Λακε-Δαιμονικά: Ο καρπός των νεράιδων που ρίζωσε στο Οίτυλο

Λαογραφικά οδοιπορικά της Λακωνίας

Σάββατο, 05 Σεπτέμβριος 2026 17:46 | | E-MAIL ΕΚΤΥΠΩΣΗ
Λακε-Δαιμονικά: Ο καρπός των νεράιδων που ρίζωσε στο Οίτυλο

Υπάρχει ένα δέντρο στο Οίτυλο που δεν μοιάζει με τ’ άλλα. Στέκεται δυο μόλις μέτρα από τη θάλασσα, σαν φύλακας που η σκιά του προστατεύει το ερειπωμένο μοναστήρι της Παναγίας της Ευρέτριας κι έχει κάτι το παράταιρο πάνω του, θαρρείς και ξέφυγε από άλλον τόπο και αποφάσισε, κάποια στιγμή, να ριζώσει εδώ, ανάμεσα στην πέτρα και στο αλάτι. Οι ντόπιοι κάποτε τον έλεγαν «θεόρατο», μα αν ρωτούσες γιατί, δεν σου απαντούσαν αμέσως. Σε κοιτούσαν κάπως λίγο επίμονα, σαν να ζύγιαζαν αν άξιζε να σου πουν την ιστορία ή αν θα γελούσες στο άκουσμά της. Δεν ξέρω πώς, αλλά εκείνη τη μέρα, οι νεράιδες μ’ έκριναν άξια ν’ ακούσω τον θρύλο…

Ήταν πρωί όταν έφτασα στο Λιμένι κι η θάλασσα είχε εκείνο το σχεδόν διάφανο γαλάζιο που κάνει τον βυθό να μοιάζει πιο κοντά στον ουρανό απ’ όσο πραγματικά είναι. Κολύμπησα για ώρα, αφήνοντας το ρέμα να με πηγαίνει όπου ήθελε, με τη Μάνη απέναντι να καθρεφτίζεται αγέρωχη στο. Όταν βγήκα, στάθηκα λίγο στην ακρογιαλιά στραγγίζοντας τα μαλλιά μου, με τα μάτια ακόμη γεμάτα αλάτι. Τότε τον είδα.

Καθόταν στην άμμο, λίγα μέτρα από τον «θεόρατο», μ’ ένα ταλαιπωρημένο σημειωματάριο, ένα μολύβι πίσω από το αυτί και το στυλό στο χέρι. Δίπλα του μια τσάντα, μέσα από την οποία ξεπρόβαλε κάτι που έμοιαζε με μεζούρα. Εκείνη τη στιγμή δεν έγγραφε, μήτε ζωγράφιζε κάτι. Κοιτούσε το δέντρο μ’ έναν τρόπο σαν να ήθελε να το πείσει να του αποκαλύψει τα μυστικά του. Πλησίασα παρακινούμενη από περιέργεια, ίσως και μια κάποια γοητεία, με το νερό να στάζει ακόμα στο δέρμα μου.

«Παράξενο δέντρο», είπα, μιλώντας περισσότερο στον εαυτό μου παρά σ' εκείνον.

Σήκωσε το κεφάλι, σαν να τον ξάφνιασε η φωνή τόσο κοντά του. «Το πιο παράξενο της Μάνης, θα έλεγα». Χαμογέλασε λίγο, δίχως να κλείσει το τετράδιο. «Ελπίζω να μη σου χαλάω το μπάνιο, κάθομαι εδώ τρεις μέρες τώρα και μάλλον ήδη έχω γίνει κομμάτι της παραλίας».

«Μελετάς το δέντρο ή μελετάς εμένα που κολυμπάω;» ρώτησα πειρακτικά, δείχνοντας παράλληλα το σημειωματάριο.

Γέλασε. «Ούτε το ένα ούτε το άλλο, για να ‘μαι ειλικρινής. Αρχαιολόγος είμαι, όμως εδώ και καιρό προσπαθώ να τελειώσω ένα βιβλίο που γράφω και επέλεξα τη Μάνη για να απομονωθώ λίγες μέρες και να συγκεντρωθώ. Όμως, τελικά, κατέληξα να μελετώ ένα δέντρο». Έδειξε τον «θεόρατο» ανασηκώνοντας το πηγούνι. «Δεν ήταν μέσα στα πλάνα μου, αλλά έτυχε και τώρα δεν μπορώ να το αγνοήσω».

«Ενδιαφέρουσα αλλαγή σχεδίων. Κι εμένα μου συμβαίνει συχνά τελευταία».

Με κοίταζε τώρα με πραγματικό ενδιαφέρον. «Δηλαδή;»

«Μελετώ λαογραφία, καταγράφω παραδόσεις και θρύλους όπου βρεθώ και ποτέ δεν ξέρω πού θα με οδηγήσει ένας θρύλος ή μια ιστορία που θα ακούσω -κάτι σαν τις ανασκαφές σας, μόνο που εγώ σκάβω στις λέξεις που λένε οι άνθρωποι, όχι σε ό,τι αφήνουν πίσω τους».

Τώρα το χαμόγελό του φώτιζε περισσότερο και από τον μανιάτικο ήλιο που ήδη έψηνε τους ώμους μου.  «Τότε κάθεσαι δίπλα στο σωστό δέντρο». Έκλεισε το σημειωματάριο αργά, σαν να έδινε στον εαυτό του χρόνο να αποφασίσει από πού να ξεκινήσει. «Ξέρεις γιατί το λέγανε “θεόρατο”;»

«Δεν έχω ιδέα, αλλά κάτι μου λέει ότι σε λίγο θα ξέρω».

«Το έψαξα με το που άκουσα το όνομα, με εξιτάρουν τα αινίγματα. Και ευτυχώς, τη λύση σε αυτό τη βρήκα εύκολα. Είσαι έτοιμη για μια …νεραϊδοϊστορία;»

Δίχως δεύτερη σκέψη κάθισα δίπλα του στην άμμο.

«Το ταξίδι των νεράιδων», είπε, σχεδόν χαμηλόφωνα, κοιτάζοντας πάλι προς το νερό. «Έτσι βρέθηκε εδώ...

Κάποτε, λοιπόν, ένας ψαράς είχε αποκοιμηθεί μέσα στη βάρκα του, κοντά στην ακρογιαλιά του μοναστηριού της Παναγίας. Ήταν μια νύχτα καλοκαιριού από εκείνες που η θάλασσα μοιάζει να έχει σταματήσει να κινείται και το σκοτάδι απλώνεται πάνω της τόσο ήσυχα, ώστε ο άνθρωπος ξεχνά πως βρίσκεται μέσα σ’ έναν κόσμο που μπορεί να αλλάξει από τη μια στιγμή στην άλλη. Ο ψαράς κοιμόταν βαθιά, κουρασμένος από τη δουλειά της ημέρας και η βάρκα του λικνιζόταν απαλά στα νερά, ώσπου, μέσα στη νύχτα, ξύπνησε απότομα.

Δεν ήταν κάποιο δυνατό χτύπημα ούτε φωνή ανθρώπου αυτό που τον ξύπνησε. Ήταν ένας ήχος από τα κουπιά. Κάποιος έλαμνε τη βάρκα του.

Ο ψαράς άνοιξε τα μάτια και κοίταξε γύρω του. Στην αρχή νόμισε πως η νύχτα τον ξεγελούσε. Ύστερα, όμως, τα μάτια του συνήθισαν το σκοτάδι και είδε μπροστά του κάτι που δεν θα ξεχνούσε πια ποτέ. Ένα σωρό νεράιδες τραβούσαν τη βάρκα μαζί με εκείνον, κινούμενες μέσα στη θάλασσα με τρόπο που δεν έμοιαζε ανθρώπινος. Δεν έκανε θόρυβο, δεν φώναξε, δεν προσπάθησε να τις σταματήσει. Από τον φόβο του έμεινε ακίνητος, κρατώντας ακόμη και την αναπνοή του, σαν να πίστευε πως αν καταλάβαιναν ότι είχε ξυπνήσει, θα στρέφονταν εναντίον του.

Εκείνη τη στιγμή, σύμφωνα με την παράδοση, τον φώτισε η Κυρά η Παναγιά. Και τότε ο ψαράς θυμήθηκε τι του είχε πει κάποτε, όταν ήταν μικρό παιδί, η μακαρίτισσα η γιαγιά του για τις νεράιδες. Δεν ήταν πάντοτε κακές, αλλά άμα καταλάβουν πως κάποιος τις βλέπει, τον πνίγουν επιτόπου. Έκανε λοιπόν πως κοιμάται, δίχως να βγάζει τσιμουδιά, κρατώντας ακόμη και την ανάσα του. Η βάρκα ταξίδευε όλο και πιο γρήγορα».

Ο άντρας σταμάτησε για λίγο και κοίταξε προς τη θάλασσα. Δεν είχε πια εκείνο το ύφος ερευνητή που παραθέτει στοιχεία. Έμοιαζε περισσότερο σαν να προσπαθούσε να θυμηθεί ακριβώς τα λόγια με τα οποία την είχε βρει καταγεγραμμένη. «Οι νεράιδες», είπε, «δεν ταξιδεύανε όπως εμείς. Η βάρκα πετούσε σαν αστραπή, πετούσε κυριολεκτικά πάνω από το νερό, ώσπου έφτασαν στην Αραπιά. Εκεί, οι νεράιδες ξεφόρτωσαν κουρμάδες, χουρμαδιές δηλαδή, και ύστερα ξανάπιασαν το ταξίδι τους. Ο ψαράς παρέμενε στη βάρκα του, φοβισμένος και άφωνος, ώσπου μία από τις νεράιδες είπε πως έπρεπε να τον ρίξουν στο πέλαγος. Εκείνος, λέει ο θρύλος, καθώς ήταν ξαπλωμένος και έκανε τον κοιμισμένο, άκουσε τα λόγια της και πάγωσε ακόμη περισσότερο. Ο φόβος του ήταν τόσο μεγάλος, ώστε δεν μπορούσε να σκεφτεί ούτε να κινηθεί. Μόνο περίμενε.

Τότε ακούστηκε ξανά η φωνή της Κυράς της Παναγιάς. Εκείνη τον βοήθησε για δεύτερη φορά και οι άλλες νεράιδες, αν και εξακολουθούσαν να μη συμφωνούν, τελικά τον άφησαν ήσυχο. Άλλωστε, συλλογίστηκαν, τι τους είχε κάνει ο κακομοίρης; Ήταν ξένος προς τον κόσμο τους, δεν τις είχε πειράξει και ούτε καν τις είχε πάρει χαμπάρι. Του χρωστούσαν, μάλιστα, και χάρη για τη βάρκα του. Τον άφησαν, λοιπόν, απείραχτο και συνέχισαν τον δρόμο τους. Μόνο που το ταξίδι δεν είχε τελειώσει.

Έφτασαν σ' έναν τόπο άγνωστο, όπου οι νεράιδες ξεφόρτωσαν και πάλι κουρμάδες. Κι ύστερα, ξαφνικά, ο ψαράς βρέθηκε με τη βάρκα του πίσω στο Λιμένι, στην ακρογιαλιά του μοναστηριού, χωρίς να καταλάβει πώς έγινε. Οι νεράιδες, οι διαβόλισσες, είχαν γίνει άφαντες. Ξημέρωνε. Ο ψαράς σηκώθηκε και δόξασε την Κυρά την Παναγία που τον γλίτωσε. Ύστερα, πήρε την κολοκύθα, τη μικρή, στεγνή κολοκύθα που κάθε ψαράς κρατούσε τότε στη βάρκα του για να αδειάζει τα νερά, κι άρχισε να βγάζει έξω όσα είχε μαζέψει η βάρκα στο νυχτερινό ταξίδι.

Κι εκεί που ήταν σκυμμένος και άδειαζε τα νερά, κοιτάζει, και τι να δει στον πάτο της βάρκας; Έναν κουρμά.

Δίχως άλλο, σκέφτηκε, οι νεράιδες θα τον είχαν αφήσει εκεί για να τον πειράξουν. Τον πήρε λοιπόν και τον σφεντόνισε μακριά, έξω στη στεριά, γιατί, αν τον έριχνε στο πέλαγος, ποιος ήξερε τι διάβολο θα μπορούσε να του βγει μπροστά καμιά μέρα στο ψάρεμα.

Ο κουρμάς έπεσε στην ακρογιαλιά και επειδή ήταν από χέρια ξωτικών, δεν μπορούσε να πάει στα χαμένα. Έπιασε ρίζα εκεί που έπεσε. Και με τον καιρό έγινε ένας θεόρατος κουρμάς που στεκόταν αφύσικα μεγαλοπρεπής και αγέρωχος ανάμεσα στο μοναστήρι και τη θάλασσα».

Κοίταξα προς το νερό. Εκεί όπου λίγη ώρα πριν κολυμπούσα, η θάλασσα εξακολουθούσε να είναι γαλάζια και ατάραχη, ίδια με πριν, σαν να μην είχε ποτέ κάποτε φιλοξενήσει μέσα της μια βάρκα που πέταξε ως την Αραπιά από πλάσματα αλλόκοτα που έσερναν έναν ανυποψίαστο ψαρά μακριά από τον κόσμο των ανθρώπων. Κι όμως, η ιστορία είχε μείνει στη μνήμη εκείνων που εξακολουθούν να δείχνουν τον κουρμά και να λένε πως δεν φύτρωσε τυχαία εκεί.

«Ωραία ιστορία, ίσως μπορείς να τη χρησιμοποιήσεις κάπως και στο βιβλίο σου».

Χαμογέλασε. «Δεν ξέρω ακόμη αν χωράει κάπου. Ίσως και να την κρατήσω για μένα. Ξέρεις, κάποιες ιστορίες χάνουν τη δύναμή τους όταν απομακρυνθούν από τον τόπο τους. Ίσως καλύτερα να την αφήσω να πλανάται εδώ, κοντά στο δέντρο, παρά στις σελίδες ενός βιβλίου».

Πόσο παράξενη αυτή η δύναμη των λαϊκών θρύλων. Δεν χρειάζονται αποδείξεις για να επιβιώσουν. Χρειάζονται έναν τόπο που να μπορεί να τους φιλοξενήσει και έναν άνθρωπο πρόθυμο να τους διηγηθεί. Ένα δέντρο, μια πέτρα, ένα ξωκλήσι, μια βρύση ή ένας παλιός δρόμος αρκούν για να ξυπνήσει η ανάμνηση. Και στη Μάνη, όπου η πέτρα και η θάλασσα έχουν μάθει να υπενθυμίζουν το παρελθόν και τις ιστορίες, τα ίχνη που άφησαν πίσω τους οι νεράιδες δεν σβήστηκαν ποτέ.

Σηκώθηκα, τον ευχαρίστησα για την ενδιαφέρουσα ιστορία κι εκείνος γύρισε πάλι στο σημειωματάριό του, σαν να μην είχε συμβεί τίποτα ασυνήθιστο, σαν κάθε μέρα να αφηγείται ιστορίες. Πριν φύγω, θέλησα να δω τον Θεόρατο από κοντά. Δεν χρειάστηκε ν’ απομακρυνθώ πολύ. Στεκόταν εκεί, ένα δέντρο που έμοιαζε απόλυτα πραγματικό και ταυτόχρονα λίγο ξένο προς τον τόπο, σαν να είχε πράγματι μεταφερθεί από κάποιο μακρινό ταξίδι και να είχε αποφασίσει να ριζώσει εδώ. Τον κοίταξα για αρκετή ώρα αφήνοντας τη φαντασία μου να ντύσει την αύρα του. Άλλωστε, κανείς δεν κέρδισε απέναντι στους θρύλους προσπαθώντας να τους αντιμετωπίσει με λογική. Γιατί μπορεί οι νεράιδες να έφυγαν προ πολλού από τα νερά του Οιτύλου και ο ψαράς να μην ξαναβρέθηκε ποτέ σ’ εκείνο το παράξενο νυχτερινό ταξίδι, όμως ο κουρμάς έμεινε. Ριζωμένος στη γη της Μάνης, τόσο κοντά στη θάλασσα ώστε να μοιάζει ακόμη σαν να περιμένει την επόμενη βάρκα. Τόσο κοντά που, όταν το νερό ησυχάζει και η ακρογιαλιά αδειάζει από ανθρώπους, δεν είναι δύσκολο να φανταστείς πως, κάπου μακριά μέσα στο σκοτάδι, ακούγεται ξανά ο ρυθμικός ήχος από κουπιά. Δεν είναι δύσκολο να φανταστείς πως οι νεράιδες επιστρέφουν – και πως αυτή τη φορά, ίσως να μην είναι κανείς αρκετά τυχερός ώστε να τον σώσει η Κυρά η Παναγιά…

Ό,τι διαβάσατε εδώ ίσως να είναι απλώς μια ιστορία.

Ίσως πάλι… ένα ακόμη Λακε-Δαιμονικό.

ΔΕΙΤΕ ΤΑ ΟΛΑ ΣΤΗΝ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ ΑΠΟΔΡΑΣΕΙΣ
Του Αντρέα Πετρουλάκη
Το κλίκ της ημέρας
Του Αντρέα Πετρουλάκη

Πρόσφατα Νέα