Σημαντικά στοιχεία που ανατρέπουν την εικόνα περί γενικευμένης αδυναμίας πληρωμών στον αγροτικό κόσμο παρουσίασε ο Υπουργός Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, Κώστας Τσιάρας, επισημαίνοντας ότι σχεδόν 9 στους 10 αγρότες που είναι ενταγμένοι στο πρόγραμμα «ΓΑΙΑ» δεν έχουν ληξιπρόθεσμες οφειλές. Όπως ανέφερε σε συνέντευξή του στον ΣΚΑΪ, το 87,2% των αγροτικών παροχών ρεύματος πληροί τις προϋποθέσεις για να λάβει τη νέα χαμηλή τιμή των 8,5 λεπτών ανά κιλοβατώρα.
Συγκεκριμένα, από τις 177.954 αγροτικές παροχές που συμμετέχουν στο πρόγραμμα, οι 155.103 είναι ενεργοί δικαιούχοι χωρίς χρέη, γεγονός που –όπως τόνισε ο Υπουργός– αποδεικνύει ότι η πλειονότητα των παραγωγών παραμένει συνεπής στις υποχρεώσεις της. «Όταν ξέρεις ότι το 87,2% των αγροτών δεν έχει ληξιπρόθεσμες οφειλές, τότε καταλαβαίνεις ότι η εικόνα που είχε δημιουργηθεί δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα», δήλωσε χαρακτηριστικά.
Πώς κατανέμονται οι αγροτικές παροχές στο πρόγραμμα “ΓΑΙΑ”
Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία του Υπουργείου:
87,2% των παροχών είναι ενεργοί δικαιούχοι χωρίς οφειλές
9,1% έχουν ληξιπρόθεσμες οφειλές και βρίσκονται σε καθεστώς ρύθμισης
3,7% αφορούν νέες ή ανενεργές παροχές που βρίσκονται σε διαδικασία ένταξης ή επανένταξης
Ο κ. Τσιάρας διευκρίνισε ότι όσοι έχουν ενταχθεί σε ρύθμιση εξακολουθούν να έχουν πρόσβαση στο ειδικό αγροτικό τιμολόγιο, πληρώνοντας ωστόσο υψηλότερη τιμή από τους συνεπείς παραγωγούς, υπογραμμίζοντας ότι δεν μπορεί να υπάρχει ίδια μεταχείριση μεταξύ όσων δεν έχουν καμία οφειλή και όσων ρυθμίζουν χρέη.
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στο γεγονός ότι η Ελλάδα είναι η μοναδική ευρωπαϊκή χώρα που διαθέτει θεσμοθετημένο αγροτικό τιμολόγιο με «κλειδωμένη» χαμηλή τιμή για δύο χρόνια. Όπως επισήμανε, δεν υπάρχει περιθώριο περαιτέρω μείωσης, καθώς τίθενται ζητήματα ανταγωνιστικότητας και κρατικών ενισχύσεων από την Ευρωπαϊκή Ένωση.
Παράλληλα, ενόψει της συνάντησης με τους αγρότες στο Μέγαρο Μαξίμου, αναγνώρισε ότι παραμένουν ανοιχτά θεσμικά ζητήματα που δεν σχετίζονται αποκλειστικά με τη δημοσιονομική πολιτική. Ανέφερε ως χαρακτηριστικό παράδειγμα τη μηδική, καλλιέργεια που επλήγη από περιορισμούς λόγω ζωονόσων, τονίζοντας την ανάγκη να εξεταστούν τρόποι αποζημίωσης για προϊόντα που δεν μπόρεσαν να διακινηθούν.
Τέλος, ο Υπουργός έθεσε στο επίκεντρο τη συζήτηση για το μέλλον του πρωτογενούς τομέα, τη νέα Κοινή Αγροτική Πολιτική και τις προκλήσεις των επόμενων ετών, υπογραμμίζοντας ότι η στρατηγική δεν μπορεί να περιορίζεται στη διαχείριση της τρέχουσας κρίσης. Στο ίδιο πλαίσιο, αναφέρθηκε και στη συμφωνία Mercosur, επισημαίνοντας ότι η ελληνική πλευρά επιδιώκει σαφείς ασφαλιστικές δικλείδες και τη ρήτρα αμοιβαιότητας, ώστε τα εισαγόμενα προϊόντα να πληρούν τους ίδιους κανόνες ασφάλειας με τα ευρωπαϊκά, ενώ προβλέπονται και μηχανισμοί προστασίας της αγοράς σε περίπτωση απότομης πτώσης τιμών.




