Οι δυο νεαροί τρομοκράτες που είναι κατηγορούμενοι για το φονικό στη Θεσσαλονίκη, με τα γκαζάκια που έβαλαν σε πυλωτή, δήλωσαν ότι είναι θύματα κυβερνητικής σκευωρίας και χρησιμοποίησαν το λεγόμενο «δικαίωμα της σιωπής». Δεν απάντησαν σε καμία ερώτηση. Έτσι, αποδεικνύεται άμεσα ότι α) είναι οι δράστες του φονικού και β) είναι αμετανόητοι.
Ένας φοιτητής στο πρώτο έτος της Νομικής γνωρίζει ότι αν είσαι αθώος, μια εναντίον σου κατηγορία την αποδομείς σημείο προς σημείο, ώστε να την ακυρώσεις. Στη χειρότερη περίπτωση δεν θα προφυλακιστείς, στην καλύτερη η υπόθεση θα πάει αρχείο.
Στην προκειμένη περίπτωση, οι εν λόγω δράστες είχαν ν’ απαντήσουν σε μια σειρά από συγκεκριμένα ερωτήματα. Δεν απάντησαν σε κανένα, γιατί απλούστατα δεν είχαν αντίλογο. Τα εναντίον τους στοιχεία ήταν απόλυτα, τίποτε δεν τους σώζει.
Από τη στιγμή όμως που υπάρχει νεκρός και που, μάλιστα, είναι μια αθώα γυναίκα που σε τίποτε δεν τους έφταιξε, θα περίμενε κανείς, κάτω από το βάρος των στοιχείων, να έχουν το θάρρος να πουν: «Συγγνώμη, δεν είχαμε πρόθεση να βλάψουμε άνθρωπο, θέλαμε μόνο υλικές ζημιές».
Θα μπορούσαν ακόμη να πουν «τώρα καταλαβαίνω ότι είμαι σε λάθος δρόμο, δεν θέλω να συνεχίσω αυτό το λάθος». Θα μπορούσαν να τα πουν και ψευδόμενοι, για να γλυτώσουν κάποια χρόνια από τη φυλακή, αλλά και να λάβουν υπόψη την κοινή γνώμη που τους παρακολουθεί πια. Αδιαφορούν. Εδώ απορώ και με τους δικηγόρους τους. Τι είδους νομική υπεράσπιση είναι αυτή;
Όσο για τους αμετανόητους, πρόκειται για άτομα με μίσος για όλους μας και για την ίδια την κοινωνία ή την πόλη στην οποία ζουν. Είναι αυτοί που βανδαλίζουν πινακίδες και τοίχους, που δεν βλέπουν πουθενά τίποτε όμορφο. Όλοι εμείς φταίμε για τις δικές τους ζωές.




