήθεια, ακόμα και σήμερα, σε πόσα σκοτεινά ντουλάπια και συρτάρια, μαζί με άλλα ενθυμήματα, δε θα κρύβονται και κάποια ξεθωριασμένα λουλουδάκια και κορδελίτσες από πασχαλινές λαμπάδες αξέχαστων παιδικών χρόνων; Μετά το Πάσχα, τη λαμπάδα που είχε απομείνει, την πήγαιναν, έτσι μισοκαμμένη, στην εκκλησία, στη γιορτής της Ζωοδόχου Πηγής ή τ’ Αη-Γιωργιού ή και σε κάποια Κυριακή, για ν’ αποκαεί μπροστά στον αναστημένο Χριστό.
Η παλιά πασχαλινή λαμπάδα αποτυπώθηκε από πολλούς εικονογράφους σε παιδικά βιβλία της εποχής, όπως πχ από τον Κ. Γραμματόπουλο στο παλιό αλφαβητάρι με το Μίμη, την Άννα και τ’ άλλα παιδιά. Ποιος δε θυμάται την κάτασπρη λαμπαδούλα με το κόκκινο τριαντάφυλλο και τη γαλάζια κορδελίτσα που στόλιζε το κείμενο «Η Λαμπρή» της σελ. 156 και ποιος μπορεί να ξεχάσει το αγιασμένο χέρι της γιαγιάς που κρατώντας τη λαμπάδα αυτή ανάβει το καντήλι στο κείμενο «Επιστρέφουν στο σπίτι» της σελ. 158;
«Η Έλλη κρατεί τη λαμπάδα της
και προσέχει να μη σβήση.
Πηγαίνει τη λαμπάδα στο σπίτι.
Τη δίνει στη γιαγιά και λέγει:
- Χριστός ανέστη, γιαγιά.
Η γιαγιά τη φιλεί και λέγει:
- Αληθώς ανέστη, παιδί μου.
Ύστερα παίρνει τη λαμπάδα.
Πηγαίνει στο εικόνισμα
και ανάβει το κανδήλι».
Και στο παλιό Αναγνωστικό της β΄ Δημοτικού ποιος δε θυμάται τις πασχαλινές λαμπάδες που είχε ζωγραφίσει ο Γ. Μανουσάκης να κρέμονται στολισμένες στον πάγκο του κηροπλαστείου, πριν από το κείμενο «Η Ανάσταση» της σελ. 153;
Η παλιά πασχαλινή λαμπάδα υπήρξε, τέλος, και σημείο αναφοράς πολλών σημαντικών πεζογράφων του παρελθόντος:
«…Την εσπέραν έφερεν οίκαδε ο πατήρ τας πασχαλινάς λαμπάδας, ωραίας, λεπτάς, περιτέχνους. Τι χαρά, τις θρίαμβος! Φαντασθήτε ωραίας μικράς λαμπάδας με άνθη τεχνητά, με χρυσόχαρτα. Ο Ευαγγελινός ήθελε να πάρει την της αδελφής του λέγων ότι εκείνη είναι μεγαλειτέρα. Η μήτηρ τού την έδωκε, αλλ’ ο μικρός την έσπασε, εκεί που έπαιζε με αυτήν, έσπασε και την ιδικήν του, και ύστερον έβαλε τα κλάμματα. Ο πατήρ τού αγόρασε άλλην, αφού τον υποχρέωσε να υποσχεθή ότι δεν θα την πιάση εις την χείρα έως τα μεσάνυκτα, όταν θα υπάγουν εις την Ανάστασιν.
Ο μικρός απεκοιμήθη κλαίων και χαίρων».
(Αλ. Παπαδιαμάντης -«Παιδική Πασχαλιά»- 1891).
Σήμερα, στα «χρόνια της στέγνιας», ποιος Γραμματόπουλος και ποιος Παπαδιαμάντης να ασχοληθεί με την πασχαλινή λαμπάδα που τόσο εύκολα και «ελαφρά τη καρδία» εξωπετάξαμε από τη ζωή μας μαζί μ’ ένα σωρό άλλους θησαυρούς που μας είχε αφήσει κληρονομιά η ελληνική, ορθόδοξη παράδοση; Και ποια σημερινά παιδιά θα κουβαλήσουν μέσα τους (σαν μεγάλοι πια) μια πασχαλινή λαμπάδα που θα καίει εσαεί πλάι στην καρδιά τους για να φωτίζει το δύσκολο και ανηφορικό δρόμο της ζωής τους και να ζεσταίνει τις κρύες και μοναχικές νύχτες του μέλλοντός τους;
«Εάν επιλάθωμαί σου Ιερουσαλήμ,
επιλησθείη η δεξιά μου, κολληθείη
η γλώσσα μου τω λάρυγγί μου, εάν
ου μη σου μνησθώ».
Καλό Πάσχα!
                                                                                                                     Βαγγέλης Μητράκος