Η υποδοχή, λιτή και απέριττη, όπως αρμόζει σε εκείνους που ασπάζονται το σκληροτράχηλο σπαρτιάτικο τρόπο ζωής, έλαβε χώρα μπροστά από το άγαλμα του Λεωνίδα στο Δημοτικό Στάδιο Σπάρτης. Πολίτες και μέλη του Συλλόγου «Ετοιμοκλής», όπου ανήκουν οι δύο ανεξάντλητοι δρομείς, είχαν συγκεντρωθεί από νωρίς στο χώρο για να τιμήσουν τους συγγενείς, τους φίλους και τους γνωστούς που τους γέμισαν με υπερηφάνεια. Στο σημείο βρέθηκαν ο νεοεκλεγείς δήμαρχος Σπάρτης Β. Βαλιώτης, συνοδευόμενος από τους δημοτικούς συμβούλους Π. Ρήγα και Θ. Πατσιλίβα και ο επικεφαλής του Κινήματος Πολιτών «Ελπίδα» Χρ. Αλεξάκος. Αισθητή, ωστόσο, ήταν η απουσία μελών της απερχόμενης δημοτικής αρχής.
Από το βάθος της οδού Παλαιολόγου ξεπροβάλλει ένας κόκκινος φάρος και όλοι αναφωνούν: «Έρχονται, έρχονται…». Το ταξί του “Sparta Service”, που παρέλαβε και μετέφερε αφιλοκερδώς τους δύο Σπαρτιάτες από τις Θερμοπύλες, σταματά μπροστά από τα σκαλοπάτια που οδηγούν στο άγαλμα του θρυλικού βασιλιά. Για λίγο επικρατεί σιγή και μετά όλοι ξεσπούν σε χειροκροτήματα, όταν οι Γ. Βασίλαρος και Ν. Μπακής αποβιβάζονται και κατευθύνονται μπροστά από το Λεωνίδα, τον οποίο χαιρετούν και προσκυνούν.
Πρώτος μίλησε στους εκπροσώπους των ΜΜΕ ο Γ. Βασίλαρος, ο οποίος εμφανώς συγκινημένος εξιστόρησε το πώς δόθηκε η αφορμή για το «Σπάρτα-Δράμα»: “Το 1993 είχα την τύχη και την τιμή να είμαι από τους πρώτους δασοκομάντος που υπηρέτησα στο Πυροσβεστικό Σώμα ως εκπαιδευτής. Δυστυχώς, όμως, εν μια νυκτί κάποιοι άνθρωποι θέλησαν να σταματήσουν αυτήν την πρωτοβουλία. Το 1994, όμως, προσπαθήσαμε να επαναλάβουμε το εγχείρημα. Ωστόσο, κάποιοι στο βωμό της φτήνιας χορήγησαν πλήρως ακατάλληλα ελικόπτερα…”, ανέφερε με φωνή που «έσπαγε» από τη συγκίνηση. Με προσπάθεια να συγκρατήσει τα δάκρυά του συνέχισε: “Τους ξαναέδωσαν ψεύτικες υποσχέσεις και τους έβαλαν μέσα σε ένα ιπτάμενο φέρετρο. Ήμασταν βασιλιάδες για ένα ξεροκόμματο, πετούσαμε για την ελληνική φύση και τα δάση, με το πνεύμα του καταδρομέα”, εξηγεί ο Γ. Βασίλαρος. “Όλα αυτά τα χρόνια δεν ησύχασα καθόλου. Ερχόμενος να ζήσω στη Σπάρτη, το αίσθημα της δασοπυρόσβεσης δεν με εγκατέλειψε ποτέ. Ως εθελοντής, σε όποια ομάδα και αν ανήκα, προσπάθησα να εκπαιδεύω τους συναδέλφους μου με τις μεθόδους των δασοκομάντος”.
Η σκέψη για το «Σπάρτα-Δράμα» προέκυψε στο μυαλό του έφεδρου καταδρομέα πριν από δύο χρόνια, όταν ευαισθητοποιημένοι πολίτες επιχείρησαν να ερευνήσουν τις συνθήκες κάτω από τις οποίες σημειώθηκε η τραγωδία, συγκεντρώνοντας πολύτιμο υλικό. “Μόλις το πληροφορήθηκα κλονίστηκα και είπα ότι και εγώ θα πρέπει να κάνω κάτι και το λιγότερο ήταν μια διαδρομή από τη Σπάρτη στη Δράμα”. Σε ερώτηση για το εάν το εγχείρημα πρέπει να έχει και συνέχεια, απάντησε απόλυτα καταφατικά. Αναφορικά με τον τρόπο που αντιμετωπίστηκαν οι δύο Σπαρτιάτες σε κάθε σταθμό τους, ο Γ. Βασίλαρος σημείωσε: “Μερικοί μας είπαν ότι είμαστε τρελοί, ενώ άλλοι χτυπούσαν παλαμάκια και μας έβαλαν στο σπίτι τους. Κάποιοι δεν το πίστεψαν και το χλεύασαν. Παρʼ όλα αυτά νιώσαμε την φιλοξενία και την αγάπη του Έλληνα χωρικού, του αγνού πατριώτη. Νιώσαμε πάρα πολλά θετικά, τα αρνητικά τα έχουμε ήδη ξεχάσει”.
Με παράπονο, ο ίδιος είπε ότι πέραν του Νίκου Μπακή, κανένας άλλος δεν ακολούθησε το τόλμημα. “Περίμενα, όταν φτάσαμε στο νομό Δράμας να συναντήσουμε και άλλους καταδρομείς. Παρʼ όλα αυτά, κατά την άφιξή μας στο μνημείο ήμασταν σχεδόν μόνοι μας”. Χαρακτηριστικό είναι το συναίσθημα που διηγείται ότι βίωσε, όταν ασπάστηκε το μνημείο: “Όταν έφτασα στο μνημείο, «άδειασα». Ένιωθα τα πόδια μου πανάλαφρα, καμία κούραση. Έβλεπα το σακίδιό μου και δεν πίστευα ότι είναι δικό μου”.
Στο μνημείο των πεσόντων δασοκομάντος τελέστηκε ένα απλό τρισάγιο, παρουσία λίγων συγγενών των αδικοχαμένων παλικαριών. “Με πολύ βαριά καρδιά, κάποιοι από τους συγγενείς των πεσόντων, όταν πληροφορήθηκαν ότι δύο Σπαρτιάτες έρχονται να αποτίσουν φόρο τιμής στα παιδιά τους, μας συνάντησαν σε διάφορα σημεία της διαδρομής και στον τελικό προορισμό μας”, θυμήθηκε ο Γ. Βασίλαρος. Οι δύο Σπαρτιάτες είχαν συνάντηση και με χειριστές πυροσβεστικών αεροσκαφών PZL, με τις φιλοφρονήσεις των δύο πλευρών να είναι αμφίδρομες.
Για το εάν έχουν επιβληθεί ποινές για το χαμό των δασοκομάντος, ο Γ. Βασίλαρος ήταν αποστομωτικός: “Όχι, το συμβάν έληξε ως δυστύχημα, δεν τιμωρήθηκε κανείς και στα τρία χρόνια παραγράφηκε”. Μάλιστα, το τραγικό δυστύχημα φαίνεται να περνά στα «ψιλά» και από τη στρατιωτική διοίκηση: “Δεν φαίνεται πουθενά δηλωμένος ο θάνατος του λοχαγού κυβερνήτη και του μηχανικού ως δυστύχημα της αεροπορίας στρατού”, υπογραμμίζει και προσθέτει: “Οι ευθύνες ήταν πάρα πολλές. Σκοτώθηκαν δέκα άνθρωποι για να μην πεθάνουν άλλοι. «Θάψαμε» ένα δασικό σώμα, προασπιστή του βουνού μας και της πατρίδας μας και ξεχάσαμε ανθρώπους οι οποίοι με το μόνο αξιοκρατικό στοιχείο που μπήκαν σε αυτή τη δουλειά, ήταν ότι πετούσαν στις Ειδικές Δυνάμεις”. Εμφανίστηκε, δε, απογοητευμένος για τον τρόπο με τον οποίο τελείωσε η αποστολή των δασοκομάντος: “Μας πέταξαν έξω ένα βράδυ ως εποχικούς εργάτες, με αποζημίωση 612 δρχ., χωρίς να μας αξιοποιήσουν πουθενά. Αυτή τη στιγμή είμαι άνεργος και κάθομαι χωρίς να φυλάω τον Ταΰγετο, τα Βαρδούσια, την Οίτη, την Γκιώνα, τον Όλυμπο. Όταν εκδηλώνεται μια φωτιά, αναρωτιόμαστε γιατί συνέβη…”.
Από την πλευρά του ο Ν. Μπακής έκανε λόγο για μια πρωτόγνωρη εμπειρία, αναφέροντας ότι αυτή τη στιγμή “τα συναισθήματα είναι ανάμικτα, ήταν κάτι το οποίο ίσως να μην ξαναβιώσω στο μέλλον. Ήταν κάτι συγκλονιστικό για μένα”. Ο Σπαρτιάτης δρομέας ενημέρωσε ότι υπάρχει πρόθεση να καθιερωθεί η διαδρομή, η οποία θα διεξάγεται με τη μορφή σκυταλοδρομίας με τη συμμετοχή καταδρομέων από νομό σε νόμο. Για εκείνους που τους στήριξαν, αλλά και εκείνους που στάθηκαν επικριτικοί ή διστακτικοί μαζί τους, ο ίδιος είχε μόνο μια καλή κουβέντα: «Να είναι καλά…»
Αμέσως μετά οι Γ. Βασίλαρος και Ν. Μπακής έβγαλαν αναμνηστικές φωτογραφίες με τα υπόλοιπα μέλη του «Ετοιμοκλή», τους συγγενείς και τους φίλους τους.




