H Λέσχη Ανάγνωσης Σπάρτης διαβάζει Γιάννη Ευσταθιάδη

Στη Λέσχη μας συνεχίζουμε τον κύκλο των διηγημάτων, διαβάζοντας αυτή τη φορά την «Πορσελάνη» του Γιάννη Ευσταθιάδη. To οπισθόφυλλο γράφει:«Η...
Δευτέρα, 11 Ιούνιος 2012 03:00 | E-MAIL ΕΚΤΥΠΩΣΗ
Στη Λέσχη μας συνεχίζουμε τον κύκλο των διηγημάτων, διαβάζοντας αυτή τη φορά την «Πορσελάνη» του Γιάννη Ευσταθιάδη. To οπισθόφυλλο γράφει:
«Η Πορσελάνη περιλαμβάνει 44 διηγήματα για νεκρές φύσεις όπως μας τις δίδαξε η ζωγραφική. Ισάριθμα αντικείμενα ή συνθέσεις αντικειμένων αφηγούνται ιστορίες, συμβάντα, περιστατικά και αποκωδικοποιούν τη ζωή και τα συναισθήματα του αφηγητή. Ένα διαρκές παιχνίδι με τον παρελθόντα χρόνο και την πανταχού παρούσα μνήμη, που ξεκινά από τον παλαιότερο στίχο του συγγραφέα «ενθύμιον που κουβαλά η πορσελάνη»
Προσωπικά, απήλαυσα και τα 44 διηγήματα και ζήλεψα την ευρηματικότητα του συγγραφέα, την υψηλή αισθητική της γραφής του, την ακμαία γλώσσα του. 44 αντικείμενα, μικρά ή μεγάλα, ξεχασμένα και συνήθως άχρηστα, που αναδύονται από συρτάρια κι άλλες λησμονημένες κρυψώνες, δίνουν την αφορμή να ξετυλίγονται μνήμες, στοχασμοί, αναπολήσεις, με μια ζηλευτή ενάργεια!
Τι μπορεί να γράψει ένας χαρισματικός άνθρωπος για έναν καναπέ, για ξεχασμένα κλειδιά, για ένα παλιό ξυπνητήρι, για την κουβαρίστρα, για το ρολόι με την καδένα, για την μαύρη ομπρέλα πίσω από την πόρτα, για ένα βότσαλο, για ένα άδειο χαρτονένιο κουτί!
Επίσης φωτογραφίες, που βλέποντάς τες «καταντάς τουρίστας της ίδιας σου της ζωής». Τα εκθέματα του Ευσταθιάδη έχουν άρωμα κλεισούρας, που κάποτε ήτανε ζωή. Πάνω τους δεσπόζει εμβληματικά η μοναχικότητα, που σου προκαλεί μια γλυκιά, με εσωτερικό χαμόγελο, μελαγχολία, αλλά αποκρούει το μελό και την  κατάθλιψη.
Τα πάντα κινούνται σʼ έναν ελεγειακό τόνο και δονούνται από την απουσία.  Είναι όμως μια απουσία που ισούται με αβάσταχτη παρουσία, «μια κλεψύδρα βροχής που απʼ όπου και να τη γυρίσεις βρέχει». Γιατί βρίσκεται παγιδευμένη σε δυο χρόνους: στον Παρατατικό που υποφέρει και στον Ενεστώτα που επιμένει! Η χρήση του γ΄ενικού και ο Ενεστώτας δίνουν μια κινηματογραφική αίσθηση. Ένας άνθρωπος περιφέρεται σʼ ένα σπίτι και με αφορμή διάφορα αντικείμενα, θυμάται κι αισθάνεται!
Θυμηθείτε τον Βιμ Βέντερς στην ταινία του «Η Αλίκη στις πόλεις», που επιτρέπει στο θεατή να περιηγηθεί με το βλέμμα, δίνοντας αξία στα πράγματα. Για όσους δεν έχουν δει την ταινία, ο κεντρικός της ήρωας, είναι ένας μοναχικός άνθρωπος, που με μόνη συντροφιά τη φωτογραφική του μηχανή, περιδιαβαίνει την αμερικανική ενδοχώρα.
Έτσι κι ο  Ευσταθιάδης βάζει το μεγεθυντικό του φακό στη δική του ...ενδοχώρα , στα εσωτερικά του τοπία και ξεκινώντας με μια απλή περιγραφή, αφήνεται στην ανασκόπηση ενός γεγονότος και παράλληλα των συναισθημάτων του και των στοχασμών του.
Η κάμερά του όμως περισσότερο υπαινίσσεται και λιγότερο καταγράφει τον πόνο της απώλειας. Ακουμπά στο παρελθόν «όχι σαν εμπύρετος νοσταλγός αλλά  σαν τον ιατροδικαστή που νεκροτομεί το χρόνο». Άλλοτε στέκεται με λύπη άλλοτε με χαρά στις αναμνήσεις του. Aπό τη μια σκέφτεται ότι «η ύλη μολονότι νεκρή, διατηρεί, θαρρείς, μια διαρκή νεότητα» κι απʼ την άλλη «αισθάνεται πως, αν σηκώσει το ακουστικό, θα ξανακούσει την επιτομή της παρελθούσας τρυφερότητας».
Βρίσκω συγκινητικό τον τρόπο που πλησιάζει ο συγγραφέας τα ενθύμιά του, όχι μόνο για να τα προκαλέσει να θυμηθούν ότι κάποτε υπήρξαν, αλλά και για να θυμηθεί ο ίδιος τη ζωτική σχέση του μαζί τους. Αναγκάζει τον εαυτό του να διατηρεί ανοιχτούς λογαριασμούς με τη μνήμη για να βλέπει ξανά μπροστά του «όλα τα κόκκινα αποτυπώματα των γυναικών που κάποτε φίλησε».
Τα 44 αντικείμενα έχουν τα χαρακτηριστικά της πορσελάνης: τη γυαλάδα του υλικού αλλά και το εύθραυστο περίβλημα. Με την προσοχή, τη φροντίδα και το μεράκι που απαιτούν τα εύθραυστα αλλά και πολύτιμα αντικείμενα, ξεδιαλέγει κομμάτια αναμνήσεων ,που συνθέτουν ένα ασπρόμαυρο κολλάζ,  «από πολλαπλές ακτινογραφίες του χρόνου».
Ο λόγος του, ακριβής, φροντισμένος, συναισθηματικά φορτισμένος, εύστοχος και ποιητικός. Τα επίθετα που χρησιμοποιεί «διαρρεύσας χρόνος», οι μεταφορές «οι ουλές του χρόνου», οι παρομοιώσεις «μαύρη συσκευή τηλεφώνου, σαν συνταξιοδοτημένο γεράκι που δεν πετά πια» υπερβαίνουν, κατʼ εμέ, την κοινή αντίληψη και προσδοκία.
Ο Ευσταθιάδης με την «Πορσελάνη» του, καλεί τους αναγνώστες σε μια σεμνή τελετή εις μνήμην των εποχών που παρήλθαν, με τα θαλερά συναισθήματα και τις δυνατές συγκινήσεις. «Θυμίζει φθαρμένη καπαρντίνα, γεμάτη από λέξεις κι ήχους, που νοσταλγεί την ηλικία της.»
Σας στο συστήνω ανεπιφύλακτα! (απʼ τις εκδόσεις Ύψιλον)
O Γιάννης Ευσταθιάδης γεννήθηκε στην Αθήνα το 1946. Έγραψε κείμενα για τη μουσική στην τακτική στήλη «Αντιστίξεις» της «Καθημερινής», έως τον Ιανουάριο του 2005, καθώς και κείμενα γαστρονομίας με το ψευδώνυμο «Απίκιος». Κείμενά του έχουν ανθολογηθεί στο βιβλίο «Έκθεση-Θεματικοί Κύκλοι» της Γ΄ Λυκείου και στο βιβλίο «Νεοελληνική γλώσσα» της Α΄ Γυμνασίου. Έχει γράψει:
Ποίηση: «Τα Ασπρόμαυρα», «Ποίηση Δωματίου», «Ενικού Αριθμού», «Ασκήσεις σε Μονόζυγο», «Άρση Βαρών», «Δοκιμαστικοί Σωλήνες», «Κιβωτός», «Ποιήματα», «Στιχουργήματα».
Πεζά: «Ο Έψιλον Έρως», «Με γεμάτο στόμα», «Δωμάτιο παντού», «Γραμμένα φιλιά», «Η σαρδέλα θα κολυμπήσει στην κονσέρβα», «Πορσελάνη».
Δοκίμια: «Το Βιβλίο με τις Αντιστίξεις», «Το Δεύτερο Βιβλίο με τις Αντιστίξεις».
Για παιδιά: «Πεινιαουρίσματα», «Τραγουδί - τραγουδοχέρι» καθώς και ως Απίκιος: «Εγχειρίδιο Γαστρονομίας», «Πένες σε μελάνι», «Απίκιος Απαντα»...
Για τη Λέσχη Ανάγνωσης Σπάρτης
Πόπη Χριστάκου
Δασκάλα του 4ου Δημ. Σχ. Σπάρτης
ΔΕΙΤΕ ΤΑ ΟΛΑ ΣΤΗΝ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΑ
του Ανδρέα Πετρουλάκη
Το κλίκ της ημέρας
του Ανδρέα Πετρουλάκη
oncologists.gr

Πρόσφατα Νέα