Αχμέτ

Τρίτη, 02 Μάρτιος 2021 10:43 | | E-MAIL ΕΚΤΥΠΩΣΗ

Πέρασα σήμερα από το γνωστό ξενοδοχείο της πόλης μας που είχε μετατραπεί σε δομή φιλοξενίας μεταναστών ή λαθρομεταναστών, αν προτιμάτε. Στην ουσία ήταν στριμωγμένες εκεί αρκετές οικογένειες. 

Άνθρωποι ξεριζωμένοι από τον τόπο τους, πολλοί από αυτούς θύματα ανηλεών βομβαρδισμών και σφαγών, ξεσπιτωμένοι, χωρίς χρήματα, χωρίς οικοσκευές, μόνο μ’ ένα σάκο ρούχα όλη τους η περιουσία, που είδαν τη χώρα μας σαν τη γη της Επαγγελίας.
Μ  όνο που δεν ήμασταν αυτό που περίμεναν, γιατί κι εμείς, κακά τα ψέματα, καρκινοβατούμε. Οι επιχειρήσεις κλείνουν η μια πίσω από την άλλη. Οι νέοι μας δεν βρίσκουν μια δουλειά της προκοπής κι αναγκάζονται να δουλεύουν τετράωρη απασχόληση για τριακόσια Ευρώ το μήνα, αφού φιλήσουν την κατουρημένη ποδιά κάποιου πολιτικού για να τους βρει αυτή την εργασία. Όλα μας πάνε από το κακό στο χειρότερο, λες και κάποιος αέρας κακός μας φύσηξε.
Όμως έχουμε τα σπίτια μας, (ακόμα), ώσπου να τ’ αρπάξουν τα λιμασμένα σαγόνια της τράπεζας, έχουμε νερό, ηλεκτρικό ρεύμα, τηλέφωνο, διαδίκτυο και τουλάχιστον, (ακόμα), δεν πεινάμε. Μ’ άλλα λόγια, υπάρχουν και χειρότερα, αλλά δεν ξέρουμε πότε θα έρθουν.

Τους είδα στο δρόμο, να έχουν καταλάβει το πεζοδρόμιο, γύρω στα εκατό άτομα, ας πούμε είκοσι πέντε οικογένειες. Δεν ενοχλούσαν κανένα κι όσο καιρό έμειναν στην πόλη μας δεν δημιούργησαν κανένα πρόβλημα. Είτε ζούσαν εκεί, είτε δεν ζούσαν, δεν το καταλαβαίναμε.
Ρώτησα κι έμαθα πως η σύμβαση που είχε η ΜΗΚΥΟ με το ξενοδοχείο είχε λήξει, κι ο ιδιοκτήτης έκοψε το νερό και το ρεύμα, ώσπου ν’ αναγκαστούν να φύγουν, μ’ άλλα λόγια τους πετάξαμε έξω. Ελλάδα του 21ου αιώνα! Σπάρτη του 21ου αιώνα! 

Εμείς που ετοιμαζόμαστε να γιορτάσουμε τα διακόσια χρόνια της ανεξαρτησίας μας, ας αναλογιστούμε αν μας αξίζει τελικά αυτή η ελευθερία, κι αν με τη συμπεριφορά μας αυτή τιμούμε το αίμα των ηρώων που έπεσαν γι’ αυτήν. Στη χώρα μας γεννήθηκε η φιλοξενία, μόνο που οι σημερινοί απόγονοι του Ξενίου Διός δεν χαμπαριάζουν από τέτοια.

Κοίταξα αρκετή ώρα ένα προσφυγόπουλο, περίπου τεσσάρων χρόνων. Τα μάτια του μεγάλα κι εκφραστικά, ήταν καρφωμένα στο κενό. Δεν θύμιζε φυσιολογικό παιδί. Στεκόταν στο πεζοδρόμιο ακίνητο, χωρίς να το έχει αγγίξει η Άνοιξη που καλπάζει. Προσπάθησα με τη φαντασία μου να μπω στη ζωή του, να τη διαβάσω και να σας τη μεταφέρω.

Τον βάφτισα Αχμέτ. Ο Αχμέτ λοιπόν γεννήθηκε στη Συρία. Η βόμβα που έπεσε γκρέμισε το σπίτι τους και σκότωσε τους γονείς και τ’ αδέρφια του. Αυτός ήταν ο μοναδικός επιζήσας. Τον περιμάζεψε κάποιος γείτονας και μετά από πολλές περιπέτειες κατάφεραν να φτάσουν στην Ελλάδα, ξυπόλητοι και νηστικοί, χωρίς να έχουν πού την κεφαλήν κλίναι.
Κι από εκεί και μετά τους ανέλαβαν οι ΜΗΚΥΟ. Πέντε έπαιρναν από την ΕΕ, δύο τους έδιναν, αθάνατοι Έλληνες! Τελικά τους ξαπόστειλαν και στη Σπάρτη και τους χορηγούσαν μηνιαίο επίδομα. Άκουσα πως είχαν εφτά μήνες να το πάρουν τώρα. Δεν γνωρίζω του λόγου το αληθές, αλλά γιατί να πουν ψέματα;

Κοίταζα λοιπόν τον Αχμέτ κι ήθελα να τον ρωτήσω  τι σκέφτεται να κάνει, ποια είναι τα όνειρά του για το μέλλον. Δεν μπορεί, σαν παιδί θα έχει όνειρα. Όλα τα παιδιά ονειρεύονται να φτιάξουν ένα καλύτερο κόσμο. Άραγε το ίδιο θα ονειρεύεται κι αυτός; Πώς να ονειρευτεί ένα καλύτερο αύριο, όταν ακούει τους Ελληναράδες να ωρύονται:
«Να τα μαζέψουν και να πάνε από εκεί που ήρθαν. Δεν έχουν καμμιά δουλειά εδώ!».

Ξεχνούν φυσικά πως δεν έδιωξε τους Έλληνες κανείς στην Αμερική, όταν πήγαν να πλένουν πιάτα.
Κι όμως, όλο το διάστημα που έμεναν εδώ, είχα δει ακριβά αυτοκίνητα να παρκάρουν στην είσοδο του ξενοδοχείου και να παίρνουν κάποιους από αυτούς για εργασία, υποθέτω για τη συλλογή του ελαιοκάρπου.
Αχμέτ, πεινάς; Φυσικά και θα πεινάς. Ποιος νοιάζεται όμως; Δεν γεννήθηκες Έλληνας και χριστιανός, άρα δεν έχεις θέση δίπλα μας. Αυτά κηρύσσει η θρησκεία μας άραγε;

Κι όμως, όσο σε κοιτάζω, καημένε Αχμέτ, μου θυμίζεις το Χριστό. Όχι αυτόν που ζωγραφίζουν στις εκκλησίες, τετράπαχο με αμφίεση επισκόπου, πλουμιστό στα χρυσοποίκιλτα άμφια, όχι τέτοιον. Σε βλέπω σαν τον κυνηγημένο Χριστό, που έτρεχε να κρυφτεί στην Αίγυπτο. Σίγουρα σαν κι εσένα θα έμοιαζε τότε.

Θα μας συγχωρέσεις, Αχμέτ; Όταν μεγαλώσεις, σε παρακαλώ πολύ, μην αναθεματίζεις τις μέρες που έμεινες κλεισμένος σ’ ένα δωμάτιο ξενοδοχείου στη Σπάρτη. Δεν μας τιμά που σε διώχνουμε, όμως, σαν μεγαλόψυχος που θα είσαι, συγχώρεσέ μας!

ΔΕΙΤΕ ΤΑ ΟΛΑ ΣΤΗΝ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ ΑΡΘΡΑ
του Ηλία Μακρή
Το κλίκ της ημέρας
του Ηλία Μακρή
oncologists.gr

Πρόσφατα Νέα

Linardi Anastasia