Μια αιμοληψία μπορεί πλέον να προσφέρει πολύτιμες πληροφορίες για τη διάγνωση της νόσου Αλτσχάιμερ, διευκολύνοντας τον έγκαιρο εντοπισμό της. Οι νέες εξετάσεις αίματος, σε συνδυασμό με την κλινική αξιολόγηση, ανοίγουν τον δρόμο για πιο στοχευμένη διερεύνηση των προβλημάτων μνήμης. Το κόστος τους, όμως, όπως και εκείνο των νέων θεραπειών, δημιουργεί εμπόδια στην πρόσβαση των ασθενών.
Τα νεότερα δεδομένα παρουσίασε στο ΑΠΕ-ΜΠΕ η ομότιμη καθηγήτρια Νευρολογίας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης και πρόεδρος της Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Νόσου Alzheimer και Συναφών Διαταραχών, Μάγδα Τσολάκη.
Διάγνωση με δύο πρωτεΐνες
Όπως εξήγησε, η εξέταση δύο πρωτεϊνών στο πλάσμα του αίματος, της φωσφορυλιωμένης tau-217 και του β-αμυλοειδούς 1-42, επιτρέπει τη διάγνωση της νόσου με ακρίβεια 90%. Σύμφωνα με την ίδια, ένα αρνητικό αποτέλεσμα στρέφει τη διερεύνηση προς άλλες μορφές άνοιας.
Η αιματολογική εξέταση, πάντως, εντάσσεται σε μια ευρύτερη διαδικασία, που περιλαμβάνει κλινική εξέταση, νευροψυχολογική αξιολόγηση, ειδικές εξετάσεις αίματος και μαγνητική τομογραφία. Ο γιατρός συνεκτιμά τα ευρήματα πριν αποφασίσει για τη διάγνωση και τη θεραπεία.
Η Ομοσπονδία ζητά, μέσω ψηφίσματος, δωρεάν πρόσβαση στους νέους διαγνωστικούς ελέγχους. Το συνολικό κόστος ανέρχεται σε 485 ευρώ: 220 ευρώ για τις πρωτεΐνες στο εγκεφαλονωτιαίο υγρό, 230 ευρώ για εκείνες στο αίμα και 35 ευρώ για το προδιαθεσικό γονίδιο ε4 της απολιποπρωτεΐνης Ε.
Το περιθώριο της πρόληψης
Σύμφωνα με την κ. Τσολάκη, η έγκαιρη αντιμετώπιση των τροποποιήσιμων παραγόντων κινδύνου μπορεί να περιορίσει κατά 45% τα αναμενόμενα περιστατικά άνοιας έως το 2050.
Οι 14 παράγοντες στους οποίους εστίαζε μέχρι σήμερα η διεθνής κοινότητα είναι ο διαβήτης, η υπέρταση στη μέση ηλικία, η παχυσαρκία, η καθιστική ζωή, η υψηλή LDL χοληστερόλη, το κάπνισμα, η κατάθλιψη, το χαμηλό επίπεδο εκπαίδευσης, η κοινωνική απομόνωση, οι κρανιοεγκεφαλικές κακώσεις, η απώλεια ακοής και όρασης, η ατμοσφαιρική ρύπανση και η υπερβολική κατανάλωση αλκοόλ.
Όπως ανέφερε, ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας πρόσθεσε τον Ιούλιο του 2026 πέντε ακόμη παραμέτρους: τη φαρμακευτική αντιμετώπιση της πτώσης των οιστρογόνων στην εμμηνόπαυση, την άμεση νοσοκομειακή αντιμετώπιση του εγκεφαλικού με θρομβόλυση ή θρομβεκτομή, τον ύπνο έξι έως οκτώ ωρών, τη θεραπεία του AIDS και την ισορροπημένη διατροφή.
Για τα αντιπηκτικά διευκρίνισε ότι δεν συνιστώνται σε υγιείς ανθρώπους χωρίς σχετικό πρόβλημα, αλλά χορηγούνται όταν υπάρχει συγκεκριμένη ιατρική ένδειξη.
Νέα φάρμακα, υψηλό κόστος
Στην αντιμετώπιση της νόσου έχουν προστεθεί τα μονοκλωνικά αντισώματα λεκανεμάμπη και ντονανεμάμπη, με εγκρίσεις από τον FDA και τον EMA. Απευθύνονται σε ασθενείς με ήπια νοητική διαταραχή ή ήπια άνοια, με καλύτερα αποτελέσματα στην πρώτη ομάδα. Επιβραδύνουν την εξέλιξη, χωρίς να αναστρέφουν τη νόσο.
Κατά την κ. Τσολάκη, το κόστος φθάνει περίπου τις 50.000 ευρώ για 18 μήνες και δεν έχει ακόμη αναληφθεί από ευρωπαϊκά κράτη. Εγκρίσεις για ένα ή και τα δύο φάρμακα υπάρχουν, μεταξύ άλλων, στις ΗΠΑ, την Ιαπωνία, την Κίνα, την Ταϊβάν, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, το Χονγκ Κονγκ, το Ισραήλ και τη Νότια Κορέα.
Στην Αθήνα έχουν ξεκινήσει θεραπεία 30 ασθενείς, ενώ στη Θεσσαλονίκη το κόστος λειτουργεί αποτρεπτικά. Η χορήγηση γίνεται ενδοφλεβίως σε νοσοκομείο και απαιτεί συγκεκριμένα κλινικά και εργαστηριακά κριτήρια λόγω ανεπιθύμητων ενεργειών. Η λεκανεμάμπη έχει εγκριθεί πρόσφατα και σε υποδόρια μορφή για το σπίτι, χωρίς αντίστοιχη έγκριση στην Ελλάδα. Μελέτες επέκτασης παρακολουθούν τη θεραπεία έως τέσσερα χρόνια.
Η Ομοσπονδία ζητά κρατική κάλυψη, νέες δομές μέσω Εθνικού Στρατηγικού Σχεδίου και προσωποκεντρική φροντίδα. Παράλληλα, τα Κέντρα Ημέρας συνεχίζουν την εκπαίδευση και υποστήριξη ασθενών και φροντιστών.




