Ανησυχία προκαλούν τα ευρήματα ερευνητικής αποστολής στον Βορειοανατολικό Ατλαντικό, όπου βρίσκονται περισσότερα από 200.000 βαρέλια με ραδιενεργά απόβλητα, τα οποία απορρίφθηκαν στον ωκεανό κατά το δεύτερο μισό του 20ού αιώνα.
Η αποστολή πραγματοποιήθηκε από τις 27 Μαΐου έως τις 28 Ιουνίου 2026, με τη συμμετοχή περίπου 30 επιστημόνων. Το επανδρωμένο υποβρύχιο «Nautile» πραγματοποίησε 20 καταδύσεις σε βάθος άνω των 4.700 μέτρων, επιτρέποντας για πρώτη φορά την εξέταση των δοχείων από πολύ μικρή απόσταση.
Οι ερευνητές εντόπισαν βαρέλια σε προχωρημένη διάβρωση, ενώ σε ορισμένα σημεία διαπιστώθηκε ότι υλικό έχει ήδη διαφύγει και καταλήξει στο ίζημα του βυθού. Παράλληλα, ανεμώνες, σφουγγάρια, καβούρια και άλλοι θαλάσσιοι οργανισμοί έχουν εγκατασταθεί επάνω ή γύρω από τα δοχεία, μετατρέποντάς τα σε μικρές τεχνητές «νησίδες» ζωής.
Στο μικροσκόπιο οι επιπτώσεις στη θαλάσσια ζωή
Οι επιτόπιες μετρήσεις κατέγραψαν ραδιονουκλίδια σε επίπεδα υψηλότερα από τα αναμενόμενα, μεταξύ των οποίων κοβάλτιο-60, νιόβιο-94, καίσιο-137 και αμερίκιο-241. Ωστόσο, απαιτούνται περαιτέρω αναλύσεις, καθώς ορισμένες από τις ουσίες ενδέχεται να προέρχονται και από πυρηνικές δοκιμές ή ατυχήματα.
Ήδη από το 2025, το αυτόνομο υποβρύχιο «Ulyx» είχε χαρτογραφήσει 3.355 βαρέλια και είχε συλλέξει δείγματα νερού, ιζήματος, ψαριών και καρκινοειδών. Τα νέα δείγματα θα εξεταστούν, ώστε να διαπιστωθεί εάν οι ραδιενεργές ουσίες έχουν περάσει στους θαλάσσιους οργανισμούς και στην τροφική αλυσίδα.
Τα βαρέλια δεν είχαν κατασκευαστεί για να παραμείνουν μόνιμα σφραγισμένα. Η πρακτική της εποχής προέβλεπε τη σταδιακή απελευθέρωση και διασπορά των υλικών στον ωκεανό. Προς το παρόν δεν υπάρχει οριστική εκτίμηση για το μέγεθος της οικολογικής επιβάρυνσης, όμως τα ευρήματα επιβεβαιώνουν ότι το ζήτημα δεν μπορεί να θεωρηθεί αμελητέο.




