Σοβαρή ανησυχία έχει προκαλέσει διεθνώς η επιδημία χανταϊού που εκδηλώθηκε στο κρουαζιερόπλοιο MV Hondius, μετά τον θάνατο τριών επιβατών και την εμφάνιση νέων ύποπτων κρουσμάτων. Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας παρακολουθεί στενά την κατάσταση, ενώ ειδικοί προειδοποιούν ότι ο ιός θα μπορούσε να εξαπλωθεί περαιτέρω, καθώς πρόκειται για ένα σπάνιο αλλά ιδιαίτερα επικίνδυνο στέλεχος που έχει τη δυνατότητα μετάδοσης από άνθρωπο σε άνθρωπο.
Τα θύματα της επιδημίας είναι ένα ζευγάρι Ολλανδών και μία Γερμανίδα. Παράλληλα, άλλοι επιβάτες θεωρούνται ύποπτα κρούσματα και βρίσκονται υπό ιατρική παρακολούθηση ή σε απομόνωση. Το πλοίο, που είχε αποπλεύσει από την Ουσουάια της Αργεντινής με προορισμό το Πράσινο Ακρωτήριο, δεν έλαβε άδεια εισόδου και πλέον κατευθύνεται προς τα Κανάρια Νησιά της Ισπανίας.
Ο Δρ Κρεγκ Ντάλτον από το Πανεπιστήμιο του Νιούκαστλ, ένας από τους επιστήμονες που είχαν μελετήσει μεγάλο ξέσπασμα χανταϊού στις ΗΠΑ το 1993, προχώρησε σε αυστηρές προειδο- ποιήσεις για τη σοβαρότητα της νόσου. Όπως δήλωσε, ο χανταϊός μπορεί να προκαλέσει εξαιρετικά γρήγορη επιδείνωση της υγείας των ασθενών.
«Είναι ένα άσχημο μικρόβιο. Είχαμε ανθρώπους που ήταν καλά το βράδυ και πέθαιναν λίγες ώρες αργότερα», ανέφερε χαρακτηριστικά, περιγράφοντας περιστατικά όπου ασθενείς κατέρρευσαν ξαφνικά ακόμη και κατά τη διάρκεια κηδειών συγγενικών τους προσώπων. Σύμφωνα με τον ίδιο, η νόσος μπορεί να εξελιχθεί ραγδαία, οδηγώντας σε σοβαρή αναπνευστική και καρδιακή ανεπάρκεια.
Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί το γεγονός ότι στο MV Hondius εντοπίστηκε το στέλεχος των Άνδεων, το μοναδικό γνωστό στέλεχος χανταϊού που μπορεί να μεταδοθεί μεταξύ ανθρώπων. Αν και τέτοιες μεταδόσεις θεωρούνται σχετικά σπάνιες, οι ειδικοί επισημαίνουν ότι οι κλειστοί χώροι ενός κρουαζιερόπλοιου δημιουργούν ιδανικές συνθήκες για την εξάπλωση του ιού.
Ο Δρ Ντάλτον παρομοίασε τα κρουαζιερόπλοια με «παιδικούς σταθμούς» όσον αφορά τις επιδημίες, τονίζοντας πως οι λοιμώξεις εξαπλώνονται εύκολα όταν πολλοί άνθρωποι βρίσκονται σε περιορισμένο χώρο για μεγάλο χρονικό διάστημα. Όπως εξήγησε, τα μέχρι στιγμής στοιχεία δείχνουν πιθανή μετάδοση μέσα στο πλοίο, καθώς τα δεύτερα και τρίτα κρούσματα φαίνεται να εμφανίστηκαν μετά το πρώτο περιστατικό, χωρίς όλοι οι ασθενείς να έχουν κοινή έκθεση.
Σύμφωνα με τους επιστήμονες, ο ιός μεταδίδεται μέσω σταγονιδίων αερολύματος και είναι πιθανότερο να εξαπλωθεί λίγο πριν εμφανιστούν τα πρώτα συμπτώματα. Εκείνη την περίοδο, το ιικό φορτίο αυξάνεται σημαντικά και ο ασθενής μπορεί να μεταδώσει τον ιό σε άτομα που βρίσκονται κοντά του ή τον φροντίζουν.
Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας ανακοίνωσε ότι μέχρι στιγμής έχουν καταγραφεί πέντε επιβεβαιωμένα και τρία ύποπτα κρούσματα, συμπεριλαμβανομένων των τριών θανάτων. Ο επικεφαλής του ΠΟΥ, Τέντρος Αντανόμ Γκεμπρεγέσους, προειδοποίησε ότι είναι πιθανό να εμφανιστούν περισσότερα περιστατικά, καθώς η περίοδος επώασης του στελέχους των Άνδεων μπορεί να φτάσει έως και τις έξι εβδομάδες.
Παράλληλα, το Ιατρικό Κέντρο του Πανεπιστημίου του Λάιντεν στην Ολλανδία επιβεβαίωσε ακόμη ένα θετικό κρούσμα, ενώ άτομα που ενδέχεται να έχουν εκτεθεί στον ιό βρίσκονται σε απομόνωση ή παρακολούθηση σε Βρετανία, Γερμανία, Ολλανδία, Ελβετία και Νότια Αφρική.
Παρά την ανησυχία, οι ισπανικές αρχές διαβεβαιώνουν ότι η άφιξη του πλοίου στα Κανάρια Νησιά δεν θεωρείται απειλή για τη δημόσια υγεία ή τον τουρισμό. Η εταιρεία Oceanwide Expeditions, που διαχειρίζεται το MV Hondius, ανακοίνωσε ότι στο πλοίο επέβαιναν συνολικά 149 άτομα, εκ των οποίων οι 88 ήταν επιβάτες. Σύμφωνα με την εταιρεία, δεν υπάρχουν αυτή τη στιγμή συμπτωματικά άτομα πάνω στο πλοίο.
Ο χανταϊός είναι μια σπάνια αλλά ιδιαίτερα σοβαρή νόσος, που συνήθως μεταδίδεται από μολυσμένα τρωκτικά μέσω ούρων, περιττωμάτων ή σάλιου. Μπορεί να προκαλέσει σοβαρή αναπνευστική δυσχέρεια, αιμορραγικούς πυρετούς και καρδιακή ανεπάρκεια. Μέχρι σήμερα δεν υπάρχει ειδικό εμβόλιο ή γνωστή θεραπεία, γεγονός που καθιστά κρίσιμη την έγκαιρη ανίχνευση και απομόνωση των κρουσμάτων.
Οι αρχές της Αργεντινής ανακοίνωσαν ότι θα πραγματοποιήσουν ελέγχους σε τρωκτικά στην περιοχή της Ουσουάια, από όπου απέπλευσε το πλοίο στις αρχές Απριλίου, προκειμένου να διαπιστωθεί η πιθανή προέλευση της επιδημίας.




