Η μελέτη του κ. Βέργαδου έρχεται να ανατρέψει τις μέχρι τώρα θεωρίες και να θέσει σε νέα βάση το ερώτημα που απασχολεί ιστορικούς και αρχαιολόγους. Υπενθυμίζεται ότι ο ιστορικός και συγγραφέας Σαράντος Καργάκος διατρανώνει και επαναλαμβάνει τη βεβαιότητα του ότι στην Αμφίπολη βρίσκεται ο θρυλικός τάφος του Μεγάλου Αλέξανδρου. Ο ίδιος, μάλιστα, αντέκρουσε τις απόψεις αρχαιολόγων που αποκλείουν το ενδεχόμενο: «Το μνημείο δείχνει ότι πρόκειται για τάφο επιφανέστατου ανδρός. Ποιος υπήρξε επιφανέστερος του Αλεξάνδρου;», έχει πει χαρακτηριστικά. «Η Ολυμπιάδα δεν θα άφηνε το λείψανο του γιου της. Εδραιώνεται η πεποίθηση μου, ότι το προαίσθημα μου είναι αληθινό», ανέφερε χαρακτηριστικά και πρόσθεσε: «Το γεγονός ότι δεν πήγε στη Βαβυλώνα όπου το λείψανο του Αλεξάνδρου έμεινε δύο χρόνια εκεί ούτε παρακολούθησε τη μεταφορά του από την Αλεξάνδρεια στη Βαβυλώνα με κάνει να πιστεύω ότι με τρόπο μυστικό η γυναίκα αυτή που κυριάρχησε στη Μακεδονία μέχρι το 316 μπορεί να μετέφερε το λείψανο του γιου της στη Μακεδονία».
Από την άλλη, βασιζόμενος σε αναφορές του ιστορικού Θουκυδίδη, ο Π. Βέργαδος γράφει:
Ο τύμβος της Αμφίπολης πιθανόν να ανήκει στον ΒΡΑΣΙΔΑ
Οι Αμφιπολίτες τον τιμούσαν σαν ήρωα, σωτήρα και οικιστή της πόλης
Η Αμφίπολη αποικήθηκε από τους Αθηναίους το 437/61 με στρατηγό τον Άγνωνα του Νικία, ο οποίος έλαβε τον τίτλο του «οικιστού» [βλ. Θουκυδίδη Δ΄.102, Ε΄.11, Ste Croix «τα αίτια του Πελοποννησιακού πολέμου», εκδόσεις Οδυσσέας σελ. 594 και 492]. Προηγουμένως, «το χωρίον» (= θέση) στο οποίο έκτισαν την πόλη «Εννέα οδοί εκαλούντο» [βλ. Θουκυδίδη Α΄.100 και Δ΄.102, Ηροδότου Ζ΄.114]. Ο Άγνων την «ωνόμασεν Αμφίπολιν» επειδή την περιέβαλε με μακρύ τείχος, χωρίζοντας αυτήν από το μέρος των δύο βραχιόνων του Στρυμόνος που την περιβρέχει, και την έκτισε κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να είναι περίβλεπτος και από την ξηρά και από την θάλασσα [βλ. Θουκυδίδη Δ΄.102]. Πολύ γρήγορα η πόλη γνώρισε μεγάλη ανάπτυξη, αφενός λόγω της επίκαιρης και στρατηγικής της θέσης και αφετέρου λόγω του ότι η ευρύτερη περιοχή ήταν πλούσια σε ξυλεία και μεταλλεύματα (σε μικρή απόσταση βρίσκονταν τα ορυχεία χρυσού και αργύρου του Παγγαίου όρους). Το 424 ο περισσότερος πληθυσμός της πόλης ήταν «ξύμμεικτος» (= προερχόμενος από πολλές πόλεις), οι δε Αθηναίοι ήταν λίγοι [βλ. Θουκυδίδη Δ΄.106].
Το θέρος του έτους αυτού ο μεγάλος στρατηγός της Σπάρτης Βρασίδας, επικεφαλής 1.700 οπλιτών2, εκστράτευσε στην Χαλκιδική και στην Θράκη μετά από πρόσκληση των Χαλκιδέων της περιοχής και του βασιλιά της Μακεδονίας Περδίκκα, προκειμένου να τους βοηθήσει στον πόλεμο εναντίον των Αθηναίων, τον δε Περδίκκα επιπλέον και στον εμφύλιο πόλεμο εναντίον του Αρριβαίου, βασιλιά των Λυγκυστών [βλ. Θουκυδίδη Δ΄.78-81]. Όταν έφθασε εκεί ο Βρασίδας, παρουσιαζόμενος δίκαιος και μετριοπαθής, αποσπούσε την μία μετά την άλλη τις πόλεις της περιοχής από την συμμαχία των Αθηναίων, μεταξύ δε αυτών και την Αμφίπολη [βλ. Θουκυδίδη Δ΄. 81,106]. Έκτοτε η Αμφίπολη ακολούθησε τον δικό της δρόμο (λίαν αξιόλογο και καθαρά αντιαθηναϊκό) στην Ιστορία.
Το θέρος του 422 οι Αθηναίοι έστειλαν τον Κλέωνα με ισχυρή δύναμη στην περιοχή της Χαλκιδικής και της Θράκης, προκειμένου νʼ ανακόψει τις επιτυχίες του Βρασίδα εκεί. Η κρίσιμη και αποφασιστική σύγκρουση των αντιπάλων έλαβε χώραν περί το τέλος του θέρους3 αυτού έξω από τα τείχη της Αμφίπολης. Ο γενναίος στο έπακρο και στρατηγικότατος Βρασίδας, εκμεταλλευόμενος την αποχώρηση των Αθηναίων προς την Hϊόνα4, επιτέθηκε αιφνιδιαστικά στους Αθηναίους μέσα από την πόλη σε δύο τμήματα5 και από διαφορετικές πύλες και τους έτρεψε σε φυγή. Ο πανικός των Αθηναίων ήταν μεγάλος, μοιραία δε και η ήττα τους. Οι νεκροί των Αθηναίων ήταν περίπου 600, μεταξύ των οποίων και ο Κλέων, ενώ από την πλευρά των Λακεδαιμονίων οι νεκροί ήταν μόνον 7, μεταξύ των οποίων όμως και ο «ατρόμητος» πολεμιστής Βρασίδας, ο οποίος αφού μεταφέρθηκε από τους στρατιώτες του, ζωντανός ακόμη στην πόλη και «ήσθετο» (= κατάλαβε) ότι οι στρατιώτες του «νικώσιν» μετʼ ολίγον «ετελεύτησε» [βλ. Θουκυδίδη Ε΄.8-10].
Ο μεγαλύτερος ιστορικός της ανθρωπότητος Θουκυδίδης6 [βλ. Ε΄. 11], αναφερόμενος στην κηδεία του Βρασίδα γράφει χαρακτηριστικά: «μετά δε ταύτα τον Βρασίδαν οι ξύμμαχοι πάντες συν όπλοις επισπόμενοι (= ακολουθούντες) έθαψαν εν τη πόλει προ της νυν αγοράς ούσης. Και το λοιπόν οι Αμφιπολίται περιέρξαντες (= περιφράξαντες) αυτού το μνημείον, θυσιάζουν σε αυτόν σαν να ήταν ήρωας και καθιέρωσαν προς τιμή του αγώνες και θυσίες κατʼ έτος και του αφιέρωσαν την αποικία σαν να ήταν αυτός ο οικιστής, αφού κατεδάφισαν τʼ αφιερωμένα στον Άγνωνα οικοδομήματα, εξαφάνισαν δε κάθε τι που ήταν δυνατόν να υπενθυμίζει την οίκησιν αυτού, γιατί νόμισαν ότι ο Βρασίδας έγινε ο σωτήρας τους και ακόμη γιατί από τον φόβο τους εκ μέρους των Αθηναίων στερέωναν την συμμαχία τους με τους Λακεδαιμονίους. Ένεκα του μίσους τους κατά των Αθηναίων δεν εύρισκαν ούτε συμφέρον, ούτε ευχάριστο να εξακολουθούν να τιμούν τον Άγνωνα, επέτρεψαν όμως στους Αθηναίους να πάρουν τους νεκρούς τους».
Νομίζω πως μετά ταύτα δεν χρειάζεται κόπος για να καταλάβει κάποιος ότι, το σπουδαιότερο πρόσωπο για τους Αμφιπολίτες ήταν ο μεγάλος Σπαρτιάτης στρατηγός Βρασίδας, και πιθανόν ο τύμβος που αποκαλύπτεται σήμερα στην Αμφίπολη αποτελεί «καινοτάφιο» προς τιμήν αυτού (κυρίως) και των έξι στρατιωτών του που σκοτώθηκαν στην μάχη της Αμφίπολης7. Ήδη δε η ανεύρεση στον τύμβο των δύο Καρυατίδων ( = κορών από τις Καρυές της Λακωνίας, που συμβολίζουν την θεά Άρτεμι, η οποία ετιμάτο ιδιαίτερα στην Λακωνία, όπως και ο αδελφός της Απόλλων), ενισχύει την άποψή μας αυτή.
1. Οι αναφερόμενες εδώ χρονολογίες είναι προ Χριστού.
2. Αυτοί ήταν 700 Είλωτες, 600 Σικυώνιοι και 400 Φλειάσιοι [βλ. Θουκυδίδη Δ΄. 70,80].
3. Το θέρος του Θουκυδίδη διαρκούσε από τις αρχές Μαρτίου μέχρι τέλος Οκτωβρίου και «βάλε».
4. Η πόλη αυτή ήταν ο εμπορικός λιμένας των Αθηναίων στην περιοχή (ειδικότερα βρισκόταν στις εκβολές του Στρυμόνος) και απείχε από την Αμφίπολη περίπου 25 στάδια [βλ. Θουκ. Δ΄.102, κατά τον Διόδωρο -1Β 73.3- απείχε 30 στάδια], ήτοι περίπου πέντε χιλιόμετρα.
5. Στο ένα ήταν αυτός επικεφαλής, έχοντας μαζί του 150 «λογάδες» (= εκλεκτούς) οπλίτες, στο δε άλλο ο Σπαρτιάτης αρμοστής (= διοικητής) της Αμφίπολης Κλεαρίδας.
6. Ο Θουκυδίδης, σημειωτέον, στο έργο του δύο μόνον πρόσωπα υμνεί ιδιαίτερα, τον Βρασίδα πιο πολύ (παρʼ ότι κατά την κατάληψη της Αμφίπολης ήταν ως στρατηγός των Αθηναίων αντίπαλός του) και τον Περικλή λιγότερο.
7. Την άποψη αυτή εξέφρασα και προ έτους περίπου προς την αρχαιολόγο της Εφορίας Αρχαιοτήτων Σερρών κυρία Πυλαρινού, σε τηλεφωνική επικοινωνία που είχα μαζί της γιʼ άλλο θέμα.




