Για δεκαετίες ο κινηματογραφικός τρόμος στηριζόταν σε γνώριμες μορφές: βρικόλακες, φαντάσματα, δαίμονες ή κατά συρροή δολοφόνους. Ακόμη κι όταν άλλαζαν πρόσωπο, η βασική αρχή παρέμενε η ίδια: ο τρόμος είχε μια συγκεκριμένη μορφή. Το «Backrooms» ανατρέπει αυτή τη συνθήκη. Εδώ, η απειλή δεν είναι ένα πλάσμα που παραμονεύει στο σκοτάδι, αλλά ο ίδιος ο χώρος.
Οι ατελείωτοι κίτρινοι διάδρομοι, τα βουητά των φθοριζόντων φώτων και τα δωμάτια που μοιάζουν παράξενα οικεία συνθέτουν ένα περιβάλλον που θυμίζει εφιάλτη. Το έργο αξιοποιεί έναν ιδιαίτερο μηχανισμό φόβου: την αίσθηση ότι βλέπεις κάτι που αναγνωρίζεις χωρίς να μπορείς να θυμηθείς από πού. Ο ανθρώπινος νους αναζητά διαρκώς προσανατολισμό και νόημα, στα «Backrooms» όμως οι αναλογίες δεν ταιριάζουν, οι διαδρομές δεν οδηγούν πουθενά και η αρχιτεκτονική μοιάζει ν’ αψηφά κάθε λογική. Το αποτέλεσμα δεν είναι ο φόβος του θανάτου, αλλά ο βαθύτερος φόβος της αιώνιας περιπλάνησης, γνώριμος ήδη στους αναγνώστες του περιβόητου «House of Leaves» του Mark Z. Danielewski.
Η αίσθηση αυτή συνδέεται με τα λεγόμενα «liminal spaces», μεταβατικοί χώροι δηλαδή, όπως άδειοι διάδρομοι ξενοδοχείων, σχολεία τη νύχτα ή εγκαταλελειμμένα εμπορικά κέντρα. Πρόκειται για μέρη που σχεδιάστηκαν για να είσαι περαστικός από αυτά, όχι να τα κατοικείς. Γι’ αυτό και όταν βρισκόμαστε εκεί σφύζουν από ζωή, από πλήθη, από κόσμο που πάει και έρχεται. Όταν εμφανίζονται άδεια, μοιάζουν σαν να έχει αποσυρθεί ξαφνικά η ίδια η ζωή από μέσα τους. Το «Backrooms» μετατρέπει αυτό το αίσθημα ανοικειότητας σε ολόκληρη κοσμοθεωρία.
Ακόμη πιο ενδιαφέρουσα είναι η προέλευση του μύθου. Σε αντίθεση με τα περισσότερα εμβληματικά τέρατα του τρόμου, τα «Backrooms» δεν γεννήθηκαν από έναν συγγραφέα, αλλά από μια ανώνυμη εικόνα στο διαδίκτυο που εξελίχθηκε από τη συλλογική φαντασία μέσα από forums, βίντεο και θεωρίες. Αποτελούν μια μορφή σύγχρονης ψηφιακής λαογραφίας, έναν θρύλο που δημιουργήθηκε από χιλιάδες ανθρώπους ταυτόχρονα. Όπως παλαιότερα οι κοινωνίες γεννούσαν «urban legends» και ιστορίες για νεράιδες και στοιχειά, έτσι η εποχή του διαδικτύου δημιούργησε τα δικά της φαντάσματα: άδειους διαδρόμους, ξεχασμένα γραφεία και χώρους που αιωρούνται ανάμεσα στην πραγματικότητα και την προσομοίωση. Γι’ αυτό και η επίδραση του «Backrooms» διαφέρει από εκείνη του παραδοσιακού τρόμου. Η αγωνία δεν πηγάζει από το τι μπορεί να κρύβεται στην επόμενη σκοτεινή γωνία, αλλά από την αίσθηση ότι η ίδια η πραγματικότητα έχει πάψει να υπακούει στους κανόνες της. Το έργο αγγίζει έναν βαθιά σύγχρονο φόβο: την αποξένωση, την αποσύνδεση και την αίσθηση ότι περιπλανιόμαστε σε ατέρμονους φυσικούς και ψηφιακούς χώρους χωρίς σαφή προορισμό. Δεν είναι απλώς μια ιστορία απόδρασης, αλλά μια ιστορία για τον τρόμο του να μην γνωρίζεις καν αν πράγματι υπάρχει έξοδος.
| Από την εβδομαδιαία έντυπη έκδοση «Λακωνικός Τύπος Plus+»
> Κυκλοφορεί κάθε Δευτέρα στα περίπτερα και στην πόρτα σας.




