Ο Μαμαλιάς θα επιστρέφει πάντα στο Λίμπερδο

Λαογραφικά οδοιπορικά της Λακωνίας

Παρασκευή, 31 Ιούλιος 2026 16:40 | | E-MAIL ΕΚΤΥΠΩΣΗ
Ο Μαμαλιάς θα επιστρέφει πάντα στο Λίμπερδο

Στη Μάνη οι θρύλοι δεν λέγονται σαν παραμύθια για να περάσει η ώρα. Λέγονται χαμηλόφωνα, σχεδόν συνωμοτικά, σαν να αφορούν ακόμη τους ζωντανούς. Κάθε χωριό κρύβει τη δική του σκιά, μια ανάμνηση που δεν ξεθώριασε ποτέ, μα πέρασε από γενιά σε γενιά.

Έπειτα από την ορεινή Αγόριανη, ο δρόμος μ’ έφερε στο καταγάλανο Μαυροβούνι. Η θάλασσα άστραφτε κάτω από τον μεσημεριανό ήλιο κι εγώ διάλεξα ένα τραπεζάκι σχεδόν πάνω στο κύμα. Ο αέρας μύριζε αλάτι, θυμάρι και ψητό χταπόδι.

Είχα ξεκινήσει αυτό το ταξίδι για έναν μόνο λόγο: να αναζητήσω τις παλιές δοξασίες της Λακωνίας όπως επιβιώνουν ακόμη στη μνήμη των ανθρώπων. Γιατί η λαογραφία δεν κατοικεί μόνο στις βιβλιοθήκες, αλλά και στα καφενεία, στις αυλές και στις κουβέντες που αρχίζουν τυχαία και σε οδηγούν εκεί όπου κανένας χάρτης δεν μπορεί να σε πάει. Τότε το βλέμμα μου στάθηκε σ' έναν τίτλο: «Ο Μαμαλιάς ο Βρικόλακας».

Η λέξη και μόνο αρκούσε για να με κάνει να ξεχάσω το ποτήρι με το νερό που είχε αφήσει πριν λίγο ο σερβιτόρος. Άρχισα να διαβάζω αργά, προσπαθώντας να συνηθίσω την παλιά γλώσσα και τις μανιάτικες ιδιωματικές λέξεις, όταν μια σκιά έπεσε πάνω στις σελίδες.

«Συγγνώμη...»

Σήκωσα το κεφάλι. Ο ταβερνιάρης στεκόταν μπροστά μου μ’ έναν ξύλινο δίσκο: ένα μικρό καραφάκι ούζο, ένα παγωμένο ποτήρι και δύο πιατάκια με χταποδάκι ξιδάτο και ελιές. Δεν άφησε αμέσως τον δίσκο. Το βλέμμα του είχε καρφωθεί στο ανοιχτό βιβλίο.

«Διαβάζεις Πολίτη;»

Χαμογέλασα. «Προσπαθώ».

«Δεν τον ανοίγει εύκολα κανείς στις διακοπές του».

«Δεν είμαι ακριβώς σε διακοπές».

Έκλεισα προσεκτικά το βιβλίο.

«Κάνω μια έρευνα για τους λαϊκούς θρύλους της Λακωνίας. Θέλω κάποτε να γράψω ένα βιβλίο γι’ αυτούς. Ταξιδεύω από χωριό σε χωριό και ψάχνω ό,τι σώζεται ακόμη από τις παλιές παραδόσεις.»

Το πρόσωπό του φωτίστηκε.

«Ε, τότε έπιασες το σωστό τραπέζι».

Άφησε τον δίσκο, σκούπισε μηχανικά τα χέρια του στην ποδιά και τράβηξε μια καρέκλα απέναντί μου.

«Σε ποιο σημείο είσαι;»

«Στον Μαμαλιά.»

Γέλασε χαμηλόφωνα.

«Άσ’ το λίγο το βιβλίο. Άλλο να διαβάζεις μια ιστορία... κι άλλο να στην αφηγείται άνθρωπος που την άκουσε από τον παππού του.»

Έριξε μια ματιά προς την κουζίνα, βεβαιώθηκε πως δεν τον χρειαζόταν κανείς και ακούμπησε τους αγκώνες του στο τραπέζι.

«Η ιστορία αυτή έγινε στο Λίμπερδο.»

Από το βλέμμα μου κατάλαβε πως το όνομα δεν μου έλεγε τίποτα.

«Έτσι λεγόταν παλιά ο Πλάτανος, χωριό που σήμερα ανήκει στο Σκουτάρι. Στους χάρτες δεν θα τον βρεις. Εδώ κάτω οι τόποι αλλάζουν ονόματα, μα οι ιστορίες τους όχι».

Σταμάτησε για λίγο και κοίταξε τη θάλασσα.

«Και να σου πω και κάτι; Οι παλιοί δεν έλεγαν ποτέ "θρύλος". Έλεγαν "έτσι έγινε"».

Δεν ήξερα αν έπρεπε να χαμογελάσω ή να κρατήσω σημειώσεις. Διάλεξα το δεύτερο.

«Ήταν κάποτε ένας βοσκός, ο Γιάννης ο Ρεμπέτης. Στα πρόβατά του δούλευε ένας άνθρωπος που τον φώναζαν Μαμαλιά. Τραχύς, λιγομίλητος, από εκείνους που τους έψησε ο ήλιος της Μάνης και τους σκλήρυνε η πέτρα. Κανείς δεν θυμόταν πια το βαφτιστικό του όνομα.

Μια μέρα λογομάχησαν. Άλλοι έλεγαν πως χάθηκαν πρόβατα, άλλοι πως έγινε ζημιά στο κοπάδι. Ό,τι κι αν συνέβη, ο Ρεμπέτης θόλωσε και τον χτύπησε. Τότε ο Μαμαλιάς τον κοίταξε κατάματα και ξεστόμισε λόγια που κανείς δεν θα τολμούσε ούτε για αστείο:

"Βρικόλακας να γενώ... να φάγω το παιδί σου."

Ο ταβερνιάρης σώπασε. Το κύμα συνέχιζε να σκάει ήρεμα λίγα μέτρα πιο πέρα.

«Για τους παλιούς οι κατάρες δεν ήταν κουβέντες. Ήταν λέξεις με ψυχή, που έπαιρναν δρόμο και γύρευαν τόπο να σταθούν.»

Λίγες μέρες αργότερα ο Μαμαλιάς πέθανε. Άλλοι είπαν πως τον αποτελείωσε το ξύλο, άλλοι πως τον νίκησε μια βαριά αρρώστια. Τον έθαψαν και πίστεψαν πως όλα τελείωσαν.

«Μόνο που», είπε ο ταβερνιάρης χαμηλώνοντας τη φωνή, «στο Λίμπερδο τότε ήταν που άρχισαν όλα. Τέσσερις... πέντε μέρες πέρασαν όλες κι όλες από την κηδεία του», συνέχισε τελικά. «Και τότε άρχισαν τα παράξενα.

Η πρώτη που τον είδε ήταν η γυναίκα του Ρεμπέτη.

Κατέβαινε, λέει, προς τη βρύση με το μικρό της παιδί για να γεμίσει νερό. Το παιδί περπατούσε πλάι της, όταν ξαφνικά άρχισε να γελά και να δείχνει μπροστά του.

Πιάσ' το, μάνα...

Η γυναίκα γύρισε το βλέμμα της. Δεν είδε τίποτα, το παιδί όμως επέμενε.

Πιάσ' το... το ζαγαράκι! Είναι καλό...»

Ο ταβερνιάρης χαμογέλασε πικρά.

«Ξέρεις τι είναι το ζαγαράκι; Ένα μικρό σκυλάκι. Έτσι το έλεγαν εδώ κάτω. Η μάνα δεν έβλεπε τίποτα, μόνο το παιδί. Κι όσο εκείνο άπλωνε τα χέρια του σαν να ήθελε να το χαϊδέψει, τόσο εκείνη ένιωθε το αίμα της να παγώνει.

Γύρισαν βιαστικά στο σπίτι. Το ίδιο βράδυ το παιδί ανέβασε δυνατό πυρετό και την άλλη μέρα πέθανε. Οι παλιοί δεν αμφέβαλαν ούτε στιγμή.

Η κατάρα έπιασε, είπαν. Ο Μαμαλιάς γύρισε».

Ο αέρας είχε δυναμώσει και μερικές χαρτοπετσέτες σηκώθηκαν από τα διπλανά τραπέζια.  Παρά το μεσημεριανό φως, μια ανεπαίσθητη ανατριχίλα διαπέρασε τους ώμους μου.

«Εννιά μέρες μετά τον θάνατό του παρουσιάστηκε ξανά. Αυτή τη φορά στη γυναίκα του. Δεν μπήκε από πόρτα ούτε από παράθυρο. Ήταν απλώς εκεί, σαν να μην είχε πεθάνει ποτέ. Την κοίταξε και της είπε:

"Μη με μαρτυρήσεις σε κανέναν. Εγώ τη νύχτα θα βόσκω τα πρόβατα κι εσείς την ημέρα."

Η γυναίκα δεν μίλησε. Κι έτσι έγινε. Κάθε πρωί το κοπάδι έβγαινε κανονικά στη βοσκή, χωρίς κανείς να ξέρει ποιος το είχε οδηγήσει. Τα ζώα ήταν χορτάτα, τα μαντριά τακτοποιημένα. Σαν ο θάνατος να μην είχε διακόψει τη ζωή του, μόνο να είχε αλλάξει το ωράριό της. Έτσι πέρασαν σαράντα μέρες.

Ύστερα παρουσιάστηκε ξανά. Αυτή τη φορά δεν ήρθε για τα πρόβατα, αλλά για τη γυναίκα του. Ζήτησε να ξαπλώσει μαζί της, σαν να ήταν ακόμη άντρας της. Εκείνη δεν του άνοιξε. Με το πρώτο φως πήγε στο Γύθειο και τα εξομολογήθηκε όλα στον δεσπότη. Ο επίσκοπος πήγε αμέσως με ανθρώπους του χωριού στο νεκροταφείο του Λίμπερδου. Άνοιξαν τον τάφο. Και τότε… Βρήκαν τον Μαμαλιά καθισμένο μέσα. Όχι ξαπλωμένο. Καθισμένο. Και μπάλωνε τα τσαρούχια του. Μόλις τους είδε», συνέχισε χαμηλόφωνα, «σήκωσε το κεφάλι και φώναξε:

"Ποιος μ' εμαρτύρησε;"

Για μια στιγμή κανείς δεν κινήθηκε. Λένε πως ο ίδιος ο δεσπότης ύψωσε τον σταυρό, τον ράντισε με αγιασμό και τον πρόσταξε: "Στα μαύρα πέλαγα!"

Κι ο Μαμαλιάς χάθηκε.

Οι άνθρωποι πίστεψαν πως όλα είχαν τελειώσει. Μα οι ιστορίες σπάνια τελειώνουν τόσο εύκολα. Πέρασαν χρόνια. Πολλοί έφυγαν από τη Μάνη, άλλοι στον Πειραιά, άλλοι στην Αμερική, αρκετοί στο Αϊβαλί. Εκεί ένας Λιμπερδίτης τον αναγνώρισε. Ήταν ο Μαμαλιάς.

Είχε παντρευτεί, αποκτήσει παιδιά, πήγαινε στην εκκλησία και ζούσε μια φαινομενικά φυσιολογική ζωή. Μόνο που έφευγε πάντα πριν βγουν τα Άγια. Ο άνθρωπος που τον αναγνώρισε μίλησε στους υπόλοιπους. Την επόμενη Κυριακή έκλεισαν διακριτικά τις πόρτες της εκκλησίας και περίμεναν. Όταν ο ιερέας βγήκε κρατώντας τα Άγια, ο Μαμαλιάς άρχισε να ουρλιάζει.

"Κάηκα! Κάηκα!"

Η φωνή του, έλεγαν, ακούστηκε σε όλο το χωριό. Την ίδια στιγμή το σώμα του διαλύθηκε, σαν να μην υπήρξε ποτέ άνθρωπος, παρά μόνο μια κατάρα που κράτησε περισσότερο απ' όσο της αναλογούσε».

Το βιβλίο ξαναμπήκε στην τσάντα. Δεν χρειαζόταν πια να συνεχίσω το διάβασμα, η ιστορία που έψαχνα είχε αποκτήσει φωνή, πρόσωπο και βλέμμα. Ίσως αυτό να είναι το μεγαλύτερο δώρο των ταξιδιών: ν’ ανακαλύπτεις πως η λαογραφία δεν επιβιώνει μόνο στις κιτρινισμένες σελίδες των βιβλίων, αλλά κυρίως στα χείλη εκείνων που τη μεταφέρουν σαν οικογενειακή κληρονομιά.

Σηκώθηκα και περπάτησα κατά μήκος της παραλίας. Ο ήλιος έδυε, βάφοντας τη θάλασσα μ’ εκείνο το βαθύ χρυσοκόκκινο που μόνο τα μανιάτικα δειλινά ξέρουν να χαρίζουν. Κάποιες νύχτες, όταν ο άνεμος φυσά από τα βουνά της Μάνης προς τη θάλασσα, δεν είμαι πια απολύτως βέβαιη πως ακούγονται μόνο τα κύματα…

Ό,τι διαβάσατε εδώ, ίσως να είναι απλώς μια ακόμα ιστορία.
Ίσως πάλι… ένα ακόμη Λακε-Δαιμονικό.

| Από την εβδομαδιαία έντυπη έκδοση «Λακωνικός Τύπος Plus+»

> Κυκλοφορεί κάθε Δευτέρα στα περίπτερα και στην πόρτα σας.

ΔΕΙΤΕ ΤΑ ΟΛΑ ΣΤΗΝ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ ΑΠΟΔΡΑΣΕΙΣ
Του Ανδρέα Πετρουλάκη
Το κλίκ της ημέρας
Του Ανδρέα Πετρουλάκη

Πρόσφατα Νέα