Γεννήθηκε στη Σέκλιζα στα 1938, τότε που ξεψυχούσε η δύσκολη εποχή του μεσοπολέμου και αντρειευόταν η άλλη, η μαύρη εποχή του ανθρώπινου αφανισμού, ο 2ος Παγκόσμιος Πόλεμος.
Τον πατέρα του τον έλεγαν Δημήτρη και τη μάνα του Αγγελική. Μεγάλη οικογένεια, γονείς και 7 αδέρφια, που πάλεψαν σκληρά και τίμια για να ζήσουν. Αποκούμπι κι απαντοχή τους η αγάπη για τον συνάνθρωπο, η πίστη στο Θεό και την οικογένεια και η ελπίδα για ένα αύριο καλύτερο και πιο φωτεινό.
Απʼ όταν άρχισε να νιώθει τη ζωή, μέχρι τα πρώτα χρόνια της νιότης του, ο κυρ - Προκόπης ο Κολοβός, έζησε κάτω από τον ματωμένο ουρανό του πολέμου, της Κατοχής και του Εμφυλίου. Στην Κατοχή έχασε δυο αδερφάδες του και στον Εμφύλιο έκλαψε τον 16χρονο αδερφό του Θωμά που σκοτώθηκε στα 1948, πολεμώντας στις τάξεις του ΕΛΑΣ.
Σαν τέλειωσε ο Εμφύλιος των όπλων άρχισε ένας νέος εμφύλιος: Ο πατέρας του κυρ - Προκόπη, ο Δημήτρης, φυλακίστηκε 3 ολόκληρα χρόνια στις στρατιωτικές φυλακές της Λάρισας και η μάνα του η κυρά Δήμητρα 2 χρόνια στις φυλακές των Τρικάλων. Το φταίξιμό τους; Πίστευαν σε μια κοινωνία ισότητας, ανθρωπιάς και δικαιοσύνης, σε μια πατρίδα λεύτερη και ανεξάρτητη και τέλος, είχαν ένα γιο, που πέρασε στις δυνάμεις του ΕΛΑΣ για τα «πιστεύω» του και σκοτώθηκε την ώρα που άνοιγε το λουλούδι της νιότης, στα δεκαέξι του, μόλις, χρόνια.
Ο κυρ - Προκόπης βάστηξε τιμόνι μέχρι να αποφυλακιστεί η μάνα κι ο πατέρας κι ύστερα ΟΛΟΙ ΜΑΖΙ έπιασαν να ξαναχτίσουν τα χαλάσματα.
Δυνατοί και προκομμένοι άνθρωποι, όχι κιοτήδες, με δουλειά σκληρή, κατάφεραν να ξανασταθούν στα πόδια τους και να βάλουν το νερό στʼ αυλάκι. Ο κυρ - Προκόπης, ψημένος άντρας πια, έπαιρνε τα ηνία από τον πατέρα του μαζί και μιαν ευχή - εντολή:
-Άμα περάσει άνθρωπος από το σπίτι ή το μαγαζί και δεν του δώσεις να φάει και να πιει, και το μάθω, να φύγεις από δω!
Μα να! Εκεί που οι μνήμες λίγνευαν και η ψυχή κι ο νους ζητούσαν να διαγράψουν το παρελθόν η Λερναία Ύδρα του μίσους και του διχασμού που έμοιαζε να κοιμάται, σήκωσε κεφάλι ξανά και ξεφύλλισε τα παλιά τεφτέρια. Τώρα, μετά τον πατέρα και τη μάνα, ήρθε η ώρα να πληρώσει κι ο κυρ- Προκόπης το τίμημα γιʼ αυτά που άνομες εξουσίες είχαν χρεώσει στην οικογένειά του:
Τον συνέλαβαν οι χουντικοί, από τις πρώτες μέρες του πραξικοπήματος της 21ης Απριλίου 1967, και τον έστειλαν 15 μήνες στη φυλακή! Διότι ο κυρ - Προκόπης ο Κολοβός, όπως χιλιάδες άλλοι Έλληνες τίμιοι εργαζόμενοι και οικογενειάρχες, που γέμισαν τις φυλακές και τα ξερονήσια, ήταν «επικίνδυνοι» για τα «πιστεύω» και τις ιδέες τους για ειρήνη, δημοκρατία, ελευθερία και ανεξαρτησία, ιδέες για μια άλλη κοινωνία ισότητας και αδερφοσύνης χωρίς εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο, ήταν «επικίνδυνοι» γιατί οι οικογένειές τους είχαν «προηγούμενα» με το εμφυλιοπολεμικό κράτος που (δυστυχώς) κρατούσε συνεχώς ανοιχτά τα «τεφτέρια» του.
Όμως ο κυρ - Προκόπης ήταν γενναιόψυχος και είχε μέσα του αποθέματα από τα νάματα που του είχαν σταλάξει στην καρδιά οι γονείς του, ο Δημήτρης και η Ελένη Κολοβού.
Μετά την αποφυλάκισή του και πάλι όρθιος στο τιμόνι, να βγάλει το σκαρί απʼ τις ξέρες. Και τα κατάφερε! Και πρόκοψε! Και δεν κράτησε ποτέ κακία σε κανένα! Με τη γυναίκα του, την ευγενική, προκομένη και χρυσόκαρδη κυρά Αγορή, «έφτιαξαν» παιδιά, έφτιαξαν μαγαζιά, έφτιαξαν σπίτια, έφτιαξαν χωράφια κι έδειξαν ότι ο άνθρωπος, όσα εμπόδια κι αν του βάλουν, μπορεί να νικήσει το φόβο με την ελπίδα του.
«Μπορεί το λοιπόν ο άνθρωπος να ξεπεράσει τον άνθρωπο;» αναρωτιόταν ο παπα-Γιάνναρος. «Μπορεί, μπορεί», αποκρίνουνταν ο ίδιος, «μα μονάχα για μια ώρα, για δυο ώρες, μπορεί και για μια μέρα ολάκερη, μα φτάνει - αυτό θα πει Πυρκαγιά Θεού που οι απλοί άνθρωποι το λένε Παράδεισο».Ν. Καζαντζάκης: «ΑΔΕΡΦΟΦΑΔΕΣ»
Σήμερα ο κυρ - Προκόπης είναι μια δρυς σαν εκείνες που σκεπάζουν τα αγραφιώτικα βουνά πάνω από τη Σέκλιζα, που γιγαντώνεται στο ίδιο χώμα που βλάστησε πριν από 78 χρόνια, στο ίδιο χώμα που αρνήθηκε να εγκαταλείψει στα δύσκολα τα χρόνια, στο ίδιο χώμα που είναι θαμμένοι οι γονείς και τʼ αδέρφια του, στο ίδιο χώμα που έχει ποτίσει με τον ιδρώτα του τόσα και τόσα χρόνια. Ζει και προκόβει ακόμα στη Σέκλιζα (άλλωστε τι Πρόκόπης θα ήταν;) με την οικογένειά του (τη γυναίκα του, τα παιδιά του και τα εγγόνια του). Σύνταξη δεν έχει δώσει (ούτε σκοπεύει να δώσει) στον εαυτό του. Ξεκούραση γιʼ αυτόν είναι η δουλειά, έτσι όπως έμαθε να κάνει απʼ όταν ένιωσε τον εαυτό του και τη ζωή.
Πρωί - πρωί θα είναι στα χωράφια και στους κήπους του. Το μεσημέρι και το βράδυ θα τον βρεις στο μαγαζί του - ΨΗΣΤΑΡΙΑ: ΤΟ ΣΤΕΚΙ ΤΩΝ ΚΥΝΗΓΩΝ - πάνω στην πλατεία της Σέκλιζας να πίνει το τσιπουράκι του ή το κρασί του, νʼ αγναντεύει το χωριό του, να χαιρετά τους περαστικούς με τη βροντερή - ζεστή φωνή του (όλοι τον γνωρίζουν κι όλους τους γνωρίζει) και να καλεί κάθε περαστικό για να τον κεράσει. Γιατί πάνω απʼ όλα ο κυρ Προκόπης ο Κολοβός έχει μια καρδιά μάλαμα, μια καρδιά βρυσομάνα που τρέχει, χωρίς σταματημό, ζεστασιά, καλοσύνη, ειλικρίνεια, αγάπη, φιλία, ανθρωπιά και συμπόνοια. Πρώτα θα σε κεράσει με την καρδιά του και μετά θα ʼρθουν τα τσίπουρα και τα κρασιά.
Στη συντροφιά και στο κέρασμα απάνω θα σου πει πώς πάνε τα χωράφια και τι αγώνα έχουν, θα καμαρώσει για τους κήπους του, θα θυμηθεί τη σκληρή δουλειά και την ανηφορική πορεία της ζωής του, θα μιλήσει για τον Άνθρωπο και τα βάσανά του αλλά και για τη δύναμη και την απόφαση που πρέπει πάντα να κρύβει μέσα του, θα πάρει θέση για όσα συμβαίνουν σήμερα στη χώρα και την κοινωνία, θα αναπολήσει την παλιά τη Σέκλιζα και τη ζωή του «ΤΟΤΕ», θα πει και ιστορίες από τα κυνήγια του … κι ανάμεσα σʼ όλα τούτα θα μνημονεύσει κι όσα τράβηξε η οικογένειά του στα «πέτρινα χρόνια» με λόγο πάντα συγχωρητικό, χωρίς μνησικακία και μίσος, με μεγαλείο ψυχής που συνοψίζεται στη φράση:
«Να μην ξανάρθουν εκείνα τα χρόνια », με την οποία ο κυρ-Προκόπης κλείνει πάντα την κουβέντα του για το παρελθόν.
«H ΦΩΛΙΑ ΤΩΝ ΚΥΝΗΓΩΝ»: Ταβέρνα - ψησταριά στη Σέκλιζα (Καλλίθηρο) της Καρδίτσας. Ψυχή της ο κυρ-Προκόπης ο Κολοβός, η γυναίκα του η κυρά Αγορή με τα γαλανά τα μάτια και το αληθινό χαμόγελο, τα παιδιά τους και τα εγγόνια τους.
Καρδιές που χωράνε τον κόσμο όλον, άνθρωποι απλοί, αληθινοί, αυτοί που ο Χριστός ονόμασε “αλάτι του κόσμου”.
Στους τοίχους τρόπαια κυνηγετικά και φωτογραφίες του Στέλιου Καζαντζίδη, φίλου «κολλητού» του γιου τους του Θωμά. Κι ένα τζουκ μποξ στη γωνία γεμάτο τραγούδια του Στέλιου που παίζει ακόμα. Και τσίπουρο δικό τους και κρασί και κοντοσούβλι γλειφτοδάχτυλο από τα χέρια του μάστορα του κυρ - Προκόπη και ντομάτες απ τον κήπο τους και γλυκό πεπόνι από σπόρο παλιό.
Και πάνω απ όλα Αγάπη και Ανθρωπιά.
Άνθρωποι Τρανοί που δίνουν λόγο και μαρτυρία γιατί πρέπει να υπάρχουμε πάνω στη γη.




