Οι υγειονομικοί αξιωματούχοι επιμένουν ότι ο χανταϊός μεταδίδεται κυρίως μέσω στενής και παρατεταμένης επαφής με άτομα που εμφανίζουν έντονα συμπτώματα. Ο Δρ. Τζέι Μπατατσάρια από τα CDC δήλωσε ότι για να υπάρξει μετάδοση πρέπει κάποιος να βρίσκεται σε κοντινή επαφή με ασθενή που νοσεί ενεργά, υπογραμμίζοντας ότι ο ιός δεν εξαπλώνεται εύκολα και θεωρείται απίθανο να προκαλέσει πανδημία αντίστοιχη με εκείνη του Covid-19.
Ωστόσο, επιστήμονες που μελετούν τους χανταϊούς εδώ και δεκαετίες παραδέχονται ότι εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικά κενά γνώσης γύρω από τον τρόπο συμπεριφοράς και μετάδοσής τους. Όπως εξηγούν, ο ιός των Άνδεων — το μοναδικό γνωστό είδος χανταϊού που μπορεί να μεταδοθεί μεταξύ ανθρώπων — φαίνεται ότι υπό ορισμένες συνθήκες μπορεί να εξαπλωθεί ακόμη και χωρίς άμεση ή παρατεταμένη επαφή.
Ο Steven Bradfute, ειδικός στους χανταϊούς στο Πανεπιστήμιο του Νέου Μεξικού, τόνισε ότι είναι σημαντικό η επιστημονική κοινότητα να μιλά ανοιχτά για όσα γνωρίζει αλλά και για όσα παραμένουν ασαφή, ώστε να διατηρείται η αξιοπιστία της δημόσιας ενημέρωσης. Παρόμοια ήταν και η τοποθέτηση του γενικού διευθυντή του ΠΟΥ, Τέντρος Γκεμπρεγιέσους, ο οποίος αναγνώρισε ότι οι αρχές δίνουν έμφαση κυρίως στη στενή επαφή ως τρόπο μετάδοσης, ώστε να αποφευχθεί ο πανικός γύρω από σπανιότερα σενάρια εξάπλωσης.
Η ανησυχία αναζωπυρώθηκε μετά την επιδημία στο ολλανδικό κρουαζιερόπλοιο MV Hondius, όπου καταγράφηκαν τουλάχιστον εννέα κρούσματα και τρεις θάνατοι. Πολλοί από τους περίπου 150 επιβάτες τέθηκαν υπό στενή παρακολούθηση ή καραντίνα, ενώ τους δόθηκαν οδηγίες όπως καθημερινή μέτρηση θερμοκρασίας, αποφυγή πτήσεων και περιορισμός κοινωνικών επαφών.
Σύμφωνα με τους επιστήμονες, οι χανταϊοί εξακολουθούν να αποτελούν ένα πεδίο με πολλά άγνωστα στοιχεία, καθώς είναι δύσκολο να αναλυθούν γενετικά και οι επιδημίες τους είναι σχετικά περιορισμένες. Παρότι ο ιός θεωρείται πολύ λιγότερο μεταδοτικός από τον κορωνοϊό, έχουν καταγραφεί περιστατικά όπου φαίνεται να εξαπλώθηκε χωρίς εμφανή στενή επαφή.
Χαρακτηριστική είναι η επιδημία στην Αργεντινή το 2018-2019, με 34 κρούσματα και 11 θανάτους. Οι ερευνητές εντόπισαν τα λεγόμενα «γεγονότα υπερ-εξάπλωσης», κατά τα οποία ένα μόνο άτομο μετέδωσε τον ιό σε πολλούς άλλους μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα. Η επιδημία ξεκίνησε όταν ένας άνδρας που είχε μολυνθεί από τρωκτικά παρευρέθηκε, ενώ είχε πυρετό, σε πάρτι γενεθλίων με περίπου 100 καλεσμένους. Μέσα στις επόμενες εβδομάδες αρκετά άτομα αρρώστησαν, ενώ κάποιοι από αυτούς μετέδωσαν στη συνέχεια τον ιό και σε άλλους.
Οι ερευνητές διαπίστωσαν επίσης ότι ορισμένοι άνθρωποι μολύνθηκαν χωρίς να έχουν ουσιαστική στενή ή παρατεταμένη επαφή με ασθενείς, γεγονός που ενίσχυσε τις υποψίες ότι ο ιός μπορεί υπό προϋποθέσεις να μεταδίδεται και αερογενώς. Ένα άτομο φέρεται να μολύνθηκε έπειτα από μια απλή σύντομη επαφή, ενώ άλλο περιστατικό καταγράφηκε σε νοσοκομείο, όπου ασθενής νόσησε αφού μοιράστηκε δωμάτιο με φορέα του ιού χωρίς να υπάρχει σωματική επαφή.
Ο χανταϊός συνήθως μολύνει ανθρώπους μέσω εισπνοής σωματιδίων από περιττώματα τρωκτικών, κάτι που οδηγεί αρκετούς ειδικούς να θεωρούν πιθανό ότι παρόμοιος μηχανισμός ίσως λειτουργεί και στη μετάδοση από άνθρωπο σε άνθρωπο. Η ειδικός Linsey Marr από το Virginia Tech υποστήριξε ότι η αερομεταφερόμενη μετάδοση αποτελεί την πιο απλή εξήγηση για ορισμένα περιστατικά στην Αργεντινή.
Παρόλα αυτά, οι ειδικοί επιμένουν ότι τα μέχρι σήμερα δεδομένα δείχνουν πως ο ιός δεν εξαπλώνεται εύκολα. Το γεγονός ότι μόνο λίγοι επιβάτες μολύνθηκαν στο κρουαζιερόπλοιο, παρά τη μακρά παραμονή τους σε κλειστό χώρο, θεωρείται ένδειξη της χαμηλής μεταδοτικότητας του ιού. Ο ίδιος ο ΠΟΥ επισημαίνει ότι η περιορισμένη διασπορά αποτελεί βασικό στοιχείο που διαφοροποιεί τον χανταϊό από τον Covid-19.
Οι επιστήμονες συνεχίζουν να μελετούν τον ιό, καθώς παραμένουν πολλά αναπάντητα ερωτήματα: γιατί κάποιοι ασθενείς εμφανίζουν ήπια συμπτώματα και άλλοι σοβαρή νόσο, πώς αναπτύσσονται τα αντισώματα, ποιο είναι το χρονικό διάστημα της μεγαλύτερης μεταδοτικότητας και ποιοι είναι οι ακριβείς μηχανισμοί μετάδοσης.
Όπως επισημαίνουν οι ερευνητές, το μόνο απολύτως βέβαιο μέχρι στιγμής είναι ότι η επαφή με τρωκτικά παραμένει ο βασικός παράγοντας κινδύνου για μόλυνση, ενώ η μετάδοση μεταξύ ανθρώπων φαίνεται να είναι σπάνια αλλά όχι αδύνατη υπό συγκεκριμένες συνθήκες.




