Το σπίτι θυμάται. Αυτό είναι το πρώτο πράγμα που καταλαβαίνεις βλέποντας το “The Haunting of Hill House”. Πριν ακόμη εμφανιστούν οι σκιές στους διαδρόμους ή οι μορφές που στέκουν ακίνητες στο βάθος των πλάνων, το ίδιο το Hill House μοιάζει να κουβαλά μνήμη, να έχει απορροφήσει φόβους, θλίψη, οικογενειακές πληγές και να τα φυλά μέσα στους τοίχους του σαν κάτι ζωντανό και πεινασμένο. Δεν είναι ένα ακόμα στοιχειωμένο σπίτι, είναι ένας οργανισμός που αναπνέει μαζί με τους ανθρώπους που εγκλωβίζει.
Ο Mike Flanagan παίρνει το κλασικό μυθιστόρημα της Shirley Jackson, το εμβληματικό “The Haunting of Hill House”, και αντί να επιχειρήσει μια απλή μεταφορά, χτίζει πάνω του κάτι βαθιά προσωπικό και σπαρακτικό. Η σειρά κρατά την ψυχή του βιβλίου, αυτή τη διαρκή αίσθηση πως το ίδιο το σπίτι είναι ένας ζωντανός οργανισμός που αναπνέει, παρατηρεί και καταπίνει, αλλά ταυτόχρονα δημιουργεί μια δική της, αυτόνομη ταυτότητα. Εκεί όπου η Jackson έγραφε για τη μοναξιά και την ψυχολογική διάβρωση, ο Flanagan μιλά για οικογενειακά ρήγματα, για την κληρονομιά του πόνου και για τη λεπτή γραμμή ανάμεσα στη μνήμη και τον εφιάλτη.
Η έπαυλη του Hill House δεν λειτουργεί ποτέ απλώς ως σκηνικό. Είναι μια παρουσία σχεδόν οργανική, ένας λαβύρινθος γεμάτος σκιές, κλειδωμένες πόρτες και ψιθύρους που μοιάζουν ν’ ανασαίνουν μέσα στους τοίχους. Η φωτογραφία της σειράς ντύνει κάθε πλάνο με μια μελαγχολική, γοτθική ομορφιά, ενώ η σκηνοθεσία χτίζει τρόμο όχι μέσα από φτηνά jumpscares αλλά μέσα από την αργή, ασφυκτική αίσθηση ότι κάτι βρίσκεται πάντα εκεί, λίγο έξω από το οπτικό σου πεδίο. Τα φαντάσματα εμφανίζονται συχνά πριν καν τα αντιληφθείς, κρυμμένα στο βάθος ενός πλάνου, ακίνητα και υπομονετικά, σαν το σπίτι να σε παρακολουθεί κι εσένα μαζί με τους ήρωες.
Κι όμως, όσο αριστοτεχνικά χτισμένος κι αν είναι ο τρόμος, η πραγματική δύναμη της σειράς βρίσκεται στους χαρακτήρες της. Η οικογένεια Crain μοιάζει οδυνηρά αληθινή μέσα στη διάλυση και τη σιωπή της. Κάθε μέλος κουβαλά το Hill House διαφορετικά: ως τραύμα, ως ενοχή, ως άρνηση ή ως εμμονή. Οι ερμηνείες είναι συγκλονιστικές, ιδιαίτερα στις στιγμές όπου η σειρά αφήνει στην άκρη το υπερφυσικό και εστιάζει στον ανθρώπινο πόνο. Γιατί τελικά, το Hill House δεν είναι μόνο ένα στοιχειωμένο σπίτι, είναι η ίδια η μνήμη και όλα όσα προσπαθούμε να θάψουμε αλλά επιστρέφουν ξανά και ξανά μέσα στις ζωές μας.
Από τις πιο δυνατές στιγμές της σειράς είναι το περίφημο έκτο επεισόδιο, ένα σχεδόν θεατρικό θαύμα σκηνοθεσίας και συναισθηματικής έντασης, που αποδεικνύει πόσο προσεγμένη είναι η αφήγηση σε κάθε της λεπτομέρεια. Εκεί, ανάμεσα σε μονοπλάνα, οικογενειακές εκρήξεις και σιωπές που πονάνε περισσότερο από κάθε κραυγή, το “The Haunting of Hill House” ξεπερνά τα όρια του horror και μετατρέπεται σε μια σύγχρονη τραγωδία.
Αυτό που κάνει τη σειρά πραγματικά ξεχωριστή είναι πως κατανοεί απόλυτα μια μεγάλη αλήθεια της γοτθικής λογοτεχνίας: τα σπίτια στοιχειώνονται επειδή πρώτα στοιχειώνονται οι άνθρωποι που ζουν μέσα τους. Ναι μεν σου χαράζει σκηνές τρόμου στο μυαλό, αλλά συγχρόνως σε μαρκάρει και μ’ εκείνη τη βαριά, μελαγχολική αίσθηση πως κάποιοι πόνοι δεν φεύγουν ποτέ πραγματικά, παρά παραμονεύουν κρυμμένοι πίσω από μια κλειστή κόκκινη πόρτα.
| Από την εβδομαδιαία έντυπη έκδοση «Λακωνικός Τύπος Plus+»
> Κυκλοφορεί κάθε Δευτέρα στα περίπτερα και στην πόρτα σας.




