της Μαρίας Λαμπροπούλου
Ποιος λησμονεί τα καλοκαίρια των παιδικών του χρόνων, όταν οι παιδικές ψυχές μας χαίρονταν κάθε στιγμή του καλοκαιριού από τη στιγμή που ηχούσε το τελευταίο σχολικό κουδούνι της χρονιάς και που η μόνη αγωνία που είχαμε ήταν να «μετράμε μπάνια και παγωτά» και δεν ήμασταν στην αναμονή για έναν Αύγουστο..Και ποιος μπορεί να λησμονήσει τα καλοκαίρια στο χωριό, που τα πάντα ήταν άγνωστα και συναρπαστικά για τα παιδιά της πόλης. Άγνωστα και συναρπαστικά…όπως οι δροσερές νύχτες κάτω από το φως το φεγγαριού σε ένα μικρό μπαλκόνι ενός μικρού σπιτιού χτισμένου κάπου στη Λακωνική ύπαιθρο, τότε που ακούγαμε ιστορίες από τον παππού και τη γιαγιά.
Κάποιες ιστορίες, όμως, δεν ήταν στην κλασσική μορφή..κινούνταν μεταξύ πραγματικότητας και φαντασίας, αφού ήταν διηγήσεις από μεταφυσικές εμπειρίες των μεγάλων και αποκτούσαν άλλη διάσταση στα παιδικά μυαλά.. διάσταση που κάποιοι από εμάς την κουβαλάμε στη μνήμη μας μέχρι σήμερα. Με πολύ μεγάλο σεβασμό και συγκίνηση, σας παραθέτω κάποιες ιστορίες με «μεταφυσικό άρωμα», διατηρώντας, μετά από τόσα χρόνια, στη βιβλιοθήκη της μνήμης μου την ίδια αίσθηση με την πρώτη στιγμή που τις άκουσα.
1) Τα χαμένα υποζύγια
Άφαντα το άλογο και ο γάιδαρος! Και όμως, η γυναίκα ήταν σίγουρη ότι τα είχε δέσει σωστά στο συγκεκριμένο σημείο για να κάνει αγροτικές δουλειές στο χωράφι και μετά να επιστρέψει στο καλύβι της. «Συφορά μου! Πάνε τα ζα!», σκέφτηκε..Ήταν όλη τους η περιουσία.. τι θα έκαναν χωρίς αυτά και με τόσα στόματα να θρέψουν αυτή και ο άντρας της, που έβοσκε ολημερίς ξένα κοπάδια πρόβατα;
Άρχισε με αγωνία να ψάχνει τα ζώα, καλώντας τα με χαρακτηριστικούς ήχους. Σε κάποια στιγμή ξέφυγε από το μονοπάτι μπαίνοντας βαθειά στο χωράφια καθώς την είχε πάρει από το χέρι η απελπισία της και την οδηγούσε. Φτάνοντας σε ένα σημείο αρκετά, μακρυά από το μονοπάτι, το θέαμα που αντίκρυσε την έκανε να παγώσει..
Σε ένα μικρό ξέφωτο βρισκόταν ένα φέρετρο περιτριγυρισμένο από αναμμένα κεριά. Η ατμόσφαιρα ήταν απόκοσμη και εκτός από τον ξερό ήχο των κεριών που καιγόντουσαν δεν ακουγόταν τίποτε άλλο. Η γυναίκα ένιωσε να παραλύει από τον τρόμο, αλλά δεν έβγαλε μιλιά...έφυγε οπισθοχωρώντας αργά και με ψυχραιμία, αδυνατώντας να συνειδητοποιήσει την μακάβρια εμπειρία της.
Κατάφερε να επιστρέψει στην ασφάλεια του καλυβιού όπου λίγο πριν είχε επιστρέψει και ο άντρας της στον οποίο, τρεμάμενη, διηγήθηκε την εμπειρία της. Ο τρόμος κυριάρχησε και στους δύο και έκαναν το σταυρό τους…αφού ο άντρας είχε φέρει μαζί του τα ζώα τους κατά την επιστροφή του από τη βοσκή…τα είχε βρει στο σημείο που τα είχε δέσει εξ αρχής η γυναίκα του!
2) Το έκθετο μωρό
Εποχή του κυνηγιού. Δυο άντρες περπατούν αργά και προσεκτικά μέσα στα χωράφια σε αναζήτηση θηραμάτων, καθώς τότε ακόμη το κυνήγι δεν ήταν…σπορ, αλλά τρόπος αναζήτησης κρέατος για την οικογένεια.
Καθώς περπατούσαν, τη στιγμή που το σκοτάδι γινόταν λυκόφωτος, από απόσταση άκουσαν σιγανό κλάμα μωρού που όλο και δυνάμωνε όσο πλησίαζαν. Έφτασαν σε ένα πηγάδι, όπου είδαν ακριβώς δίπλα του ένα μωρό τυλιγμένο σε φασκιές. Οι άντρες εναπόθεσαν τα όπλα τους στο έδαφος και ο ένας πήρε το μωρό προσεκτικά στα χέρια του. Απορημένοι άρχισαν να επεξεργάζονται το μωρό καθώς το πρώτο φως της μέρας είχε αρχίσει να κάνει την εμφάνισή του και να αναρωτιούνται τι θα έκαναν.
«Πω πω…για τήρα το το καμάρι!», είπε ο ένας… «έχει και δοντάκια!». «Έχω μαθές!» ακούστηκε η απάντηση του μωρού με αντρική βαριά φωνή που αμέσως μετά άρχισε να γελάει σατανικά. Ανατρίχιασαν ολόκληροι οι δυο άντρες, καθώς η κάπα του τρόμου τους σκέπασε. Πέταξαν το μωρό μέσα στο πηγάδι και έφυγαν τρέχοντας με τα όπλα στο χέρι.
Το αν έγιναν πιστευτοί από τους συγχωριανούς τους όταν τους διηγήθηκαν τρεμάμενοι το συμβάν, δεν το γνωρίζουμε....γνωρίζουμε όμως ότι δεν ξαναπήγαν ποτέ για κυνήγι!
3) Ζοφερή επιστροφή
Τον πήρε η νύχτα και δεν πρόλαβε να γυρίσει στο χωριό από την πόλη πριν το σκοτάδι απλώσει το πέπλο του. Είχε καταφέρει να πουλήσει σε αρκετά καλή τιμή τους λαγούς και τα κοτσύφια που είχε σκοτώσει την προηγούμενη μέρα, όντας δεινός κυνηγός, αποκομίζοντας ένα καλό χρηματικό ποσό για την οικογένειά του. Εδώ που τα λέμε, είχε πιει και ένα – δυο ποτηράκια παραπάνω στην ταβέρνα της πόλης, γι’ αυτό καθυστέρησε.
Ήταν αρκετά περασμένη η ώρα όταν πάνω στο αποκαμωμένο άλογό του περνούσε έξω από το νεκροταφείο της πόλης που βρισκόταν στις παρυφές της. Συνηθισμένος να κυκλοφορεί νύχτα, δεν πτοήθηκε από ένα ανεπαίσθητο θόρυβο που ακούστηκε, θεωρώντας ότι κάποιο ζώο θα ήταν η αιτία του θορύβου. Αυτό που ακολούθησε όμως, δεν είχε προηγούμενο…
Καθώς περνούσε έξω από την είσοδο του νεκροταφείου, πέτρες βροχή άρχισαν να πηγαίνουν καταπάνω του με δυνατή βοή…Το άλογο τρόμαξε, χλιμίντρισε και έκανε να τρέξει. Ο αναβάτης συγκράτησε το φοβισμένο ζώο προσπαθώντας παράλληλα να προστατευθεί από τα κύματα πέτρας που πήγαιναν καταπάνω του…αλλά καμμία δεν τον είχε χτυπήσει, ήταν σαν να περνούσε από μέσα τους!
Διατηρώντας όση ψυχραιμία του είχε απομείνει, ηρέμησε το αφηνιασμένο ζώο και γύρισε στην πόλη. Επέστρεψε στο σπίτι του αφού ξημέρωσε και διηγήθηκε το περιστατικό μόνο στη γυναίκα του και στον μεγάλο γιο του, αφού φοβήθηκε ότι δεν γινόταν πιστευτός από τους συγχωριανούς του.
4) Η αλεπού και ο κόπανος
«Σπάσαμε το κλαδί της πασχαλιάς! Τώρα θα μας μαλώσουν οι καλόγεροι!», είπαν τα δύο κοριτσάκια που στην προσπάθειά τους να φτιάξουν μια κούνια – ένας από τους λιγοστούς τρόπους παιχνιδιού – σε ένα δέντρο πασχαλιάς έξω από ένα μοναστήρι, είχαν σπάσει ένα κλαδί.
Έφυγαν τρέχοντας προς το ποτάμι της περιοχής, προσπαθώντας να ξεφύγουν από το…..αμάρτημα!
«Αδερφή, δεν πάμε να πάρουμε και τον κόπανο από το ποτάμι που τον ξέχασε χθες η μάνα που είχε πλύση;», είπε το ένα κορίτσι.
Χοροπηδώντας και γελώντας έφτασαν στην όχθη που την προηγούμενη ημέρα η μάνα τους είχε ξεχάσει τον κόπανο…που ήταν άφαντος….επειδή τον είχε στο στόμα της μια αλεπού λίγα μέτρα πιο κάτω. Με παιδική αφέλεια άρχισαν να τρέχουν πίσω από την αλεπού η οποία κάθε τόσο σταματούσε και κοιτούσε εάν την ακολουθούσαν τα δύο κορίτσια..και όσο αυτά ήταν στο κατόπι της, τόσο η αλεπού ανέβαινε την όχθη του ποταμού.
Είχαν απομακρυνθεί αρκετά από το σημείο που είχαν ξεκινήσει τα κορίτσια, όταν ακούστηκαν άγρια γαυγίσματα…Ήταν τα άγρια σκυλιά του Γ…….. που οι γονείς φόβιζαν τα παιδιά τους με αυτά. Έντρομα τα δύο κορίτσια έκαναν αμέσως μεταβολή και γύρισαν τρέχοντας στο σπίτι όπου διηγήθηκαν στους γονείς τους το συμβάν..τις μάλωσαν μόνο για το κλαδί της πασχαλιάς που είχαν σπάσει..όσο για τον κόπανο…θα έφτιαχναν άλλο, αρκεί που δεν έπαθαν κακό στο ποτάμι οι τσούπες τους!
Σε λίγες ημέρες, η μητέρα ξαναπήγε στο ποτάμι για πλύση, έχοντας νέο κόπανο, αφού τον παλιό τον είχε πάρει η αλεπού…Τον είχε πράγματι πάρει η αλεπού όμως; Επειδή ο κόπανος βρισκόταν εκεί… ακριβώς στην ίδια θέση που τον είχε αφήσει η γυναίκα την προηγούμενη φορά!
(Σ.Σ. Τα δύο κορίτσια ζουν ακόμη και διηγούνται οι ίδιες την ιστορία….)




