Επιμέλεια: Ιλέην Ρήγα
Κι αν τα σπίτια μιλούσαν, θα σου έλεγαν όλα όσα είδαν μέσα και έξω από τους τοίχους τους. Σπίτια που θυμούνται τον εαυτό τους ν’ αλλάζει ενοίκους, που είδαν γενιές ολόκληρες να μεγαλώνουν στα δωμάτιά τους, που έγιναν μάρτυρες της καθημερινότητας μιας πόλης αλλά και της ιστορίας της, μέχρι που κάποια στιγμή απέκτησαν έναν νέο ρόλο, χωρίς να ξεχάσουν το παρελθόν τους, χωρίς να ξεθωριάσει η ψυχή τους. Και όμως, στη Σπάρτη υπάρχει ένα σπίτι που όντως μιλά και μάλιστα σε μια γλωσσα που όλοι καταλαβαίνουν: τη γλώσσα της τέχνης.
Όσοι περνούν από τη συμβολή των λεωφόρων Κωνσταντίνου Παλαιολόγου και Θερμοπυλών, στο πολυσύχναστο σταυροδρόμι που υποδέχεται τους επισκέπτες της πόλης, αντικρίζουν σήμερα έναν από τους σημαντικότερους πολιτιστικούς χώρους της Λακωνίας. Λίγοι, όμως, γνωρίζουν ότι πριν φιλοξενήσει πίνακες και εκθέσεις, το επιβλητικό νεοκλασικό υπήρξε οικογενειακή κατοικία, χώρος εργασίας, τόπος εκπαίδευσης και κομμάτι της καθημερινής ζωής της Σπάρτης για πολλές δεκαετίες.
Η ιστορία της Κουμανταρείου Πινακοθήκης είναι η ιστορία ενός σπιτιού που άλλαξε πρόσωπα και χρήσεις, η ιστορία μιας οικογένειας που αγάπησε την τέχνη και μιας πόλης που κέρδισε έναν χώρο πολιτισμού, ο οποίος συνεχίζει μέχρι σήμερα να συνδέει τη μνήμη με τη δημιουργία.
Η οικία Βαλασάκη: Ένα σπίτι που μεγάλωσε μαζί με τη νεότερη Σπάρτη
Πολύ πριν αποκτήσει την ταυτότητα της Κουμανταρείου Πινακοθήκης, το επιβλητικό νεοκλασικό κτίριο στη λεωφόρο Κωνσταντίνου Παλαιολόγου αποτελούσε μια από τις χαρακτηριστικότερες αστικές κατοικίες της Σπάρτης. Χτισμένο στις αρχές του 20ού αιώνα από τον έμπορο Γεώργιο Βαλασάκη για να στεγάσει την οικογένειά του, το αρχοντικό υπήρξε μάρτυρας της εξέλιξης της πόλης σε μια περίοδο κατά την οποία η νεότερη Σπάρτη διαμόρφωνε τη δική της αστική φυσιογνωμία. Μετά την ίδρυσή της το 1834, πάνω στο σχέδιο των Βαυαρών πολεοδόμων, απέκτησε ευθείες λεωφόρους, πλατείες και δημόσια κτίρια, επιχειρώντας να συνδυάσει την ανάμνηση της αρχαίας Λακεδαίμονος με τη φυσιογνωμία μιας σύγχρονης ευρωπαϊκής πόλης. Μέσα σε αυτό το νέο αστικό περιβάλλον, τα νεοκλασικά σπίτια των εύπορων οικογενειών δεν ήταν απλώς κατοικίες, αλλά σύμβολα κοινωνικής θέσης, οικονομικής ανάπτυξης και αισθητικής καλλιέργειας.
Η οικογένεια Βαλασάκη υπήρξε άρρηκτα συνδεδεμένη με το κτίριο επί δεκαετίες. Ο γιος του ιδιοκτήτη, ο δικηγόρος Αθανάσιος Γ. Βαλασάκης, εγκατέστησε εκεί το δικηγορικό του γραφείο, μετατρέποντας μέρος της κατοικίας σε χώρο επαγγελματικής δραστηριότητας. Αργότερα, το ισόγειο απέκτησε έναν εντελώς διαφορετικό χαρακτήρα, όταν η κόρη του, Αλεξάνδρα Βαλασάκη, ίδρυσε εκεί φροντιστήριο αγγλικών. Έτσι, το κτίριο δεν υπήρξε μόνο μια ιδιωτική κατοικία, αλλά ένας ζωντανός χώρος της καθημερινότητας των Σπαρτιατών που φιλοξένησε διαδοχικά την οικογενειακή ζωή, τη νομική επιστήμη και την εκπαίδευση.
Κοιτάζοντας σήμερα τις παλιές φωτογραφίες της οικίας Βαλασάκη, δύσκολα μπορεί κανείς να μην παρασυρθεί σε έναν αθέατο διάλογο με το παρελθόν. Πόσες ζωές χωρούν μέσα σε ένα σπίτι; Πόσες οικογενειακές στιγμές, πόσες αποφάσεις, πόσες επισκέψεις, πόσες φωνές αντήχησαν στις αίθουσές του; Πόσοι πελάτες πέρασαν το κατώφλι του δικηγορικού γραφείου Βαλασάκη, πόσοι μαθητές ανέβηκαν τα σκαλιά του για το μάθημα αγγλικών και πόσες ιστορίες χάθηκαν μαζί με όσους τις έζησαν;
Κι όμως, πίσω από την ήρεμη πρόσοψη του νεοκλασικού φαίνεται πως υπάρχει ακόμη μία, λιγότερο γνωστή, σελίδα της ιστορίας του. Ο Αθανάσιος Βαλασάκης υπήρξε ο πρώτος Σεβάσμιος –δηλαδή Πρόεδρος– της πρώτης Μασονικής Στοάς στη Σπάρτη, της Στοάς «Λυκούργος», που ιδρύθηκε στις 6 Οκτωβρίου 1934. Μια λεπτομέρεια που επιτρέπει στη φαντασία να δει το αρχοντικό ντυμένο με το πέπλο του θρύλου. Είναι πραγματικά εύκολο να φανταστεί κανείς πως πίσω από τις βαριές ξύλινες πόρτες και στα δωμάτια που σήμερα φιλοξενούν έργα τέχνης, συζητήθηκαν ιδέες, διαμορφώθηκαν σχέσεις και γράφτηκαν μικρές, άγνωστες ιστορίες της νεότερης Σπάρτης. Μια λεπτομέρεια που αποκαλύπτει το πιο γοητευτικό μυστήριο του κτιρίου -πως η ομορφιά του δεν κρύβεται σε όσα γνωρίζουμε ήδη γι' αυτό, αλλά σε όσα καλύφθηκαν από τη σκόνη του χρόνου.
Μια επιθυμία που έγινε πολιτιστική παρακαταθήκη
Η δεύτερη περίοδος του κτιρίου συνδέεται με μια άλλη οικογένεια και μ’ έναν άνθρωπο που αγάπησε βαθιά την τέχνη: τον Ιωάννη Κουμάνταρο.
Ο Ιωάννης Κουμάνταρος, Σπαρτιάτης στην καταγωγή, υπήρξε άνθρωπος με ιδιαίτερη αισθητική καλλιέργεια και συλλεκτικό πάθος. Κατά τη διάρκεια της ζωής του συγκέντρωσε, με αγάπη, επιμονή και προσωπικό ενδιαφέρον, μια σημαντική συλλογή έργων ευρωπαϊκής ζωγραφικής. Η συλλογή αυτή δεν δημιουργήθηκε τυχαία, παρά ήταν αποτέλεσμα πολυετών αναζητήσεων, ταξιδιών και μιας βαθιάς σχέσης με την τέχνη. Η επιθυμία του ήταν σαφής: τα έργα αυτά να μην παραμείνουν σ’ έναν ιδιωτικό χώρο, αλλά να επιστρέψουν κάποτε στη γενέτειρά του και να γίνουν κτήμα της κοινωνίας.
Μετά τον θάνατό του, τα παιδιά του, ο Γεώργιος Κουμάνταρος και η Ντόλυ Γουλανδρή, αποφάσισαν να πραγματοποιήσουν αυτή την επιθυμία. Το 1980 αγόρασαν την πρώην οικία Βαλασάκη, αναγνώρισαν την αξία του κτιρίου και προχώρησαν στην ανακαίνιση και διαμόρφωσή του σε μουσείο, σε μια πράξη πολιτιστικής ευθύνης που ξεπερνά τα κυνικά όρια μιας επιτυχημένης αγοραπωλησίας.

Μαζί με τη συλλογή έργων τέχνης του πατέρα τους, δώρισαν το κτίριο στην Εθνική Πινακοθήκη, χαρίζοντας στη Σπάρτη έναν νέο πολιτιστικό θεσμό. Η κίνηση αυτή είχε διπλή σημασία: από τη μία εξασφάλισε τη στέγαση μιας πολύτιμης συλλογής έργων τέχνης και από την άλλη διέσωσε ένα σημαντικό νεοκλασικό κτίριο της πόλης σε μια εποχή όπου πολλά ιστορικά αρχοντικά χάνονταν κάτω από την πίεση της ανοικοδόμησης. Δεν είναι τυχαίο ότι την ίδια χρονιά το ελληνικό κράτος χαρακτήρισε το κτίριο «έργο τέχνης» -η συμμετρία της πρόσοψης, τα μπαλκόνια, οι λιτές διακοσμητικές γραμμές, η στιβαρή βάση του ισογείου και οι αναλογίες του οικοδομήματος αποτυπώνουν το αρχιτεκτονικό πνεύμα των αρχών του 20ού αιώνα, όταν το νεοκλασικό ιδεώδες εξακολουθούσε να επηρεάζει έντονα τη μορφή των ελληνικών πόλεων.
Έτσι, τον Σεπτέμβριο του 1983, με Προεδρικό Διάταγμα, η οικία Βαλασάκη άνοιξε ένα νέο κεφάλαιο στην ιστορία της, καθώς μετατράπηκε επισήμως στην Κουμαντάρειο Πινακοθήκη Σπάρτης, το πρώτο παράρτημα της Εθνικής Πινακοθήκης εκτός Αθηνών. Ένα σπίτι που κάποτε φιλοξενούσε μια οικογένεια έγινε πλέον ένας δημόσιος χώρος πολιτισμού, ανοιχτός σε κάθε επισκέπτη, συνεχίζοντας μέχρι σήμερα να υπηρετεί τη γνώση, την αισθητική και την τέχνη.
Η μέρα ορόσημο: τα εγκαίνια της Κουμανταρείου
Η μεταμόρφωση της οικίας Βαλασάκη σε πινακοθήκη ολοκληρώθηκε στις αρχές της δεκαετίας του 1980 και σηματοδότησε ένα νέο κεφάλαιο στην πολιτιστική ιστορία της Σπάρτης. Τα εγκαίνια της Κουμανταρείου Πινακοθήκης πραγματοποιήθηκαν στις 21 Ιανουαρίου 1983, στις 6.30 το απόγευμα, παρουσία πλήθους κόσμου, τοπικών αρχών και προσωπικοτήτων της δημόσιας ζωής. Τον αγιασμό τέλεσε ο Μητροπολίτης Μονεμβασίας και Σπάρτης Ευστάθιος, ενώ ιδιαίτερη βαρύτητα έδωσε στην εκδήλωση η παρουσία του πρώην Προέδρου της Δημοκρατίας, Κωνσταντίνου Τσάτσου.
Την ίδια χρονιά, με Προεδρικό Διάταγμα, η Κουμαντάρειος Πινακοθήκη αναγνωρίστηκε επίσημα ως το πρώτο παράρτημα της Εθνικής Πινακοθήκης εκτός Αθηνών. Η ίδρυσή της υπήρξε ένα σημαντικό βήμα για την αποκέντρωση του πολιτισμού, αποδεικνύοντας ότι η πρόσβαση στην τέχνη δεν αποτελεί προνόμιο μόνο των μεγάλων αστικών κέντρων. Για τη Σπάρτη, όμως, η σημασία ήταν ακόμη βαθύτερη. Η πόλη αποκτούσε, πέρα από ένα μουσείο, ένα πραγματικά ζωντανό κύτταρο πολιτισμού, εκπαίδευσης και διαλόγου.

Η μόνιμη έκθεση: ένα ταξίδι από την ευρωπαϊκή ζωγραφική στη νεοελληνική τέχνη
Ο επισκέπτης που περνά σήμερα το κατώφλι της Κουμανταρείου Πινακοθήκης δεν συναντά απλώς μια σειρά έργων τέχνης. Ακολουθεί μια διαδρομή μέσα στους αιώνες, παρακολουθώντας την εξέλιξη της ζωγραφικής από την ευρωπαϊκή παράδοση έως τη διαμόρφωση της νεοελληνικής καλλιτεχνικής ταυτότητας.
Στο ισόγειο παρουσιάζεται η συλλογή του Ιωάννη Κουμάνταρου, με έργα Ευρωπαίων ζωγράφων από τον 16ο έως τον 19ο αιώνα. Πορτρέτα, θρησκευτικές παραστάσεις, τοπιογραφίες και σκηνές της καθημερινής ζωής αποτυπώνουν διαφορετικές εποχές, αισθητικές αντιλήψεις και καλλιτεχνικές αναζητήσεις.
Ο πρώτος όροφος φιλοξενεί έργα της Εθνικής Πινακοθήκης και αφηγείται την πορεία της νεοελληνικής τέχνης από τον 19ο αιώνα μέχρι τη σύγχρονη εποχή. Η ιστορική ζωγραφική, η ηθογραφία, το ελληνικό τοπίο, το φως, η αναζήτηση της ελληνικότητας και οι νέες εικαστικές τάσεις συνθέτουν μια ενιαία αφήγηση που φέρνει τον επισκέπτη σε επαφή με τις διαφορετικές όψεις της ελληνικής δημιουργίας.

«Τοπία της Ψυχής»: Η ποίηση της φύσης στους τοίχους της Πινακοθήκης
Σχεδόν σαράντα τρία χρόνια μετά τα εγκαίνιά της, η Κουμαντάρειος Πινακοθήκη εξακολουθεί να επιβεβαιώνει τον λόγο για τον οποίο δημιουργήθηκε: να αποτελεί έναν ζωντανό χώρο συνάντησης της τέχνης με το κοινό. Έναν χώρο που δεν περιορίζεται στη διαφύλαξη της πολιτιστικής κληρονομιάς, αλλά συνεχίζει να παράγει πολιτισμό, να φιλοξενεί νέες αφηγήσεις και ν’ ανοίγει διαρκώς νέους διαλόγους.
Σ’ αυτό το πνεύμα, την Τετάρτη 29 Ιουλίου, εγκαινιάστηκε η νέα περιοδική έκθεση «Wassili Lepanto. Τοπία της Ψυχής», η οποία θα φιλοξενείται στο ισόγειο της Πινακοθήκης έως τις 25 Ιουλίου 2027, προσκαλώντας τους επισκέπτες σ’ ένα διαφορετικό ταξίδι μέσα από την ιδιαίτερη εικαστική ματιά ενός καλλιτέχνη που αντιλαμβανόταν το τοπίο ως εσωτερική εμπειρία.
Τα εγκαίνια πραγματοποιήθηκαν μέσα σε ιδιαίτερα θερμό κλίμα, παρουσία ανθρώπων που συνδέθηκαν άμεσα με τον δημιουργό αλλά και εκπροσώπων της πολιτικής και πολιτιστικής ζωής του τόπου. Ανάμεσα στους παρευρισκόμενους βρέθηκαν η χήρα του καλλιτέχνη Leena Ruuksanen- Loukopoulos, η οποία ταξίδεψε από τη Γερμανία για την περίσταση, συγγενείς του Wassili Lepanto, η διευθύντρια της Εθνικής Πινακοθήκης Συραγώ Τσιάρα, ο διευθυντής του Μουσείου Μπενάκη Γιώργης Μαγγίνης, ο δήμαρχος Σπάρτης Μιχάλης Βακαλόπουλος, ο πρόεδρος του Δημοτικού Συμβουλίου Στέφανος Βρεττάκος, η επικεφαλής της μείζονος αντιπολίτευσης του Δήμου Σπάρτης Ντία Τζανετέα, η κόρη του Αθανάσιου Βαλασάκη και πρώην ένοικος του αρχοντικού, Ελένη Βαλασάκη, καθώς και πλήθος ανθρώπων της τέχνης και φίλων της Πινακοθήκης, οι οποίοι γέμισαν τους χώρους του ιστορικού νεοκλασικού για να τιμήσουν τη μνήμη και να γνωρίσουν το έργο του δημιουργού. Ειδική μνεία αξίζει στη Μόνικα Διαμαντή, υπεύθυνη του Παραρτήματος της Εθνικής Πινακοθήκης στη Σπάρτη και επιμελήτρια της έκθεσης, η οποία καθήλωσε το κοινό με μια εμπνευσμένη ομιλία γύρω από το έργο και τη φιλοσοφία του Wassili Lepanto. Με λόγο ζωντανό, βαθιά τεκμηριωμένο και ταυτόχρονα συγκινητικό, σκιαγράφησε την προσωπικότητα του δημιουργού και τη φιλοσοφία που διατρέχει το έργο του και ξεδίπλωσε τις πολλαπλές αναγνώσεις του αποκαλύπτοντας τις λεπτές συνδέσεις ανάμεσα στη φύση, την ιστορία και τον άνθρωπο και προσφέροντας στο κοινό ένα πολύτιμο «κλειδί» για να «ξεκλειδώσει» και να προσεγγίσει τα έργα του.
Ο ζωγράφος που «έβλεπε» την ψυχή του τοπίου
«Τρία πράγματα σφράγισαν τη ζωή μου: το πράσινο στη Γερμανία,
το φοιτητικό κίνημα και οι σπουδές της γερμανικής φιλολογίας...»
Με αυτά τα λόγια συνήθιζε να περιγράφει ο ίδιος ο Wassili Lepanto τις εμπειρίες που διαμόρφωσαν την προσωπικότητα και ολόκληρη την καλλιτεχνική του κοσμοθεωρία. Για τον ίδιο, η φύση δεν υπήρξε ποτέ απλώς μια πηγή έμπνευσης. Ήταν ένας τόπος αναπόλησης και στοχασμού, όπου η ιστορία, ο άνθρωπος και η πνευματικότητα συνυπήρχαν αρμονικά, αποκαλύπτοντας μια βαθύτερη αλήθεια πέρα απ’ όσα βλέπουν τα μάτια.
Ο Βασίλης Λουκόπουλος, όπως ήταν το πραγματικό του όνομα, γεννήθηκε το 1940 στην Περδικόβρυση της Ορεινής Ναυπακτίας και μεγάλωσε στην Αθήνα. Οι σπουδές του στη Γερμανία, στη Γερμανική Φιλολογία, την Ιστορία και τη Φιλοσοφία, καθώς και η ολοκλήρωση της διδακτορικής του διατριβής στο Πανεπιστήμιο του Mannheim, προμήνυαν μια σπουδαία ακαδημαϊκή σταδιοδρομία. Ωστόσο, στα τέλη της δεκαετίας του 1970 πήρε μια απόφαση που άλλαξε ριζικά τη ζωή του: εγκατέλειψε την επιστήμη για ν’ αφιερωθεί ολοκληρωτικά στη ζωγραφική.
Δεν αντιμετώπισε ποτέ αυτή την επιλογή ως αλλαγή επαγγέλματος. Για τον Lepanto, η ζωγραφική υπήρξε μια φυσική συνέχεια της φιλοσοφικής του σκέψης. Το 1983 δημοσίευσε το μανιφέστο «Τέχνη για τον Άνθρωπο ή μια Οικολογική Τέχνη», συμπυκνώνοντας την πεποίθησή του ότι η τέχνη οφείλει να υπηρετεί τον άνθρωπο, να αφυπνίζει τη συνείδησή του και να τον επανασυνδέει με το φυσικό περιβάλλον. Η αντίληψη αυτή διαπερνά ολόκληρο το έργο του. Ως ενεργός πολίτης και δημοτικός σύμβουλος της Χαϊδελβέργης, συμμετείχε έμπρακτα σε δράσεις για την προστασία του φυσικού και ιστορικού περιβάλλοντος, θεωρώντας ότι η τέχνη και η οικολογία αποτελούν δύο αλληλένδετες όψεις της ίδιας ευθύνης απέναντι στον κόσμο.
Τοπία που αποτυπώνουν τόπους όπως τους θυμάται η ψυχή
Η έκθεση παρουσιάζει δέκα έργα του Wassili Lepanto, προερχόμενα από τις συλλογές της Εθνικής Πινακοθήκης και του Μουσείου Μπενάκη, τα περισσότερα από τα οποία περιήλθαν στα δύο ιδρύματα μέσω της δωρεάς που πραγματοποιήθηκε μετά τον θάνατό του.
Ο επισκέπτης θ’ αναγνωρίσει γνώριμους τόπους του ελληνικού χώρου, τον Μυστρά, τη Μονεμβασιά, την Ακροναυπλία, το Άργος, τα Κύθηρα, τον Άθω και την Όλυμπο της Καρπάθου, όμως γρήγορα θ’ αντιληφθεί ότι ο ζωγράφος δεν επιχειρεί να τους αναπαραστήσει με φωτογραφική πιστότητα. Τα μνημεία, οι βράχοι, οι πολιτείες και τα τοπία λειτουργούν ως αφετηρίες μιας βαθύτερης εσωτερικής αναζήτησης, όπως ο ίδιος τη βίωσε στα ταξίδια που έκανε σε κάθε μέρος που αποτύπωσε στον καμβά του.
Στους πίνακές του, η ιστορία συνυπάρχει με τη φύση, σχεδόν συνομιλεί μαζί της. Τα ερειπωμένα κάστρα, οι βυζαντινές πολιτείες και τα ορεινά τοπία μοιάζουν ν’ αναδύονται μέσα από το φως και το χρώμα σαν ολοζώντανες μνήμες. Το ανθρώπινο αποτύπωμα δεν κυριαρχεί στο φυσικό περιβάλλον, αλλά ενσωματώνεται σε αυτό, δημιουργώντας μια αίσθηση ισορροπίας που χαρακτηρίζει ολόκληρη τη ζωγραφική του Lepanto.
Δεν είναι τυχαίος, άλλωστε, ο τίτλος της έκθεσης. Τα «Τοπία της Ψυχής» δεν αναφέρονται μόνο στους τόπους που απεικονίζονται στους πίνακες, αλλά και σ’ εκείνον τον εσωτερικό τόπο όπου η ανάμνηση, η ιστορία, η φύση και το προσωπικό βίωμα συναντιούνται.
Όσοι διαβείτε την πόρτα του παλιού αρχοντικού για να θαυμάσετε τους πίνακες του Lepanto, θα δείτε πως η συγκεκριμένη έκθεση μοιάζει να βρίσκει το ιδανικό της σπίτι μέσα στην Κουμαντάρειο Πινακοθήκη. Σ’ αυτό το κτίριο που κουβαλά τη δική του ιστορία, τις δικές του μεταμορφώσεις και τις δικές του μνήμες, τα «Τοπία της Ψυχής» συνομιλούν με τον χρόνο και με τις ψυχές μας. Γι΄αυτό δείτε τα με τα μάτια της ψυχής και αφεθείτε σ’ ένα ταξίδι όπου ο Μυστράς, η Μονεμβασιά, τα Κύθηρα -αν και τόσο οικεία- μας ξανασυστήνονται απογυμνωμένα και ευάλωτα, μα προστατευμένα με μια καθάρια ποιητική αθωότητα.
Η έκθεση θα διαρκέσει μέχρι τις 25.07.2027
Κουμαντάρειος Πινακοθήκη, Σπάρτη – Παράρτημα Εθνικής Πινακοθήκης
Διεύθυνση: Κων/νου Παλαιολόγου 123 & Θερμοπυλών
Ωράριο λειτουργίας:
Πέμπτη έως Δευτέρα 08:00 – 15:00, Τετάρτη 12:00-19:00, Τρίτη κλειστά
| Από την εβδομαδιαία έντυπη έκδοση «Λακωνικός Τύπος Plus+»
> Κυκλοφορεί κάθε Δευτέρα στα περίπτερα και στην πόρτα σας.




