Οι θαλάσσιοι καύσωνες εκδηλώνονται πλέον τόσο συχνά, ώστε οι κοραλλιογενείς ύφαλοι δεν προλαβαίνουν να ανακάμψουν, προειδοποιεί νέα έκθεση του Παγκόσμιου Δικτύου Παρακολούθησης Κοραλλιογενών Υφάλων (GCRMN).
Οι ύφαλοι φιλοξενούν περίπου το ένα τέταρτο των θαλάσσιων οργανισμών, προστατεύουν τις ακτές από τη διάβρωση και εξασφαλίζουν τροφή σε εκατομμύρια ανθρώπους. Ωστόσο, η άνοδος της θερμοκρασίας προκαλεί τον αποχρωματισμό τους: τα μικροσκοπικά φύκη με τα οποία συμβιώνουν τους εγκαταλείπουν και, εάν δεν επιστρέψουν σύντομα, τα κοράλλια νεκρώνονται.
Η έκθεση βασίζεται σε δεδομένα άνω των 40 ετών από σχεδόν 37.000 περιοχές σε 120 χώρες και εδάφη. Όπως διαπιστώνεται, το διάστημα μεταξύ διαδοχικών επεισοδίων αποχρωματισμού έχει περιοριστεί από δεκαετίες σε μόλις πέντε ή έξι χρόνια.
«Αν τους δώσουμε αρκετό χρόνο, έχουν τη δυνατότητα να ανακάμψουν. Δεν βλέπουμε, όμως, να τους δίνεται αυτός ο χρόνος», ανέφερε ο επικεφαλής της έκθεσης, Μανουέλ Γκονζάλες Ριβέρο. Την περίοδο 2020-2024, η κάλυψη από σκληρά κοράλλια μειώθηκε κατά 9,5% σε σχέση με τον ιστορικό μέσο όρο.
Στο «κατώφλι της παρακμής»
Το πρώτο παγκόσμιο επεισόδιο μαζικού αποχρωματισμού καταγράφηκε το 1998, ενώ από το 2010 ακολούθησαν άλλα τρία. Το πιο πρόσφατο, το 2024, ήταν και το εκτεταμένο που έχει σημειωθεί ποτέ, επηρεάζοντας το 84% των κοραλλιογενών υφάλων παγκοσμίως.
Παρότι οι ύφαλοι μπορούν να ανακάμψουν όταν υποχωρούν οι θερμοκρασίες, τα ολοένα συχνότερα και εντονότερα επεισόδια περιορίζουν δραματικά αυτή τη δυνατότητα. Οι επιστήμονες προειδοποιούν, μάλιστα, ότι οι υψηλές θερμοκρασίες των ωκεανών ενδέχεται να προκαλέσουν νέο κύμα αποχρωματισμού.
Η έκθεση υπογραμμίζει ότι η άμεση μείωση των εκπομπών, ο περιορισμός της μη βιώσιμης αλιείας και ο έλεγχος της υπερβολικής παράκτιας ανάπτυξης μπορούν να αποτρέψουν περαιτέρω απώλειες. «Η καθυστέρηση της δράσης ενέχει τον κίνδυνο να παγιωθούν μη αναστρέψιμες απώλειες», προειδοποιούν οι ειδικοί.




