«Η γρια-τσιμπίδα»

του Βαγγέλη Μητράκου
Πέμπτη, 25 Φεβρουάριος 2010 02:00 | E-MAIL ΕΚΤΥΠΩΣΗ
«Η γρια-τσιμπίδα»

Την κουβαλάω στην  καρδιά μου από τότε που γράφτηκαν μέσα μου οι πρώτες αναμνήσεις: Μια τσιμπίδα τζακιού! Μαυριδερή, λυγερή (τότε), χειροκαμωμένη από λαμαρίνα χονδρή, ακουμπισμένη πάντοτε στο παραγώνι του τζακιού του παλιού πατρικού μου σπιτιού.
Την άγγιζαν κάποτε τα χέρια της συγχωρεμένης της γιαγιάς μου της Σταμάτας και του παππού μου του Γιάννη, όταν καθισμένοι στο χαμηλό ψάθινο σκαμνάκι, με ακουμπισμένο το άσπρο τους κεφάλι στη μετώπη του τζακιού, ανασκάλιζαν με την τσιμπίδα μέσα στα αναμμένα κάρβουνα και τις πορτοκαλιές φλόγες τα περασμένα και ονειρεύονταν τα μελλούμενα. Την ακούμπησαν τα χέρια του πατέρα μου του Παναγιώτη, που έφυγε νέος για το μεγάλο ταξίδι στη «μαύρη θάλασσα». Τσακισμένος στα βράχια της ζωής, που τ’ άρεσε να συμπάει τη φωτιά με την τσιμπίδα ή να γυρίζει μ’ αυτήν και να στυλώνει τις φέτες το καψαλιστό ψωμί που τ’ άρεσε να τις τρώει ζεστές, εκεί δίπλα στο παραγώνι, με λάδι, λεμόνι, ρίγανη και αλάτι. Την ακούμπησαν σίγουρα (αλλοίμονο... δεν μπορώ να θυμηθώ) και τα χεράκια του Τάκη μου, που 4 χρονών πουλάκι πέταξε στα σύννεφα, πριν απ’ τον παππού του.
Και μείς παιδιά, παίζαμε με την τσιμπίδα στο τζάκι, ανακατεύαμε τις στάχτες, πιάναμε τα κάρβουνα και ρίχναμε στις φλόγες τα μικρά ξυλάκια που έμεναν άκαυτα στις παρυφές της θράκας και της φωτιάς. Πολλές φορές, ξεχασμένη η τσιμπίδα κοντά στη φωτιά, μας έκαιγε τα χέρια όταν την πιάναμε, μα γρήγορα το ξεχνάγαμε και φιλιώναμε και πάλι μαζί της. Μ’ αυτή την τσιμπίδα έβαζε και έβγαζε η μάνα μας τα αυγά κάθε αποκριά (ένα για τον καθένα) στις ζεστές στάχτες της φωτιάς του τζακιού προσπαθώντας από τον ιδρώτα που θα ’βγαζαν τα αυγά να μαντέψει την τύχη μας για το αύριο.
Η γρια-τσιμπίδα, η γύφτισσα, σώθηκε κατά τρόπο θαυματουργό απ’ το γκρέμισμα του παλιού πατρικού μου σπιτιού, μάλλον από τα χέρια και την έγνοια της μάνας μου, που σε κείνη την καταστροφή ήξερε τι έπρεπε να διασώσει. Στη θέση του παλιού σπιτιού υψώσαμε ένα σύγχρονο σπίτι. Ανεβήκαμε και εμείς απ’ τα κατώγια στ’ ανώγεια. Φτιάξαμε στο σαλόνι κι ένα μεγάλο τζάκι από βαρύ γυαλιστερό μάρμαρο. Ζεσταίνει καλύτερα απ’ το παλιό, αλλά… δε «ζεσταίνει». Εκείνο το τζάκι το παλιό, ακόμα και ζεστό να ήταν, σε ζέσταινε μόνο και μόνο με τη θωριά του. Και κατά έναν τρόπο θαυματουργό ακόμα μου ζεσταίνει την ψυχή, όταν η θύμηση το ανακαλεί από το χθες. Τούτο εδώ το καινούργιο είναι άλλο πράγμα. Λίγο ξένο. Λίγο απόμακρο. Όσο και αν το καλοπιάνεις δεν θέλει να γίνει φίλος σου. Ευτυχώς, όμως, εκεί πάνω στο γυαλιστερό του μάρμαρο είναι ακόμα ακουμπισμένη εκείνη η παλιά τσιμπίδα!
Έχει πια γεράσει για τα καλά, αφού μετράει 60, και βάλε, χρόνια πάνω στη ράχη της. Τα δυο της μπράτσα έχουν στραβώσει και έχουν αδυνατίσει. Δεν πιάνουν πια τόσο καλά τα κάρβουνα όπως παλιά. Η παλιά της λυγεράδα κι ελαστικότητα έχει πια χαθεί: Όταν τη λυγίζεις για να πιάσει κάτι, δεν έχει δύναμη και μετά δυσκολεύεται να ξανάρθει στην πρωτινή της θέση, όπως ακριβώς μια γιαγιούλα καμπουριασμένη, που θέλει μα δεν μπορεί να ορθώσει το κορμί της.
Παρά ταύτα, κάθε φορά που πάω στο τζάκι κι απλώνω χέρι να πιάσω την τσιμπίδα, αυτό από μόνο του, δεν πάει στη μεγάλη, δυνατή, σύγχρονη τσιμπίδα που καρτερεί στο πλάι, αλλά σε τούτη τη γρια-τσιμπίδα, τη γύφτισσα, που έχει γίνει πια σεβαστό μέλος της οικογένειας. Κάθε φορά που την αγγίζω κι ανασκαλίζω λίγο τη φωτιά, βλέπω μέσα από τις σπίθες να ζωντανεύει το σπίτι το παλιό: Το χειμωνιάτικο (υπνοδωμάτιο και κουζίνα μαζί και ό,τι άλλο θες), το τζάκι το παλιό με το τζακόπανο, ο τσιμεντένιος νεροχύτης με τη νυφτήρα, το εικονοστάσι με τα καπνισμένα εικονίσματα και το μεγάλο γυάλινο καντήλι, το ντιβάνι με τα νίκελα τα γυαλιστερά πλάι ακριβώς στο τζάκι, απέναντι απ’ το τζάκι, κολλητά στον τοίχο, το μπαούλο με τα χοντρόρουχα που το χρησιμοποιούσαμε και για κάθισμα, από πάνω από το μπαούλο η τάβλα με διάφορα κατσαρολικά, η παλιά άβαφη ξύλινη πόρτα από πλατιές πλανισμένες σανίδες γεμάτη μολυβιές και καραγκιοζάκια, το ντουλάπι σε μια κόχη που πρώτα ήταν παράθυρο (4-5 σανίδες - ράφια γεμάτες ποτήρια, κατσαρόλια, βαζάκια, μπουκάλια, τρόφιμα κλπ) σκεπασμένο μ’ ένα σεντόνι που κρεμόταν από μπροστά στην κουζίνα, η λάμπα του πετρελαίου κρεμασμένη στον τοίχο από μια μεγάλη σκουριασμένη πρόκα, φωτογραφίες των παππούδων στους τοίχους και μερικές δικές μας, μια τραπεζαρία που τα ’χε όλα πάνω της και πιατοθήκη και ψωμιέρα, και βάζα και μπουκάλια και  ό,τι βάζει ο νους σου. Αλήθεια! Πού χώραγαν τόσα πράγματα και τόσοι άνθρωποι σ’ ένα καμαράκι 5Χ5 και σήμερα δε χωράμε στις «σπιταρόνες» των πολλών τετραγωνικών; 
Τέτοια θαυμαστά πράγματα κάνει η γρια-τσιμπίδα κάθε φορά που την αγγίζω. Και δεν είναι αυτά μόνο. Μαζί με τα άψυχα βγαίνουν μέσα από τις φλόγες του τζακιού και μου χαμογελούν όλοι οι αγαπημένοι που ’χουν φύγει και τότε οι κουρτίνες των δακρύων θολώνουν τα μάτια και οι εικόνες θολώνουν κι αυτές και χάνονται και το μόνο που μένει όταν «ξυπνάω» είναι μια γριά-τσιμπίδα σε ένα χέρι που τρέμει, μια γρια-τσιμπίδα που ξέρω πως θα ζήσει ΚΑΙ μετά από μένα, μια γρια-τσιμπίδα μάγισσα που ίσως πει κάποτε και τη δική μου ιστορία, όταν θα ξεπροβαίνω και εγώ μέσα από τις φλόγες του τζακιού. 
                                                                          «Η μνήμη όπου και να την
                                                                        αγγίξεις πονεί…» (Γ. Σεφέρης)
                                                                                                                        Βαγγέλης Μητράκος

ΔΕΙΤΕ ΤΑ ΟΛΑ ΣΤΗΝ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ ΑΡΘΡΑ
του ΚΥΡ
Το κλίκ της ημέρας
του ΚΥΡ
oncologists.gr

Πρόσφατα Νέα