Η χωριατοπούλα και οι στρίγκλες

Το παραμύθι της εβδομάδας στον «Λακωνικό Τύπο»

Παρασκευή, 02 Απρίλιος 2021 12:16 | E-MAIL ΕΚΤΥΠΩΣΗ
Η χωριατοπούλα και οι στρίγκλες

Μια φορά κι έναν καιρό ζούσε σε ένα χωριό μία κοπέλα. Είχε άχτι τις στρίγκλες. Αυτές ήταν γριές ελεεινές. Δεν έκαναν καλό σε άνθρωπο. Τους άντρες δεν τους πείραζαν. Μα έβλαπταν τις γυναίκες, τα παιδιά και τα ζώα.  

Τρεις στρίγκλες μπήκαν μια μέρα στην αυλή της χωριατοπούλας. Έφαγαν τρία κατσίκια. Μόλις γύρισε η κοπέλα, είδε τις στρίγκλες να βγαίνουν από την αυλή της. Γελούσαν και το στόμα τους έσταζε αίμα. Η κοπέλα πήγε στο σπίτι μιας γριάς. Τη ρώτησε: «Που θα βρω τις στρίγκλες;» Η γριά αποκρίθηκε: «Τρελάθηκες, κόρη μου; Αν σε πιάσουν, χάθηκες. Ζουν στο βουνό. Να τις δεις νύχτα, με φεγγάρι, να τρέχουν στους δρόμους, καβάλα σε καλάμια τους. Βγάζουν φωτιές από το στόμα τους. Έχουν σουβλερά νύχια. Όσους δουν στο δρόμο, τους ξεγδέρνουν. Ένα παλικάρι ξέρει τα λημέρια τους. Το σπίτι του είναι πλάι στην εκκλησιά. Τράβα να τον ρωτήσεις».  «Θα πάω!» είπε το κορίτσι.

Έτσι έφυγε η κόρη και βρήκε το σπίτι του παλικαριού. Της ανοίγει αυτός και ρωτάει: «Τι ζητάς;» Αυτή λέει: «Θέλω να βρω τις στρίγκλες». Το παλικάρι είπε: «Ξέρω που ζουν. Χτες κατασπάραξαν τα γουρούνια μου. Θέλω να τις αφανίσω. Βλάπτουν όλο το χωριό». «Θα σε βοηθήσω», λέει η κοπέλα.

Το άλλο πρωί δρόμο πήραν, δρόμο άφησαν οι δύο νέοι. Έφτασαν σε ένα ποτάμι. Σταμάτησαν να πιουν νερό. Βρίσκουν ένα χέλι στην όχθη, που σπαρταρούσε. «Ρίξτε με στο ποτάμι», είπε το χέλι. Η κοπέλα το έριξε στο νερό. «Μου έσωσες τη ζωή. Πάρε αυτή την πέτρα. Τρίβε την, όταν πεινάς», της λέει το χέλι. Αυτή έβαλε την πέτρα στην τσέπη της. Συνέχισαν το δρόμο τους. Έφτασαν στα λημέρια των στριγκλών. Το παλικάρι είπε: «Εδώ είναι το καλύβι τους!»

Μια αλεπού φάνηκε και λέει: «Φύγετε, θα σας δαγκάσω». Το παλικάρι είπε: «Ήρθαμε για τις στρίγκλες». Η αλεπού είπε: «Αυτές φοβούνται μόνο τα λιοντάρια. Στο βουνό ζει ένα λιοντάρι. Τι καλό θα δω, αν σας πάω εκεί;» Η κοπέλα έτριψε την πέτρα. Γέμισε ο τόπος φαγητά. Η αλεπού έφαγε κι είπε: «Αν μου δώσεις την πέτρα, θα σας βοηθήσω».   

Δρόμο πήραν, δρόμο άφησαν όλοι μαζί για να βρουν το λιοντάρι. Σαν έφτασαν στη σπηλιά του, λέει η αλεπού: «Θα το ταΐσουμε, για να μη μας φάει». Η κοπέλα έτριψε την πέτρα. Το λιοντάρι μυρίστηκε το φαΐ. Βγήκε από τη σπηλιά. Η αλεπού του είπε: «Σου φέραμε γεύμα. Θα μας βοηθήσεις;» «Τι ζητάτε;» ρώτησε το λιοντάρι. «Να τα βάλεις με τις στρίγκλες». Το λιοντάρι είπε: «Θέλω βοήθεια από τα αδέρφια μου. Πάω να τα φέρω εδώ».

Τα δύο λιοντάρια ήρθαν στη σπηλιά. Είπαν: «Θα βοηθήσουμε! Μα θέλουμε τα καλάμια, που καβαλάνε οι στρίγκλες». Η αλεπού είπε: «Θα τα πάρω εγώ». Έτσι, πήγαν όλοι στο καλύβι. Οι στρίγκλες κοιμούνταν. Η αλεπού είπε στο παλικάρι: «Θα μπω στο καλύβι από τούτη την τρύπα. Θα δαγκώσω ένα-ένα τα καλάμια. Να τα τραβήξεις έξω». Έτσι κι έγινε.

Μετά το παλικάρι βρόντηξε την πόρτα. Οι στρίγκλες ξύπνησαν. Άνοιξαν. Τα λιοντάρια χίμηξαν πάνω τους. Αυτές πήγαν να πάρουν τα καλάμια, όπου βρισκόταν η δύναμή τους. Τα λιοντάρια τις ξέσκισαν με τα δόντια τους.

Το παλικάρι έδωσε στα λιοντάρια τα καλάμια. Τότε μεταμορφώθηκαν σε παλικάρια. Είπαν: «Είμαστε αδέρφια. Οι στρίγκλες μας είχαν μαγέψει. Τώρα θα γυρίσουμε στον τόπο μας». Έτσι κι έγινε. Και έζησαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα.

Δήμητρα Μπουμποπούλου