Την ιχθυοκαλλιέργεια αναδεικνύει η κυβέρνηση ως βασικό πυλώνα της νέας Κοινής Αλιευτικής Πολιτικής μετά το 2028, με τον κλάδο να συνεχίζει την αναπτυξιακή του πορεία παρά τις πιέσεις από το αυξημένο κόστος παραγωγής, τη γραφειοκρατία και τις επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής. Στο πλαίσιο του προγράμματος «Αλιεία, Υδατοκαλλιέργεια και Θάλασσα 2021-2027» εγκρίθηκαν 105 νέα επενδυτικά σχέδια συνολικού προϋπολογισμού 131 εκατ. ευρώ, εκ των οποίων τα 87,4 εκατ. ευρώ προέρχονται από δημόσια χρηματοδότηση.
Ο κλάδος της ελληνικής ιχθυοκαλλιέργειας αποτελεί έναν από τους πλέον εξωστρεφείς τομείς της πρωτογενούς παραγωγής. Στη χώρα λειτουργούν περίπου 285 μονάδες θαλάσσιας ιχθυοκαλλιέργειας, περισσότερες από 400 μονάδες οστρακοκαλλιέργειας και 24 ιχθυογενετικοί σταθμοί, ενώ δημιουργούνται περίπου 12.000 άμεσες και έμμεσες θέσεις εργασίας. Η ετήσια παραγωγή ξεπερνά τους 120.000 τόνους, με το 80% να κατευθύνεται στις διεθνείς αγορές.
Σε 38 χώρες το ελληνικό ψάρι
Τα στοιχεία του 2024 καταδεικνύουν τη δυναμική του κλάδου, καθώς εξήχθησαν 94.000 τόνοι τσιπούρας και λαβρακιού αξίας 585 εκατ. ευρώ. Συνολικά, τα ελληνικά ψάρια ιχθυοκαλλιέργειας φτάνουν σε 38 χώρες, με βασικές αγορές την Ιταλία, την Ισπανία και τη Γαλλία. Ιδιαίτερα σημαντική είναι επίσης η παρουσία τους σε ΗΠΑ, Γερμανία, Ολλανδία, Ισραήλ, Πορτογαλία, Ρουμανία και Βουλγαρία.
Η συνολική αξία της παραγωγής προσεγγίζει τα 800 εκατ. ευρώ, ενώ πέρα από την τσιπούρα και το λαβράκι αναπτύσσονται σταδιακά και άλλα μεσογειακά είδη, όπως το φαγκρί και ο κρανιός. Παράλληλα, σημαντική οικονομική δραστηριότητα καταγράφεται στην παραγωγή γόνου, αλλά και στον τομέα της οστρακοκαλλιέργειας.
Σημαντικά παραγωγικά κέντρα παραμένουν η Εύβοια, η Αιτωλοακαρνανία, τα Δωδεκάνησα, η Κεφαλονιά, η Φθιώτιδα και η Θεσπρωτία, ενώ ισχυρή παρουσία διαθέτουν ακόμη η Αργολίδα, η Κορινθία, η Χίος, η Φωκίδα, η Πρέβεζα και η Λέσβος. Στις οστρακοκαλλιέργειες πρωταγωνιστεί η Κεντρική Μακεδονία, με επίκεντρο τη Θεσσαλονίκη, την Ημαθία και την Πιερία.
Σύμφωνα με τα στοιχεία του υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, το 75% των νέων επενδυτικών σχεδίων προέρχεται από μικρομεσαίες επιχειρήσεις, ενώ έξι από αυτά χαρακτηρίζονται αμιγώς καινοτόμα. Παράλληλα, προβλέπονται πρόσθετες χρηματοδοτήσεις για τον χωροταξικό σχεδιασμό, την περιβαλλοντική παρακολούθηση και την οργανωμένη ανάπτυξη των υδατοκαλλιεργειών, με στόχο τη βιώσιμη ενίσχυση ενός κλάδου που συγκαταλέγεται στα ισχυρότερα εξαγωγικά «χαρτιά» της ελληνικής οικονομίας.




