Κάθε χρόνο, στις 23 Απριλίου, ο κόσμος γιορτάζει την Παγκόσμια Ημέρα Βιβλίου, μια ημέρα αφιερωμένη στη χαρά της ανάγνωσης, αλλά και στη βαθιά, σχεδόν μυστική σχέση που αναπτύσσεται ανάμεσα στον άνθρωπο και τις λέξεις. Η ημερομηνία δεν επιλέχθηκε τυχαία, καθώς συνδέεται συμβολικά με την απώλεια δύο σπουδαίων μορφών της παγκόσμιας λογοτεχνίας, του William Shakespeare και του Miguel de Cervantes, υπενθυμίζοντάς μας ότι τα βιβλία είναι, τελικά, ένας τρόπος να νικάμε τον χρόνο.
Σε μια εποχή όπου η πληροφορία καταναλώνεται γρήγορα και συχνά επιφανειακά, το βιβλίο επιμένει να ζητά τον χρόνο και την αφοσίωσή μας και ακριβώς γι’ αυτό παραμένει τόσο αναγκαίο. Είναι τόπος καταφυγίου, εργαλείο σκέψης, αλλά και μια μορφή διαλόγου: ανάμεσα στον συγγραφέα και τον αναγνώστη, ανάμεσα σε διαφορετικές εποχές, ανάμεσα σε κόσμους πραγματικούς και φανταστικούς.
Με αφορμή, λοιπόν, τη σημερινή ημέρα, αποφασίσαμε να προσεγγίσουμε αυτόν τον διάλογο από μια πιο προσωπική σκοπιά. Οι συντάκτες του «ΛΤ plus+» Νικόλαος Ι. Καρμοίρης και Ιλέην Ρήγα συνομιλούν και απαντούν ο ένας στις ερωτήσεις του άλλου ως δημιουργοί που στέκονται και από τις δύο πλευρές της σελίδας -του αναγνώστη, του συγγραφέα, του μεταφραστή. Μέσα από μια μικρή «εξομολόγηση», μιλούν για τη συγγραφή και τη μετάφραση, για τις λέξεις που γεννιούνται αλλά και για εκείνες που ξαναγεννιούνται σε μιαν άλλη γλώσσα.
Γιατί, τελικά, είτε γράφεται είτε μεταφράζεται, ένα βιβλίο είναι πάντα μια κατάθεση ψυχής, μια ενσάρκωση έμπνευσης και μια ελπίδα… αθανασίας.
Η «Αρπαγή της Ευρώπης» αλλά και η σχέση νέας γενιάς με την Ιστορία μέσα από τα μάτια του Νικόλαου Ι. Καρμοίρη
- Ως ιστορικός με ανήσυχο πνεύμα και αγάπη για τις ρίζες του τόπου σου, πώς πιστεύεις ότι μπορεί να μεταδοθεί, στη νέα γενιά κυρίως, το πόσο πραγματικά σημαντικό είναι να γνωρίζει κανείς το παρελθόν και την ιστορία του; Είσαι αισιόδοξος ότι οι νέοι ενδιαφέρονται ακόμα για την ιστορία τους ή βλέπεις να έχουν απομακρυνθεί από αυτήν;
Νομίζω ότι το μεγαλύτερο πρόβλημα με την ιστορία είναι πως στο σχολείο διδάσκεται με τρόπο στείρο και, καμιά φορά, αποκρουστικό, δημιουργώντας αποστροφή στους μαθητές, κι επομένως στις επόμενες γενιές. Φυσικά, υπάρχουν και τα φωτεινά παραδείγματα εκπαιδευτικών που, με μεράκι, προσπαθούν να τη μεταδώσουν μέσα σ’ ένα λιγότερο αποτρεπτικό πλαίσιο.
Δεν είναι όμως ζήτημα μόνο των νέων ή της εκπαίδευσης, αλλά γενικότερα της κοινωνίας, η οποία εν πολλοίς αδιαφορεί. Αφενός δεν αντιλαμβανόμαστε τη σημασία της ιστορίας για το παρόν και το μέλλον μας και, αφετέρου, οι σύγχρονοι ρυθμοί ζωής είναι τέτοιοι που δεν μας επιτρέπουν να ασχοληθούμε με ζητήματα που θεωρούμε… «δευτερεύοντα»! Πιστεύω όμως ότι η ιστορία μπορεί να γίνει κτήμα μεγαλύτερου μέρους της κοινωνίας μέσα από βιωματικές προσεγγίσεις και τη σωστή εκλαΐκευση, χωρίς φυσικά να υστερεί στην ουσία και την ποιότητα της παρεχόμενης πληροφορίας. Και εδώ έχουμε μεγάλο μερίδιο ευθύνης κι εμείς, οι εκπρόσωποί της, που πολλές φορές την προσεγγίζουμε και την παρουσιάζουμε αυστηρά και μόνο με επιστημονικούς όρους.
- Το βιβλίο σου «Η αρπαγή της Ευρώπης» είναι ένα εξαίσιο δείγμα του πώς το πάντρεμα των τεχνών, συγγραφής και εικονογράφησης, μπορούν να δώσουν ζωή στην αφήγηση και να σε «ρουφήξουν» μέσα στις σελίδες. Ποια ήταν όμως η μεγαλύτερη πρόκληση κατά τη διάρκεια της δημιουργίας του βιβλίου και πώς την ξεπέρασες; Τι θυμάσαι πιο έντονα από το παρασκήνιο της όλης διαδικασίας, από την ιδέα μέχρι την αφή του εξωφύλλου στα χέρια σου;
Η δημιουργία αυτού του βιβλίου ήταν μια μακρά διαδικασία. Πέρα από την έρευνα που απαιτήθηκε για τη συλλογή των στοιχείων, ώστε να αποδοθούν με ορθότητα όλα τα ιστορικά δεδομένα που παρουσιάζονται, η μεγαλύτερη πρόκληση για εμένα ήταν συγγραφική: έπρεπε να ξεπεράσω τον εαυτό μου και ν’ αποδώσω το κείμενο με τέτοιο τρόπο που να αφορά το γενικό αναγνωστικό κοινό –με επίκεντρο τους νέους και τα παιδιά– και όχι απλώς ένα εξειδικευμένο κοινό.
Με τον ίδιο ακριβώς τρόπο προσέγγισε το κείμενο και ο εικονογράφος μας, ο Γιώργος Σγουρός. Με απόλυτο σεβασμό στα γεγονότα, στα πρόσωπα και στον πολιτισμό. Η συνεργασία μας ήταν ιδιαίτερα στενή και αλληλεπιδραστική, διότι επιλέξαμε να δώσουμε τεράστια έμφαση στις λεπτομέρειες, από τις πιο ορατές ως τις πιο «αόρατες» με την πρώτη ανάγνωση. Στόχος μας ήταν να δημιουργήσουμε ένα όσο το δυνατόν πιο άρτιο έργο, αντάξιο του θέματος που πραγματεύεται και της πολιτισμικής μας κληρονομιάς. Εκείνη η στιγμή, λοιπόν, που πήραμε τελικά το τυπωμένο βιβλίο στα χέρια μας, έμοιαζε για εμάς με ένα μικρό θαύμα.
- Υπάρχει κάποιος άλλος μύθος που ξεχωρίζεις και που θα ήθελες να είναι η βάση για το επόμενο μελλοντικό σου έργο; Ή να περιμένουμε κάτι πιο κοντά στην ιστορία απ’ ό,τι στη μυθολογία για το επόμενο συγγραφικό σου βήμα; Και γενικά, υπάρχει κάποιο είδος ιστοριών / μύθων που σε γοητεύει και σε εμπνέει λίγο περισσότερο από άλλους;
Υπάρχουν πολλές σκέψεις, αλλά και πράγματα πάνω στα οποία δουλεύω ταυτόχρονα. Τελικά, το τι θα βγει σύντομα προς τα έξω σίγουρα θα αποτελεί έκπληξη τόσο για εμένα όσο και για τους αναγνώστες (σ.σ. γέλια)! Σίγουρα θέλουμε ν’ ακολουθήσουν κι άλλα βιβλία στο ίδιο ύφος με την «Αρπαγή της Ευρώπης», τα οποία θα παρουσιάζουν την ιδιαίτερη πολιτισμική μας κληρονομιά. Ωστόσο, για να συμβεί αυτό, χρειάζεται απαραιτήτως η στήριξη των τοπικών φορέων και της κοινωνίας, χωρίς την οποία δεν θα μπορέσουμε να συνεχίσουμε να δημιουργούμε όπως θα θέλαμε. Προτρέπω τους συντοπίτες μας να πάρουν στα χέρια τους το βιβλίο μας κι αν τους αρέσει ο τρόπος με τον οποίο έχουμε προσεγγίσει και αναδεικνύουμε το πολιτισμικό μας απόθεμα, να μιλήσουν γι’ αυτό και να το κοινωνήσουν. Αυτή θα είναι η σημαντικότερη ανταμοιβή μας στην όλη προσπάθεια που καταβάλουμε.
Όσον αφορά την ιστορία αυτή καθαυτή, εξακολουθώ να μελετώ και να συνθέτω, με στόχο την ανάδειξη της νεότερης και σύγχρονης ιστορίας της Σπάρτης, ενόψει μάλιστα της 200ής επετείου από την ίδρυση της νέας πόλης. Ελπίζω να καταφέρω να βάλω ένα μικρό λιθαράκι προς αυτή την κατεύθυνση, παρακινώντας ακόμα περισσότερους να ασχοληθούν με την τοπική ιστορία, η οποία, σε γενικές γραμμές, βρίσκεται στην αφάνεια και αναδεικνύεται κυρίως μέσα από τον εθελοντισμό και τον πατριωτισμό ελάχιστων ρομαντικών, οι οποίοι στα μάτια της υπόλοιπης κοινωνίας φαντάζουν σχεδόν ως... «εξωγήινοι»!
Ωραία πάσα οι «εξωγήινοι» για να συνεχίσει η Ιλέην με Λογοτεχνία του Φανταστικού
- Ασχολείσαι με τη λογοτεχνία του φανταστικού. Τι είναι αυτό που σε γοητεύει στο συγκεκριμένο λογοτεχνικό είδος;
Η αλήθεια είναι ότι αγαπώ πολύ τη λογοτεχνία του φανταστικού γιατί δίνει άλλοθι στη φαντασία να ξεφύγει όσο θέλει, να γίνει πραγματικά ανυπότακτη και να δημιουργήσει νέους κόσμους, πολιτισμούς ολόκληρους ακόμα. Και αυτό το άλλοθι είναι ο τέλειος Δούρειος Ίππος για να κατακρίνει τα κακώς κείμενα της ιστορίας, τα λάθη της ανθρωπότητας και τις επιλογές που φέρνουν την κοινωνία ένα βήμα πριν τον γκρεμό, προσπαθώντας ν’ αφυπνίσει, να διδάξει και, κυρίως, να προειδοποιήσει. Βέβαια, η πραγματική μου αδυναμία είναι το παρακλάδι της λογοτεχνίας τρόμου, ένα είδος που αντιμετωπίζεται ακόμα με καχυποψία, με τη ρετσινιά της «παραλογοτεχνίας» που όμως ίσως και να είναι το πιο ειλικρινές είδος, καθώς μας ξεγυμνώνει από τις «καθωσπρέπει» μάσκες και μας φέρνει πρόσωπο με πρόσωπο με τις πιο σκοτεινές γωνιές του μυαλού αλλά και της ψυχής μας.
- Έχεις μεταφράσει στα ελληνικά μερικά σημαντικά έργα του είδους. Συχνά, ο ρόλος του μεταφραστή δεν είναι ιδιαίτερα «ορατός» στο ευρύ κοινό. Πόσο δημιουργική, αλλά και απαιτητική, είναι τελικά αυτή η διαδικασία; Νιώθεις ότι ο μεταφραστής είναι, κατά μία έννοια, ο «δεύτερος συγγραφέας» ενός βιβλίου;
Το έθεσες άψογα, ο μεταφραστής είναι πράγματι ο δεύτερος, παράλληλος συγγραφέας του βιβλίου. Το ξαναγράφει από την αρχή ακολουθώντας το νοητό μονοπάτι που έχει αφήσει πίσω του ο συγγραφέας, πατώντας πάνω στα χνάρια του, αλλά υπάρχουν και στιγμές στην πορεία που ίσως λοξοδρομήσει λίγο, ίσα που, έτσι για να αφήσει και αυτός το δικό του αποτύπωμα στο έδαφος. Εκεί είναι που νιώθεις το πόσο απαιτητική, αλλά και δημιουργική μέσα στον περιορισμό της, είναι η μεταφραστική διαδικασία. Καλείσαι ν’ αποδώσεις όχι μόνο λέξεις -αυτό το κάνει και το google translate- αλλά το ύφος, την ατμόσφαιρα, την ίδια την ψυχή του κειμένου και αυτό καμία ΑΙ τεχνολογία δεν θα καταφέρει να το αγγίξει ποτέ. Είναι και εκείνες οι στιγμές που σε φέρνουν αντιμέτωπο με το δίλημμα «χμ, στα ελληνικά μπορώ να την αποδώσω ακόμα πιο ωραία αυτή την πρόταση, να το τολμήσω;» Κι εκεί κρίνεται το πόσο καλά μπορείς να ισορροπήσεις ανάμεσα στον σεβασμό του αρχικού κειμένου και στον πειρασμό να το πας ένα σκαλί πιο πάνω.
Δυστυχώς, οι μεταφραστές -όπως και οι επιμελητές, άλλωστε- δεν παίρνουν σχεδόν ποτέ τα εύσημα που τους αναλογούν στον εκδοτικό χώρο. Είναι οι αφανείς ήρωες που τους κρύβει η σκιά του συγγραφέα, όμως η αγάπη για τη λογοτεχνία υπερνικά την όποια ματαιότητα. Μεταφράζω ένα λογοτεχνικό έργο πρωτίστως γιατί το αγάπησα και θέλω να έχουν κι άλλοι την ευκαιρία να το διαβάσουν και να το αγαπήσουν εξίσου. Ακόμα κι αν το όνομά μου είναι αόρατο στο ευρύ κοινό, η μετάφρασή μου είναι στη βιβλιοθήκη τους κι αυτό είναι το μόνο που έχει πραγματικά σημασία.
- Πέρα από τη μετάφραση, έχεις γράψει και η ίδια τα δικά σου διηγήματα. Από πού αντλείς έμπνευση γι’ αυτά; Και με την εμπειρία που έχεις πλέον, πώς βλέπεις την απήχηση της λογοτεχνίας του Φανταστικού στο σημερινό ελληνικό αναγνωστικό κοινό;
Το παραμικρό μπορεί να γίνει σπίθα έμπνευσης, μια έκφραση, ένα γεγονός, μια φωτογραφία, ένας μύθος, ακόμα και ένας εφιάλτης -και στη δική μου περίπτωση με τη λογοτεχνία τρόμου, κυρίως ο εφιάλτης. Μ’ αρέσει να βλέπω τον κόσμο γύρω μου υπό το πρίσμα της αφήγησης, τα πάντα κρύβουν μια ιστορία, τα πάντα μπορούν να πουν μια ιστορία, το ερώτημα είναι «ακούς τι έχουν να σου πουν»;
Τα τελευταία χρόνια τα πράγματα είναι πολύ αισιόδοξα για τη λογοτεχνία του φανταστικού στην Ελλάδα. Όλο και περισσότερα βιβλία του είδους μεταφράζονται, νέοι συγγραφείς ανακαλύπτονται και επίσης, οι Έλληνες συγγραφείς του Φανταστικού γίνονται πλέον πιο ορατοί. Γιατί ναι, υπάρχει μεγάλο community Ελλήνων συγγραφέων και δημιουργών που εκφράζονται υπό την ομπρέλα του Φανταστικού, χρόνια τώρα, δεν είναι κάτι καινούργιο. Όμως ίσως τώρα απλώς να είναι επιτέλους πιο πρόσφορο το έδαφος για να δυναμώσει και η δική μας φωνή!
_________________________
Ο Νίκος Ι. Καρμοίρης γεννήθηκε στη Σπάρτη το καλοκαίρι του 1989. Έχει σπουδάσει Ιστορία στη Φιλοσοφική Σχολή του ΕΚΠΑ, είναι κάτοχος μεταπτυχιακού τίτλου στη Νεότερη και Σύγχρονη Ιστορία από το Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου, και σήμερα είναι μεταπτυχιακός φοιτητής στο ΔΔΠΜΣ «Τοπική και Περιφερειακή Ανάπτυξη και Αυτοδιοίκηση».
Τα ερευνητικά του ενδιαφέροντα και η επιστημονική του παρουσία (συνέδρια, δημοσιεύσεις, ομιλίες) επικεντρώνονται στη μελέτη και ανάδειξη της τοπικής Ιστορίας της Σπάρτης και της Λακεδαίμονος, από την περίοδο της Επανάστασης έως τη Μεταπολίτευση. Το 2023 ίδρυσε τον Φορέα Ιστορικής Έρευνας «Σπάρτη 2034», με σκοπό την ανάδειξη της ιστορίας της σύγχρονης Σπάρτης με αφορμή τη συμπλήρωση 200 ετών από την ίδρυση της νέας πόλης.
Παράλληλα, αρθρογραφεί τακτικά στον έντυπο και ηλεκτρονικό περιφερειακό Τύπο και διατηρεί τη στήλη «Ιστορικές Αναδρομές» στην εφημερίδα Λακωνικός Τύπος, όπου παρουσιάζει όψεις της σύγχρονης ιστορίας της Σπάρτης. Έχει εκδώσει μια ιστορική έρευνα και επιστημονικές ανακοινώσεις του περιλαμβάνονται σε συλλογικούς τόμους.
Σε επίπεδο λογοτεχνίας, έχει εκδώσει δύο παιδικά βιβλία, ενώ διηγήματά του έχουν διακριθεί σε λογοτεχνικούς διαγωνισμούς και δημοσιευθεί σε περιοδικά και ανθολογίες.
Η Ιλέην Ρήγα είναι μεταφράστρια, καθηγήτρια δημιουργικής γραφής και δημιουργός του πρώτου ελληνικού λογοτεχνικού webzine για τον Τρόμο και το Φανταστικό, Nyctophilia.gr (2015 – 2021). Γεννήθηκε το 1987 στο Μόντρεαλ του Καναδά, ζει και εργάζεται στην Σπάρτη. Είναι απόφοιτος της Γαλλικής Φιλολογίας Αθηνών και κάτοχος ΜΑ Δημιουργικής Γραφής. Ήταν μεταφράστρια και αρθρογράφος στο διεθνές site δημοσιογραφίας πολιτών "Global Voices Online". Έχει μεταφράσει το διήγημα "Ex -Voto" του Graham Masterton στην ανθολογία "Metal Chapters Vol.1" (εκδ. Πηγή), την ανθολογία διηγημάτων του Maurice Level "Ιστορίες του Γκραν Γκινιόλ" (εκδ. Αρχέτυπο), τον 1ο τόμο από τις εικονογραφημένες "Μακάβριες Ιστορίες" του Edgar Allan Poe (εκδ. Οξύ), ενώ συμμετέχει και στη μεταφραστική ομάδα του βιβλίου "Επιδράσεις της Αρχαίας Ελληνικής Γραμματείας στο Έργο του Τόλκιν" (εκδ. Κέδρος). Συμμετέχει με διηγήματά της στις ανθολογίες: "Τα Σύνορα του Τρόμου" (εκδ. Άλλωστε), "Κόκκινος Θάνατος: Ιστορίες εμπνευσμένες από το έργο του Ε.Α. Poe" (εκδ. Συμπαντικές Διαδρομές), "Το Έπος της Φαντασίας" (εκδ. iWrite), "Νυχτερινό Ανθολόγιο" (εκδ. Nightread), "Κι αν τα κτίρια μιλούσαν" (εκδ. Κέδρος), "Mythology From the Rock" (εκδ. Engen Books).




