Παναγιώτης Λιναρδάκης: «Να γράφω πάντοτε τις σκέψεις στην ζωγραφικη μου»

Της Γεωργίας Κακούρου Χρόνη
Τρίτη, 16 Σεπτέμβριος 2014 03:00 | E-MAIL ΕΚΤΥΠΩΣΗ
Παναγιώτης Λιναρδάκης: «Να γράφω πάντοτε τις σκέψεις στην ζωγραφικη μου»
Τους κήπους των πατρικών μας σπιτιών τους χώριζε ένα συρματόπλεγμα• ένα κομμάτι του που το χρησιμοποιούσαμε για πέρασμα ήταν πάντα πατημένο, ώσπου το αφαιρέσαμε εντελώς για να πηγαινοερχόμαστε από το ένα σπίτι στο άλλο χωρίς να βγαίνουμε στον δρόμο• κυρίως για να περνοδιαβαίνει η οικειότητα από την πόρτα της κουζίνας, από την «πίσω πόρτα», όπου εγκαθίσταντο τα μυστικά των σπιτιών μας, αλλά κανείς από τα μέλη των δυο οικογενειών δεν γνοιαζόταν να τα αποκρύψει. Έτσι δίπλα δίπλα ζήσαμε και με τον Παναγιώτη.
Ο Παναγιώτης Λιναρδάκης! Το ευγενέστερο παιδί της γειτονιάς σχολίαζαν οι μανάδες μας• και πράγματι ήταν. Ο Παναγιώτης διέθετε μια εγγενή ευγένεια και καλοσύνη. Ακόμη και όταν θύμωνε – αν θύμωνε – διατηρούσε ένα αδιόρατο χαμόγελο και μια γλυκιά αναπόληση στο βλέμμα λες και προσπερνούσε τη στιγμή για κάπου αλλού.
Αυτό το «κάπου αλλού», η διαρκής αναζήτηση τον οδήγησε στο Παρίσι. Σπουδές ζωγραφικής• όχι από αυτές που πιστοποιούν γνώσεις και απονέμουν συμβατικά πτυχία (αν και τα ιδρύματα στα οποία μαθήτευσε ήταν συμβατικά• ο ίδιος ήταν αντισυμβατικός)• αλλά από εκείνες που ένα ανήσυχο σαράκι τον ωθούσε να αναζητά συνεχώς το «κάπου αλλού».
Ανέβαινε σε κορυφές, από όπου θα μπορούσε να σταθεί με υπεροψία και να ατενίσει τους ομοτέχνους του. Ο δικός του στόχος ήταν άλλος• η επόμενη κορυφή. Έτσι βιαστικά ανυπόμονα, επικίνδυνα τις περισσότερες φορές, κατέβαινε από τη μια κορυφή για να κατακτήσει μιαν άλλη• με γδαρσίματα, με ματώματα, με πληγές• τις σφούγγιζε και συνέχιζε μονολογώντας: «Τι να προσέχω, ρε Παναγιώτη, να κλείνω τα μάτια;».
Το έργο του το αγκάλιασε η Μαρία Δημητριάδη και οι ατομικές του εκθέσεις φιλοξενήθηκαν στην Αίθουσα Τέχνης «Μέδουσα»• αναγνώριση που πολλοί καλλιτέχνες εύχονται για τον εαυτό τους. Το «επίσημο» βιογραφικό του σημείωμα αναφέρει: «Εικαστικός. Γεννήθηκε στη Σπάρτη στις 03.02.1957. Τελείωσε το 5ο Λύκειο Εξαρχείων, ενώ στη συνέχεια μαθήτευσε κοντά στον σπουδαίο εικαστικό Κώστα Ηλιάδη. Το 1978 μετέβη στο Παρίσι, όπου έκανε τις άτακτες σπουδές του στη Ζωγραφική στην École des Beaux-Arts. Συνέχισε με σπουδές Γλυπτικής στην École de Arts Plastiques και Σχεδίου στην Écoles de la Grande Saunière. Ολοκλήρωσε την καλλιτεχνική του εκπαίδευση με σπουδές Φωτογραφίας στην ESAM. Κατά τη διάρκεια της φοίτησής του στο Παρίσι, είχε την καθοδήγηση του γλύπτη Κώστα Κουλεντιανού. Κατά τη διάρκεια των σπουδών του στο Παρίσι, πραγματοποίησε την πρώτη του ατομική έκθεση στη Bibliotheque de Mante-la-Jolie. Έκτοτε, έχει στο ενεργητικό του αρκετές ατομικές εκθέσεις και από το 1997 εκθέτει σταθερά στη γκαλερί «Μέδουσα». Στις σημαντικότερες ατομικές του εκθέσεις συμπεριλαμβάνονται οι εξής: «Domestic Farm», Medusa Art Gallery, 1997, «Flowers», Medusa Art Gallery, 2002, «Kookoo», Medusa Art Gallery, 2008 και η ατομική του έκθεση στην Ύδρα το 2011. Παράλληλα, έχει συμμετάσχει και σε ομαδικές εκθέσεις, όπως στην ομαδική έκθεση «ΕΛΓΕΚΑ» στο Μενίδι το 2011. Συμμετέχει επίσης στις εκθέσεις Art Athina, ενώ ασχολείται και με τη σκηνοθεσία παραστάσεων performance art - Έργα του βρίσκονται στις ιδιωτικές συλλογές πολλών συλλεκτών, μεταξύ των οποίων και του Αλέξανδρου Ιόλα, Δάκη Ιωάννου, Λεωνίδα Μπέλτσιου, Δαυίδ, Ίωνα Βορρέ και άλλων. Πολλοί τεχνοκριτικοί έχουν δημοσιεύσει άρθρα για το έργο του, μεταξύ των οποίων οι Γιώργος Τζιρτζιλάκης, Όλγα Δανιηλοπούλου, Σωτήρης Παστάκας, Μεγακλής Ρογκάκος, Νίκος Ξυδάκης, Κατερίνα Γρέγου, Μαρία Μαραγκού, Βιβή Βασιλοπούλου».
Ό,τι συνόψιζε, ωστόσο, τις καλλιτεχνικές του αναζητήσεις είναι ο δικός του ορισμός της τέχνης: «Η τέχνη είναι επιβίωση συναισθηματική». Εκεί μπορούσε να επιβιώσει, ανάμεσα στα τελάρα και τα χρώματά του, να κρατήσει τον εαυτό του, αυτός που ήταν, να μην τον νοθεύσει ούτε αυτόν ούτε τα συναισθήματά του• αλλά να τον εκθέσει «Φτιάχνω μόνο ακτινογραφίες» έλεγε.
Στο πλαίσιο αυτής της επιβίωσης νοσταλγούσε και τη γενέθλια γη. Με εκείνη τη νοσταλγία που θέλει να εκφραστεί με πράξεις. Πράξεις που τις αναζητούσε στον εσωτερικό του πλούτο και στο πολιτισμικό περιβάλλον του τόπου, που μένει βουβός, ενώ θα μπορούσε να μιλήσει και να ακουστεί ως μια «άλλη» φωνή: «Δεν μπορώ να κάνω έργα, με θέα την Πούλια, τον Αυγερινό, το φεγγάρι, την θάλασσα, τον Γκρι, τα όνειρα. Τα όνειρα άραγε είναι μόνον για αυτούς που κοιμούνται;» εκμυστηρευόταν. Κι ας κατέφευγε στην Πούλια, τον Αυγερινό, το φεγγάρι, τη θάλασσα, τον γάτο του τον Γκρι στο πυργόσπιτο της Μάνης.
Τα δικά του όνειρα τον έβρισκαν στον ξύπνιο του, μόνο. Επέστρεφε τότε στα τελάρα και τα χρώματά του και τα απόθετε όλα εκεί, με την ίδια πίστη που η γιαγιά του η Σπάρτη, του σταύρωνε το μαξιλάρι του πριν κοιμηθεί.
Ο Παναγιώτης δεν ήταν για το «εδώ» ήταν για το «κάπου αλλού», γιʼ αυτό και εκλήθη για «εκεί» από τους αγγέλους. Το «επίσημο» βιογραφικό του σημείωμα θα συμπληρωθεί στο «από» της γέννησής του με το έως: «16.07.2014».
Αυτό το «έως» το ιστορούν τα έργα του, τα ολίγα λακωνικά του λόγια, που όπως εκείνα των προγόνων του διατηρούν ένα πολυσήμαντο «φιλοσοφείν». Ο καημός δικός μας, γιατί έφυγε χωρίς, όπως τόσο το επεδίωξε, να «επικοινωνήσει» μαζί μας. «Τι καλά που πεθαίνει ο δίπλα μας!», δική του η διαπίστωση και η διατύπωση με τη διττή σημασία.
Το ταξίδι του ξέρω ότι ήταν καλό!
ΔΕΙΤΕ ΤΑ ΟΛΑ ΣΤΗΝ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ ΑΡΘΡΑ
Του Ανδρέα Πετρουλάκη
Το κλίκ της ημέρας
Του Ανδρέα Πετρουλάκη

Πρόσφατα Νέα