«Αν εσείς τα παιδιά δεν ξεκινήσετε και δεν κερδίσετε την μάχη, ο κόσμος μας είναι χαμένος»

«Αθήνα 15.5.1988Αγαπητά μου παιδιά του Γυμνασίου ΟλυμπίαςΟύτε η κούρασή μου, ούτε οι πολλές μου υποχρεώσεις θα με εμποδίσουν να σας...
Τρίτη, 05 Ιούνιος 2012 03:00 | E-MAIL ΕΚΤΥΠΩΣΗ
«Αν εσείς τα παιδιά δεν ξεκινήσετε και δεν κερδίσετε την μάχη,  ο κόσμος μας είναι χαμένος»
«Αθήνα 15.5.1988
Αγαπητά μου παιδιά του Γυμνασίου Ολυμπίας
Ούτε η κούρασή μου, ούτε οι πολλές μου υποχρεώσεις θα με εμποδίσουν να σας επισκεφτώ. Μου γράφετε πως η παρουσία μου θʼ αποτελέσει τιμή για σας. Εγώ όμως πιστεύω το αντίθετο. Θεωρώ ιδιαίτερα μεγάλη τιμή για μένα τις προσκλήσεις που μου γίνονται τον τελευταίο καιρό από μέρους των παιδιών. Θεωρώ τις προσκλήσεις αυτές προκλήσεις που μου γίνονται από το μέλλον Γιατί Σεις είσαστε το μέλλον. [....]Αυτά λέω, αυτά γράφω και πιστεύω πως κάτι έχετε κατανοήσει, κάτι έχετε υποψιαστεί και γιʼ αυτό με καλέσατε κοντά σας. Προσπαθώ να μην ανήκω στο παρελθόν, αλλά με το λόγο να συμβαδίσω μαζί σας, που, όπως σας είπα στην αρχή, είσαστε το μέλλον. Αν εσείς δεν ξεκινήσετε και δεν κερδίσετε την μάχη, ο κόσμος μας είναι χαμένος.
Με όλη μου την αγάπη, Νικηφόρος Βρεττάκος».
Την επιστολή αυτή ο Νικηφόρος Βρεττάκος την έστειλε στα παιδιά του Γυμνασίου Ολυμπίας το 1988. Μα είναι σαν να την απευθύνει σε όλα τα παιδιά, όπου στον κόσμο, κάθε ηλικίας, όποια χρονολογία.
Εμείς τα μικρά, μικρούτσικα παιδιά του Νηπιαγωγείου Παιδόραμα σήμερα, το έτος 2012 - έτος συμπλήρωσης των εκατό χρόνων από την γέννηση του Ποιητή - ακουμπήσαμε στον λόγο του ξεκινώντας από αυτή την επιστολή. Και τον καλέσαμε στο σχολειό μας, προσκαλώντας τον, ποίημα το ποίημα, να μας πάρει από το χέρι και να αναγνώσουμε μέσα από την ποίησή του τον κόσμο γύρω μας.   
Να στραφούμε εκεί που ο ποιητής κοιτά: στο μέλλον. Να  κατανοήσουμε το χιτώνα του μέλλοντος με τον  οποίο ντύνει ο ποιητής τα παιδιά, χρίζοντάς τα Κύρηδες του κόσμου τούτου. Να συναισθανθούμε μέσα στο σήμερα την παρακαταθήκη που αφήνει στα παιδιά ο ποιητής.
Ένα παιδί για το φθινοπωρινό φύλλο της σχολικής εφημερίδας έφερε μια φωτογραφία που τράβηξε με τους γονείς του. Η φωτογραφία έδειχνε ανθρώπους να ψαρεύουν στον Ευρώτα. Αυτή η πληροφορία  γέννησε πολλά ερωτήματα στα παιδιά. Συζητώντας την και αξιολογώντας την στην τάξη, φτάσαμε  στο συμπέρασμα ότι τα περισσότερα παιδιά δεν γνωρίζουν πως στην πόλη μας έχουμε ένα ποτάμι. Κι όσα το γνωρίζουν, η γνώση τους  αφορά στο όνομά του και μόνο. Το ορίζουν σχηματικά στο πλαίσιο της γέφυρας του Ευρώτα, ως θέα του δρόμου που περνούν με το αυτοκίνητο.
Η γνώση πως κυλά δίπλα μας ένα ζωντανό ποτάμι κινητοποίησε το ενδιαφέρον, την περιέργεια των παιδιών να μάθουν περισσότερα για το τι είναι ένα ποτάμι και γιατί ενώ ζούμε δίπλα του δεν γνωρίζουμε τίποτα γιʼ αυτό.
Έτσι ήταν πολύ ευχάριστη έκπληξη για εμάς όταν ένα άλλο παιδί, για το ανοιξιάτικο φύλλο της σχολικής εφημερίδας, έφερε στην τάξη μια σειρά φωτογραφιών που τράβηξε με τους γονείς του, καθώς επισκέφθηκαν τις όχθες ενός παραπόταμου του Ευρώτα.
Η συζήτηση που ακολούθησε μας έδωσε πολλές πληροφορίες για την χλωρίδα του ποταμού αλλά και για την ανθρώπινη παρέμβαση στο φυσικό τοπίο που δυστυχώς η μαρτυρία της μέσω των φωτογραφιών δεν ήταν η καλύτερη. Ένα εγκαταλελειμμένο αυτοκίνητο, πεταμένες άχρηστες οικιακές συσκευές, σκουπίδια, ένα αφύλακτο πηγάδι, επικίνδυνο για τα παιδιά, κι άλλα πολλά.
Τα παιδιά, όταν έχουν πρόσβαση στην πληροφορία, είναι σε θέση να θέτουν και ερωτήματα. Ερωτήματα που αποτελούν τη βάση της κριτικής σκέψης που θέλουμε να καλλιεργήσουμε. Αυτό, το «γιατί μαμά; γιατί  μπαμπά;» των παιδιών μας επιδιώκουμε να του δώσουμε ένα δρόμο να εξελιχθεί.
Το ερώτημα λοιπόν τέθηκε από τα ίδια τα παιδιά: «Γιατί δεν προσέχουμε το ποτάμι μας;» και «Πώς θα μπορούσαμε να το είχαμε αξιοποιήσει για να ζούμε δίπλα του και να το χαιρόμαστε;». Την απάντηση στο πρώτο ερώτημά τους την αναζητήσαμε στο παραμύθι της Μάρω Λοίζου, «Το ποτάμι τρέχει να συναντήσει την θάλασσα».
Μαθαίνοντας τη ζωή του ποταμού μέσα από τη ροή του παραμυθιακού λόγου καταλήξαμε στο συμπέρασμα πως  για να φροντίζεις κάποιον-κάτι, πρέπει να το αγαπάς:
«Με το νήμα/ των λέξεων, αυτόν το χρυσό/ του χρυσού, που βγαίνει απʼ τα βάθη /της καρδιάς μου, συνδέομαι, συμμετέχω/ στον κόσμο./ Σκεφτείτε:/ Είπα και έγραψα, «Αγαπώ».
Στην ίδια κατεύθυνση μας συνέτρεχε ο λόγος του ποιητή. Για να αγαπήσεις κάτι, πρέπει να το γνωρίσεις πρώτα. Και εμείς είχαμε ήδη διαπιστώσει ότι δεν ξέραμε και πολλά πράγματα για το δικό μας ποταμό, τον Ευρώτα. Τα παιδιά κατέληξαν πως ήθελαν να μάθουν.
Η ολάνοιχτη πόρτα της Κουμανταρείου Πινακοθήκης Σπάρτης-Παράρτημα της Εθνικής Πινακοθήκης μας έδωσε πρόσβαση στη γνώση για το νερό και τον ποταμό μέσα από μια αισθητική προσέγγιση. Μια  οπτική που είναι πολύ σημαντικό να δίνεται στα παιδιά από την προσχολική ηλικία  που μπαίνουν οι βάσεις για την αισθητική καλλιέργειά τους. Τα παιδιά οδηγήθηκαν από το μύθο στην ιστορία του Ευρώτα και στη σημασία του για τη ζωή της κοιλάδας.
Για την Επιμελήτρια της Κουμανταρείου Πινακοθήκης «Τα ωραία παραμύθια έχουν το δικό τους μεγάλο δρόμο».
Έτσι  το μεγάλο  παραμύθι  για τον Ευρώτα πήρε το δρόμο του για τις όχθες ενός άλλου ποταμού. Τυλιγμένο για μια ακόμη φορά  στο νήμα των λέξεων του ποιητή Νικηφόρου Βρεττάκου, το ξετύλιξε η επιμελήτρια της Πινακοθήκης στις εκβολές της Κελεφίνας μελετώντας με τα παιδιά «Το ποτάμι Μπυές και τα εφτά ελεγεία». Η σημείωση του εκδότη αναφέρει: «Τον Ιούνιο του 1974, ύστερα από πεντάμηνη παραμονή σε νοσοκομείο του Παλέρμου ο ποιητής, πήγε με προσωρινό διαβατήριο που του χορήγησε η Ιταλική Κυβέρνηση και με έξοδα του Διεθνούς Ερυθρού Σταυρού στην κωμόπολη Serres του νομού Άνω Άλπεων της Γαλλίας, για αποθεραπεία. Το ποτάμι Buch, το νέο αυτό σύμβολο του ποιητή, διασχίζει το Serres κατεβαίνοντας από τις Άλπεις. Το ποίημα που γράφτηκε εκεί το πρώτο δεκαπεντάμηνο του Αυγούστου 1974, ολοκληρώθηκε στις Κροκεές της Σπάρτης τον άνοιξη του 1975».
«Κʼ ήσουν εσύ ποτάμι, Μπυές, που κάτω από το λόφο/έρρεες ανάμεσα στα δέντρα με τα φρέσκα/φύλλα˙ που μες στον καθρέφτη σου/σάλευαν οι δαντέλες των βουνών και γίνονταν/κι αυτές ποτάμι».
Κάθε παιδί διάλεξε την πετρούλα του από την όχθη του ποταμού. Στο σχολείο αναζήτησε τη δική του πέτρα και πάνω της χάραξε μία λέξη από το ποίημα. Στη συνέχεια άλλαξαν τη θέση των λέξεων και έγραψαν το δικό τους ποίημα. Ένα ποίημα που υμνούσε και πάλι την ομορφιά της φύσης.
Στην εκδρομή αυτή τα παιδιά είχαν την ευκαιρία να αναγνωρίσουν την ομορφιά μέσα στη φύση και μέσα στην ποίηση. Να κοιτάξουν γύρω τους και να αναγνώσουν τον ποταμό Ευρώτα μες στον ποταμό Μπυές και αντίστροφα. Να προσεγγίσουν τη σοφία, έτσι όπως ο Ποιητής την όρισε στο αυτοβιογραφικό του πεζό «Οδύνη» το 1969. Περιγράφοντας την πρώτη ημέρα  του στο σχολειό, που τον συνόδευε ο πατέρας του, σημειώνει: «Ένοιωθε την ανάγκη να με παρηγορήσει. Εκεί που θα πάμε, μούλεγε, [......] θα μάθεις γράμματα  να γίνεις μεγάλος άνθρωπος. Όλα αυτά βέβαια ήταν πολύ περίεργα και προπάντων τα γράμματα με τα οποία γίνεται κανείς ένας μεγάλος άνθρωπος. Του ζήτησα να μου εξηγήσει τι εννοεί με αυτό το  «μεγάλος». Να, μου απάντησε, μπορεί να γίνεις ένας σοφός. Κι εγώ γύρισα και του είπα: «Πιο σοφός κι από τα λουλούδια;» Συγκρατήθηκε να μη γελάσει και ρώτησε: «Και γιατί είναι σοφά τα λουλούδια;» Κι εγώ του απάντησα: «Ξέρουν να είναι ωραία».
Στην εκδρομή μας επιβεβαιώθηκε ο ποιητής και όχι ο πατέρας του. Μόνο τη σοφία  της φύσης γύρω μας αναγνώσαμε. Η σοφία των μεγάλων ανθρώπων όχι μόνο δεν ήταν παρούσα στις ανθρώπινες παρεμβάσεις στον ποταμό, αλλά αντίθετα κάθε ανθρώπινη εκεί μαρτυρία έμοιαζε να προσβάλει την ομορφιά του φυσικού τοπίου. Σκουπίδια παντού. Από σωληνάρια οδοντόκρεμας μέχρι ένα σιδερένιο τεράστιο σκουριασμένο κουβούκλιο παραπεταμένο. Ο όγκος του λες και φώναζε την αδιαφορία των μεγάλων για τη ομορφιά, όπως την όριζε ο ποιητής. Σκουριασμένοι κάδοι απορριμμάτων, άδειοι, έχασκαν μπρος στα μάτια των παιδιών. Δέντρο ή στέγαστρο για σκιά, πουθενά. Αναγκαστήκαμε να στρώσουμε για να φάμε με τα παιδιά στην άκρη του δρόμου ζητιανεύοντας λίγη σκιά. Τα χορτάρια θεριεμένα ανταγωνίζονταν τη θέα του Ευρώτα. Έτσι ο περίπατός μας στο λιθόστρωτο δρομάκι παράλληλα στη ροή του ποταμού  δεν είχε την αισθητική αξία που θα του έπρεπε. Και να σκεφτεί κανείς ότι πριν λίγα μόλις χρόνια  το μονοπάτι αυτό είχε πανηγυρικά «δοθεί» στους κατοίκους της Σπάρτης από τις αρχές της πόλης ως έργο αξιοποίησης του ποταμού.
Ευτυχώς η παρηγορία της ποίησης του Βρεττάκου δεν άφησε την ομορφιά να χαθεί μέσα στην τόση ασχήμια. Και στις λέξεις του συνεχίσαμε να ακουμπάμε  για να μην προδώσουμε και μεις με τη σειρά μας την ομορφιά της φύσης. Να μην φύγουμε από εκεί και ξεχάσουμε ό,τι είδαμε. Να μην περνάμε δίπλα από τα σκουπίδια κάνοντας πως δεν τα βλέπουμε όπως πολλοί μεγάλοι.
Καταφύγαμε πάλι στις λέξεις της «Οδύνης» για να προχωρήσουμε παραπέρα: «Εγώ είχα την ιδέα πως τα δέντρα που φυτρώνουνε στη γη, φυτρώνουνε για όλους τους ανθρώπους, πως είναι κάτι σαν τους ωκεανούς, που, έλεγε ο πατέρας μου, ανήκουνε σε όλες τις χώρες. Αυτό είναι άδικο για πολύν κόσμο, σκέφτηκα. «Πάντως δεν ανήκουν» μου απάντησε ο πατέρας μου όταν τον ρώτησα. Τότε πολλοί, πάρα πολλοί άνθρωποι, δεν θάχουν δέντρα του είπα. Κι αυτός μου απάντησε: «Αν μπορείς εσύ που το ξέρεις, να φυτεύεις δέντρα και να μοιράζεις τους καρπούς σʼ αυτούς που δεν έχουν».
Στα ακρωτηριασμένα δέντρα που συναντήσαμε στις όχθες του Ευρώτα, νεκρά πια κούτσουρα περιτριγυρισμένα από σκουπίδια, αναζητήσαμε άλλα δέντρα  καρποφόρα, δίπλα σε άλλους ποταμούς, κάτω από άλλους ουρανούς, άλλες πόλεις, άλλες χώρες. Στην τάξη, σε συνεργασία με την Κουμαντάρειο Πινακοθήκη, παρουσιάστηκε ένα άλλο ποτάμι, ο Τάγος, σε μια άλλη χώρα, την Πορτογαλία. Η σύγκριση μας έδωσε το μέτρο μιας άλλης πρότασης για την αξιοποίηση του ποταμού: ποδηλατόδρομοι, σημάνσεις για πεζοπόρους και ψαράδες, δράσεις δίπλα στον ποταμό, μετάπλαση εργοστασίων σε μουσεία. Το παράδειγμα του Τάγου τα παιδιά το αναζήτησαν σε άλλους ποταμούς στην Ελλάδα. Μια έρευνα που επεχείρησαν στο διαδίκτυο μαζί με τους γονείς τους, μας έφερε στο σχολειό τα παραδείγματα της Λάρισας και της Καρδίτσας, πόλεων που οι κάτοικοί τους χαίρονται και καμαρώνουν τους ποταμούς τους. Η  παρουσίαση  επίσης στα παιδιά μιας αφίσας από το Μουσείο Νερού της Πορτογαλίας ενέπνευσε τη δική τους  αφίσα με ηχητό το μήνυμα: «Θέλω να ζω τον Ευρώτα κάθε μέρα».
Το μήνυμα αυτό μέσα από την αφίσα και μέσα από αυτό το άρθρο σας επικοινωνούμε σήμερα, ως το δικό μας τρόπο εορτασμού της 5ης Ιουνίου, Παγκόσμιας Ημέρας Περιβάλλοντος. Με την ευχή οι μεγάλοι να σταματήσουν να αφήνουν στο διάβα τους κομμένα κούτσουρα και να αρχίσουν να φυτεύουν δέντρα  για να  μπορούν να βρουν και τα παιδιά  σπόρους να φυτέψουν κι αυτά με τη σειρά τους άλλα δέντρα για τις επόμενες γενιές.
Ευτυχώς, έχουμε  το δέντρο του ποιητή που κανείς δεν μπορεί να το πληγώσει. Όταν η ασχήμια  περισσεύει γύρω μας καθόμαστε στη σκιά του και θυμόμαστε πώς ήταν παλιά στις απαρχές του ανθρώπινου είδους. Τότε που όλοι αναγνώριζαν το σοφό στο ωραίο γιατί ζούσαν σε συμφωνία με τη φύση. Ακούμε τα θροϊσματα των στίχων του, τα κελαηδίσματα των λέξεών του, το κελάρυσμα, αυτό το δροσερό, το διάφανο, το αθώο, το ωραίο της φωνής του μες στην κακοφωνία του κόσμου. Μένουμε δίπλα στην πηγή του ποταμού του. Προσπαθούμε και ελπίζουμε να τον ακούσουν και όσοι μεγάλοι ξέχασαν πώς ήταν όταν ήταν κι αυτοί παιδιά. Πως κάποτε  αναγνωρίζαν και  ακολουθούσαν την ομορφιά γύρω τους και πάλευαν γι αυτή, έτσι όπως παλεύει ο Ποιητής με τις λέξεις του.
«Άκουσε το νερό!/ Φλοίσβος από φωνές/ βγαίνουν μες απʼ τη γης, /τρέχουνε, κελαρύζουν, /φωνή πανάρχαιη που μιλεί,/ -τʼ ακούς; Το πρώτο αηδόνι,/ ο πρώτος άνθρωπος στη γης,/ η πρώτη «καλημέρα!....»/ Έλα κοντά του να δε ιδεί/ σκύψε μαζί μου/ - κάποτε/ είδε και τη μητέρα μου/ μαζί με το φεγγάρι,/ είδε ένα ελάφι, την αυγή/ μαζί με το φεγγάρι,/ είδε ένα τσοπανόπουλο/ που έτρωγε το ψωμί του./ Τα μάτια σου,/ τα μάτια μου,/ τʼ ακούς; Φωνές, φωνούλες!... Άς του χαμογελάσουμε,/ μας ξέρει,/ μας θυμάται!/ Είμαστε δυο παιδιά,/ τόσο παλιά,/ τόσο καλά,/ όσο το φεγγάρι./
Είμαστε τα παιδιά που ήσασταν όλοι εσείς οι μεγάλοι κάποτε. Κρατάμε στα χέρια μας ως φυλαχτό τα βότσαλα από τον Ευρώτα που πάνω τους γράψαμε τις λέξεις από το ποίημα του Νικηφόρου Βρεττάκου. Θα τα εναποθέσουμε και πάλι στις όχθες του, όταν έρθει εκείνη η ημέρα που εσείς οι μεγάλοι θα μας αποδώσατε πίσω στο ακέραιο αυτό που μας ανήκει. Την ομορφιά του ποταμού. «Καθαρός Ευρώτας!».
Ειρήνη Κοκκορού
Κοινωνική Λειτουργός
ΔΕΙΤΕ ΤΑ ΟΛΑ ΣΤΗΝ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΑ
του Ανδρέα Πετρουλάκη
Το κλίκ της ημέρας
του Ανδρέα Πετρουλάκη
oncologists.gr

Πρόσφατα Νέα