Ο οικονομικός μαρασμός και ο πολιτισμός της φανφάρας

 

Δευτέρα, 28 Σεπτέμβριος 2026 11:39 | E-MAIL ΕΚΤΥΠΩΣΗ
Ο οικονομικός μαρασμός και ο πολιτισμός της φανφάρας

της Μαρίας Λαμπροπούλου

Παρά τους πνευματικούς, συγγενικούς και φιλικούς δεσμούς που με συνδέουν άρρηκτα με τη Σπάρτη και που ενισχύονται με την πάροδο του χρόνου, και όσο και να νιώθω ότι επιστρέφω κάθε φορά στο «σπίτι μου» όταν την επισκέπτομαι, αρνούμαι να παραβλέψω την καταφανέστατη και κατάφωρη οικονομική και πολιτισμική της παρακμή.

Οι οικονομικές ουλές που χάραξαν και στη χώρα μας τα έτη της οικονομικής κρίσης είναι ακόμη ορατές σε πανελλήνιο αλλά και σε τοπικό οικονομικό επίπεδο. Η Ελληνική Οικονομία αδυνατεί, ουσιαστικά, να «σηκωθεί από το καναβάτσο» παρόλες τις γιγαντιαίες επενδύσεις που πραγματοποιούνται σε σημαντικούς οικονομικούς τομείς της χώρας π.χ. στον κτηματομεσιτικό / ξενοδοχειακό τομέα, που είναι αναπόσπαστο κομμάτι της «βαριάς» Ελληνικής τουριστικής βιομηχανίας. Η ανάπτυξη της Ελληνικής Οικονομίας αδυνατεί να προέλθει αποκλειστικά από επενδύσεις από τις οποίες, ενώ δημιουργούνται νέες θέσεις εργασίας, δεν ωφελούνται άμεσα οι τοπικές κοινωνίες, παρά μόνο τα μεγάλα αστικά κέντρα και τα μεγάλα σε έκταση τουριστικά νησιά. Εντούτοις, υπάρχει το παράδειγμα της Μεσσηνίας, και δη της πόλης της Καλαμάτας, της οποίας η ανάπτυξη έχει φτάσει σε δυσθεώρητα μεγέθη. Στην εξέλιξη αυτή έχουν συμβάλει διάφοροι παράγοντες, όπως η εύκολα προσβάσιμη Μεσσηνιακή ακτογραμμή, η άμεση ακτοπλοϊκή σύνδεσή της με διάφορους προορισμούς, η πλούσια βλάστηση και η γεωμορφία της. Και ενώ η Σπάρτη υπολείπεται της ιλιγγιώδους ανάπτυξης της Καλαμάτας, εντούτοις διαθέτει μοναδικές και εξαιρετικές δυνατότητες ανάδειξης των μοναδικών θησαυρών που κατέχει, οι οποίοι περιμένουν με Ιώβεια υπομονή στο «ράφι της αναμονής».

«Εύκολη η θεωρία, δυσεπίτευκτη η πράξη», θα ισχυρισθούν, δικαίως, οι Λάκωνες. Ισχύει…δυστυχώς όμως, αυτό που ισχύει περισσότερο στην περίπτωση της Σπάρτης (έστω και μέσα από τα… μάτια του «τουρίστα», όπως ειρωνικά χαρακτηρίζομαι) είναι η έλλειψη ουσιαστικού οράματος, συνεννόησης και επιθυμίας για λήθη του κενού παρελθόντος και των μάταιων διαφωνιών (μεταξύ ιθυνόντων κάθε τομέα και όχι μόνο), καθώς και η επίδειξη πυγμής για την υλοποίηση αποφάσεων που θα οδηγήσουν σε άνθηση, όπως ταιριάζει σε μια πόλη του ιστορικού διαμετρήματος της Σπάρτης.

Αποκλειστικά και μόνο λόγω της ιστορίας της, η Σπάρτη θα μπορούσε να αποτελεί μοναδικό φαινόμενο ανάπτυξης σε, τουλάχιστον, πανευρωπαϊκό επίπεδο. Η θυσία του Λεωνίδα και των 300 στις Θερμοπύλες, που άλλαξε τον ρου της Παγκόσμιας Ιστορίας και που διδάσκεται εκτενώς σε ξένα πανεπιστήμια και σε κορυφαίες στρατιωτικές ακαδημίες του κόσμου, αποτελεί ανεξάντλητη πηγή ιδεών για ρηξικέλευθες επιχειρηματικές κινήσεις με εξαιρετικά μεγάλες πιθανότητες επιτυχίας. Τα υπόλοιπα τα αφήνω για τους τολμηρούς οραματιστές, των οποίων ιδέες όταν εκφράστηκαν αντιμετωπίστηκαν – ως είθισται - από μεγάλη μερίδα συμπολιτών τους ως αιθεροβάμονες· οι συγκεκριμένοι αμφισβητίες προφανώς αγνοούν τα αποφθέγματα «Σε αυτούς που τολμούν, η τύχη είναι ευνοϊκή» του Θουκυδίδη και «Δεν υπάρχει τίποτε αδύνατο γι' αυτόν που θα προσπαθήσει» του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Επιπροσθέτως, τα θλιβερά απομεινάρια της Αρχαίας Σπάρτης και η αναμενόμενη – ουδείς γνωρίζει πότε! - κατασκευή του νέου Μουσείου δεν αποτελούν ιδιαίτερα ενθαρρυντικά και ελπιδοφόρα σημάδια για την τουριστική και οικονομική ανάπτυξη της πόλης. Πνοή ελπίδας αποτελεί η πρόσφατη λειτουργία των Παλατιών του ένδοξου Μυστρά που πάντα συγκινεί και εμπνέει με τη Βυζαντινή μυστηριακή ατμόσφαιρα.

Όσον αφορά τα ευλογημένα τοπικά βρώσιμα προϊόντα, προτιμητέο είναι να μη γίνει αναφορά, αφενός διότι δεν κατέχω γνώση του θέματος, αφετέρου δε το θέμα αποτελεί «casus belli» στην τοπική κοινωνία. Η συντριπτική πλειοψηφία μεμονωμένων προσπαθειών ιδιωτικής πρωτοβουλίας που πραγματοποιούνται για την βελτίωση της παραγωγής σε ποιότητα και ποσότητα όχι μόνο δεν έχουν την οικονομική αρωγή της Πολιτείας αλλά είναι κοινό μυστικό ότι αμφισβητούνται –εάν όχι και σαμποτάρονται– ακόμη και από τους άμεσα ενδιαφερόμενους (εντόπια ξενηλασία!). Τραγικότερο δε όλων, οι αντιρρησίες και πνεύματα ανούσιας αντιλογίας δεν πείθονται ούτε από τις ελάχιστες επιτυχημένες επιχειρηματικές κινήσεις που αποτελούν διαφήμιση και τιμή για τον τόπο και που θα μπορούσαν να αποτελέσουν «πιλότο» για άλλες παρεμφερείς προσπάθειες τοπικού, έστω, χαρακτήρα (βλ, τοπικοί συνεταιρισμοί).

Στον αντίποδα, με εξαίρεση τα πατροπαράδοτα και ιστορικής και πολιτισμικής ανεκτίμητης ηθικής αξίας πανηγύρια, θεατρικές παραστάσεις και εκθέσεις τέχνης, λαμβάνουν χώρα μουσικές και πολιτιστικές εκδηλώσεις άχρωμου χαρακτήρα παράλληλα με μία ισχνή και ανοργάνωτη προσπάθεια τόνωσης της τοπικής οικονομίας (βλ. «Λευκή Νύχτα»). Οι απόψεις που εκφράστηκαν από συντριπτικό ποσοστό κατοίκων της Σπάρτης για τις συγκεκριμένες εκδηλώσεις αλλά και για το οικονομικό τους κόστος έβριθαν -δικαίως- οργής και απαξίωσης. Επιπρόσθετα, η οικονομική τονωτική ένεση με διάρκεια λίγων ωρών δεν είχε – σύμφωνα με τους άμεσα ενδιαφερόμενους – την αναμενόμενη συνέχεια.

Το ανεκτίμητο brand «This is Sparta!» εξακολουθεί να μένει στις καλένδες με εγκληματική, κατά κύριο λόγο, ευθύνη της κεντρικής εξουσίας, που εμφανίζεται φανφαρονικά δι’ αντιπροσώπων μόνο για ψηφοθηρία. Ακόμη πιο εγκληματική όμως είναι η ευθύνη όσων επιδιώκουν να ικανοποιήσουν προσωπικά και τοπικιστικά μικροσυμφέροντα κατακερματίζοντας τις προσπάθειες όσων οραματίζονται τη συνολική οικονομική και πολιτιστική ανάπτυξη του τόπου. Και ενώ αναρίθμητοι Ελληνικοί πολιτιστικοί θησαυροί που βρίσκονται στο εξωτερικό (περίτρανο παράδειγμα η πανίερη Αγία Σοφία στην Κωνσταντινούπολη) αποτελούν πακτωλό εσόδων για ξένους λαούς, οι Έλληνες εξακολουθούμε να επιδιδόμαστε με φανατισμό στο εθνικό μας σπορ, τη μισαλλοδοξία, ακόμη και αν το τίμημα είναι η οπισθοδρόμηση, η παρακμή, ο αναχρονισμός και ο μαρασμός. Εξαιρούνται, φυσικά, όσοι προσπαθούν έντιμα, φιλότιμα, υπερήφανα και πατριωτικά να αναδείξουν τον τόπο τους μέσω του πολιτισμού, της έντιμης εργασίας τους και την γεμάτη σεβασμό ορθή εκμετάλλευση της γης. Όσον αφορά τους υπόλοιπους, ζήτω η κοινωνία του ωχαδερφισμού, της υποκουλτούρας και του αλληλοσπαραγμού! Ευτυχώς που το «σπαρτιατικό χρέος» επιτελέστηκε από τον Βασιλιά Λεωνίδα και τους επίλεκτους 300 Σπαρτιάτες πολεμιστές το 480 π.Χ..

ΔΕΙΤΕ ΤΑ ΟΛΑ ΣΤΗΝ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ ΑΡΘΡΑ
Του Ηλία Μακρή
Το κλίκ της ημέρας
Του Ηλία Μακρή

Πρόσφατα Νέα