Ο ήλιος είχε αρχίσει να γέρνει προς τη δύση, μα η ζέστη του Αυγούστου αγκάλιαζε ακόμη την άμμο όταν μπήκαμε στη θάλασσα του Μαραθιά. Καταγάλανα νερά που κυμάτιζαν σαν να προσπαθούσαν να σε υπνωτίσουν για να σε φέρουν κοντά τους και μέσα τους, να διαταράσσει τη μονοτονία του ορίζοντα, βρισκόταν μιας άγριας ομορφιάς βραχονησίδα. Βρισκόμουν για λίγες μέρες στην περιοχή μαζί με τον Τόλη, φίλος μου από τα παλιά και άνθρωπος της πόλης μέχρι το μεδούλι, ο οποίος είχε για κάποιον λόγο αποφασίσει πως η επίσκεψή του στη Λακωνία δεν θα μπορούσε να θεωρηθεί ολοκληρωμένη αν δεν δοκίμαζε κάθε παραλία που θα του πρότεινα. Εκείνη τη μέρα, του πρότεινα το ατέρμονο γαλάζιο του Μαραθιά. Κολυμπούσαμε αμέριμνοι, αφήνοντας τα σώματά μας να τα παίρνει το νερό, όταν τον άκουσα να μου φωνάζει από λίγο πιο πέρα.
«Τι λες για εκείνο ‘κει;»
Γύρισα και κοίταξα προς το μέρος που έδειχνε. Η βραχονησίδα λαμπύριζε μέσα στο απογευματινό φως και, από τη θέση όπου βρισκόμασταν, έμοιαζε σαν μικρό ναυάγιο που εγκαταλείφθηκε καταμεσής της θάλασσας.
«Τη βραχονησίδα;»
«Ναι! Θες να κολυμπήσουμε ως εκεί;»
Τον κοίταξα και γέλασα.
«Αλήθεια, πιστεύεις ότι έχεις αντοχή να φτάσεις ως εκεί, βρε κακομοίρη; Που παίρνεις το αυτοκίνητο να πας μέχρι το περίπτερο;»
«Α, έτσι; Τώρα θα δεις!»
Και είδα, όντως. Το πιο άτσαλο μακροβούτι που είδα ποτέ μου. Όσο Τόλης κολυμπούσε υποθαλάσσια, το βλέμμα μου έπεσε πάνω στη βραχονησίδα και θυμήθηκα κάτι που είχα ακούσει παλιότερα για τούτο εδώ το κομμάτι της λακωνικής γης, μια από εκείνες τις ιστορίες που μοιάζουν αρχικά τόσο παράξενες, ώστε δυσκολεύεσαι να αποφασίσεις αν πρέπει να τις αντιμετωπίσεις ως θρύλους ή ως έναν ακόμη τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι εξηγούσαν κάποτε όσα δεν μπορούσαν να εξηγήσουν.
«Ξέρεις τι λένε γι’ αυτήν;» του φώναξα όταν αναδύθηκε ξανά στην επιφάνεια.
«Όχι, αλλά ξέροντας εσένα, μάλλον κάποια ιστορία τρόμου θα μου πεις πάλι!».
Χαμογέλασα περήφανη. Εδώ, στη Λακωνία, η θάλασσα έχει έναν περίεργο τρόπο να κάνει τις παλιές ιστορίες να επιστρέφουν. Ίσως επειδή η γραμμή του ορίζοντα αφήνει τόσο χώρο στη φαντασία, ίσως επειδή τα ακρωτήρια, οι βράχοι και τα μικρά ξερονήσια μοιάζουν από μακριά με απομεινάρια κάποιου άλλου κόσμου. Και κάπου ανάμεσα στο Ακρωτήριο Μαλέας, τη θάλασσα και τους βράχους του Μαραθιά, οι άνθρωποι κάποτε είδαν καράβια που δεν ήταν πια καράβια. Ή, τουλάχιστον, έτσι λέει ο θρύλος…
Τα χρόνια εκείνα, η θάλασσα δεν ήταν καταφύγιο διακοπών, όπως τώρα. Ήταν δρόμος, κίνδυνος και φόβος μαζί. Τα πλοία διέσχιζαν τα νερά στον Κάβο Μαλέα και οι κάτοικοι των παράκτιων χωριών γνώριζαν καλά πως μαζί με τους εμπόρους και τους ταξιδιώτες μπορούσαν να φανούν στον ορίζοντα και εκείνοι που δεν έρχονταν με ειρηνικές διαθέσεις. Η πειρατεία υπήρξε για τους ανθρώπους αυτούς ένας διαρκής φόβος που μπορούσε να εμφανιστεί ξαφνικά μέσα από το πέλαγος και ν αλλάξει μέσα σε λίγες στιγμές τη ζωή ενός ολόκληρου τόπου.
Το χωριό της Ελίκας, χτισμένο στις προσόψεις του βουνού, είχε τη δική του θέση απέναντι σ’ αυτόν τον κίνδυνο. Οι φρουροί του παρατηρούσαν τη θάλασσα και, όταν διέκριναν πλοία με πειρατικές σημαίες να πλησιάζουν, έσπευδαν να ειδοποιήσουν τους κατοίκους. Ήταν η στιγμή που τα σπίτια άδειαζαν, οι άνθρωποι έτρεχαν να κρυφτούν και η καθημερινότητα έδινε τη θέση της στην αγωνία. Μα υπήρχαν και πολλοί που δεν προλάβαιναν να τρέξουν ως τα σπίτια τους. Εκείνοι κατέφευγαν στο μικρό εκκλησάκι του Αγίου Γεωργίου, χτισμένο ανατολικά, στο τέλος του Ακρωτηρίου Μαλέα, και εκεί προσεύχονταν ζητώντας από τον Άγιο να προστατεύσει τον τόπο και τις περιουσίες τους. Μέχρι που, μια μέρα, ο Άγιος πράγματι τους άκουσε…
Οι κάτοικοι, λέει ο θρύλος, έβλεπαν τα πειρατικά καράβια να πλησιάζουν και έτρεχαν στον Άι-Γιώργη. Εκεί, μπροστά στο μικρό εκκλησάκι, κάποιοι από τους ανθρώπους του χωριού παρακαλούσαν τον Άγιο να τους γλιτώσει. Κι ανάμεσα στις προσευχές και στον φόβο, ειπώθηκαν και τα λόγια μιας παράκλησης που σήμερα μοιάζουν περισσότερο με κατάρα παρά με προσευχή: «Αν είναι, πράγματι, πειρατές που έρχονται να λεηλατήσουν τον τόπο και την περιουσία τους, ας έκανε ο Άγιος το θαύμα και ας τους μαρμάρωνε εδώ για πάντα».
Ίσως να ήταν η απελπισία που έκανε τους ανθρώπους να μιλήσουν έτσι. Ίσως η πίστη. Ίσως εκείνη η παλιά, βαθιά ανάγκη του ανθρώπου να πιστέψει πως, όταν όλα τα ανθρώπινα μέσα έχουν τελειώσει, υπάρχει κάπου μια δύναμη που μπορεί να σταθεί ανάμεσα στον ίδιο και στον κίνδυνο. Ό,τι κι αν ήταν, ο θρύλος θέλει τον Άγιο να ακούει. Και τότε συνέβη το θαύμα.
Από το πουθενά, τα πειρατικά πλοία έπιασαν φωτιά. Δεν υπήρξε μάχη, δεν υπήρξε καταδίωξη, δεν πρόλαβαν καν να φτάσουν στην ακτή. Οι πειρατές μαρμάρωσαν και οι βάρκες τους μεταμορφώθηκαν σε βραχονησίδες. Μια από αυτές είναι και αυτή που δεσπόζει μέχρι και σήμερα μπροστά από την παραλία του Μαραθιά.
Έτσι εξηγούσαν οι παλιοί αυτό που έβλεπαν απέναντί τους. Εκεί όπου εμείς σήμερα βλέπουμε γυμνούς βράχους μέσα στη θάλασσα, εκείνοι έβλεπαν τα απομεινάρια μιας ιστορίας που είχε παγώσει στον χρόνο. Τα μεταμορφωμένα πειρατικά καράβια του θρύλου, απολιθωμένα από τη δύναμη του Αγίου, καταδικασμένα να μένουν για πάντα εκεί όπου τα «χτύπησε» το θαύμα…
Μου ήρθε στον νου εκείνη η φράση του Ανδρέα Καρκαβίτσα: «Τις φουρτούνες του Καβομαλιά δεν τις κάνουν άνεμοι· τις κάνουν τα στοιχειά». Και πραγματικά, δεν είναι τυχαίο που ένας τέτοιος τόπος γέννησε τέτοιες ιστορίες. Ο Μαλέας στεκόταν πάντοτε απέναντι στους ναυτικούς σαν ένα δύσκολο σύνορο, ένα κομμάτι στεριάς που έπρεπε να τολμήσουν να παρακάμψουν για να συνεχίσουν το ταξίδι τους. Οι άνεμοι και τα ρεύματά του, η απότομη ακτογραμμή και το ανοιχτό πέλαγος που απλωνόταν γύρω του έκαναν το πέρασμα επικίνδυνο ήδη από την αρχαιότητα. «Μαλέαν δε κάμψας επιλάθου των οίκαδε» (αν περάσεις τον Μαλέα, ξέχνα πως έχεις σπίτι) προειδοποίησε κάποτε ο Στράβων, κι αλίμονο σε όποιον πήρε αψήφιστα αυτά τα λόγια.
Μέσα σ’ έναν τέτοιο τόπο, όπου η θάλασσα μπορούσε από τη μια στιγμή στην άλλη να γίνει εχθρική και ο ορίζοντας να κλείσει κάτω από μαύρα σύννεφα, οι άνθρωποι έδωσαν κάποτε στα ανεξήγητα πρόσωπο και όνομα. Οι φουρτούνες δεν μπορούσαν να είναι μονάχα άνεμος, κάπου πίσω τους έπρεπε να υπάρχει μια δύναμη κρυμμένη, κάτι που κατοικούσε στα βράχια και στα βαθιά νερά και ξυπνούσε όταν τα καράβια πλησίαζαν. Κι έτσι, μέσα από τον φόβο των ναυτικών και τη φαντασία των ανθρώπων της στεριάς, ο Κάβο Μαλέας γέμισε στοιχειά, ξωτικά και ιστορίες που ταξίδεψαν μαζί με τα καράβια πολύ μακρύτερα από τις ακτές του. Γι’ αυτό, όσοι ξέρουμε την ιστορία, εκείνος ο βράχος είναι κάτι παραπάνω από μια άψυχη πέτρα. Είναι θύμηση μιας ιστορίας. Κι από τη στιγμή που ένα κομμάτι γης αποκτήσει ιστορία, γίνεται φάρος μνήμης. Και μερικές φορές, όταν το φως αυτής της μνήμης είναι παλιό, αρχίζει να μοιάζει επικίνδυνα με αλήθεια.
Ο φίλος μου είχε πάψει πλέον να αστειεύεται. Κολυμπούσε δίπλα μου και κοιτούσε τη βραχονησίδα.
«Δηλαδή», είπε τελικά, «μου λες ότι οι άνθρωποι κάποτε πίστευαν ότι αυτό εκεί ήταν πειρατικό καράβι που το μαρμάρωσε ο Άγιος Γεώργιος;»
«Αυτό λέει η παράδοση».
«Μα, αυτό είναι αδύνατο!»
Δεν του απάντησα, ανασήκωσα απλώς τους ώμους. Γιατί για την πίστη τίποτα δεν είναι αδύνατο, ακόμα και αν η λογική επιμένει να το αμφισβητεί και να το απορρίπτει. Έτσι και με τις λαϊκές δοξασίες, δεν τους μελετάμε για την «αυθεντικότητά» τους αλλά γιατί, κάποτε, η ανθρώπινη ανάγκη οδήγησε τον νου να τους πλάσει είτε γιατί φοβόταν, είτε γιατί έπρεπε να επιβιώσει είτε γιατί απλά έψαχνε από κάπου ελπίδα. Και, ακολουθώντας τους, ταξιδεύουμε στα μέρη τους για να κατανοήσουμε τη γέννησή τους, αλλά και το πώς κατάφεραν να επιβιώσουν μέχρι σήμερα.
Ένας θρύλος δεν χρειάζεται να είναι αληθινός για να κουβαλά μια αλήθεια. Μπορεί να μην υπήρξαν ποτέ πειρατικά καράβια που μαρμάρωσαν μπροστά στον Μαραθιά, όμως υπήρξαν άνθρωποι που φοβήθηκαν πραγματικά τα πειρατικά καράβια. Υπήρξαν νύχτες που κάποιος φρουρός κοίταξε τον ορίζοντα και είδε πανιά εκεί όπου οι άλλοι έβλεπαν μονάχα σκοτάδι. Υπήρξαν γυναίκες και παιδιά που έτρεξαν προς την προστασία μιας εκκλησίας, άνθρωποι που γονάτισαν μπροστά στον Άγιο Γεώργιο και ζήτησαν να σώσει το χωριό τους. Κι ύστερα, όταν ο κίνδυνος πέρασε, έπρεπε κάπως να εξηγηθεί το γεγονός ότι οι άνθρωποι σώθηκαν. Κι έτσι γεννήθηκε η ιστορία. Ο Άγιος άκουσε. Τα πλοία κάηκαν. Οι πειρατές μαρμάρωσαν. Και η βραχονησίδα έμεινε εκεί, πέτρινος φρουρός του θρύλου και αιώνια υπενθύμιση των θαλάσσιων τρόμων που κάποτε αντιμετώπισε αυτός ο τόπος.
«Λοιπόν;» με ξαναρώτησε ο Τόλης. «Κολυμπάμε ως εκεί;»
«Τρελάθηκες; Να ‘χει ξεμείνει λίγο από το θαύμα και να μαρμαρώσουμε με το που φτάσουμε;»
Γελάσαμε και οι δύο, μα καθώς επιστρέφαμε προς την ακτή, έστρεψα ξανά το βλέμμα μου προς τα πίσω. Το φως είχε αλλάξει χρώμα. Ο ήλιος χαμήλωνε, το τοπίο είχε αρχίσει να σκοτεινιάζει και η φαντασία μου άρχισε να ζωντανεύει τον βράχο, να του δίνει πλώρη, πρύμνη και πανιά και για μια στιγμή μου φάνηκε σαν να κινήθηκε προς το μέρος μας. Παράξενα παιχνίδια ενός αλαφροΐσκιωτου μυαλού ή μια ανάμνηση που ζωντανεύει στο καθρέφτισμα της θάλασσας…; Αυτό είναι το χάρισμα της παράδοσης, να παίρνει έναν βράχο και να τον κάνει καράβι, μια βραχονησίδα και να την κάνει τιμωρία, μια εκκλησία και να την κάνει καταφύγιο, έναν άνεμο και να τον κάνει στοιχειό. Κι ύστερα να αφήνει την ιστορία να ταξιδεύει από στόμα σε στόμα στο πέρασμα του χρόνου, ώσπου τα πραγματικά γεγονότα να ξεθωριάσουν και να μείνει μόνο εκείνο που έχει μεγαλύτερη δύναμη: η εικόνα.
Κι εκεί, στον Μαραθιά, στο απέραντο γαλάζιο, όταν σηκωθεί εκείνος ο αλμυρός άνεμος -που σύμφωνα με τους παλιούς, δεν είναι άνεμος αλλά η ανάσα των στοιχειών- και φυσήξει δυνατά από τον Κάβο Μαλέα, τότε και η θάλασσα θα σηκώσει εκείνα τα απότομα, σκοτεινά κύματα που κάνουν ακόμη και τον έμπειρο ναυτικό να κοιτάζει δύο φορές τον ορίζοντα και, ίσως, καταφέρουν κάποτε να ξυπνήσουν και τα μαρμαρωμένα καράβια που κοιμούνται μέσα στις βραχονησίδες…
Ό,τι διαβάσατε εδώ ίσως να είναι απλώς μια ιστορία.
Ίσως πάλι… ένα ακόμη Λακε-Δαιμονικό.
| Από την εβδομαδιαία έντυπη έκδοση «Λακωνικός Τύπος Plus+»
> Κυκλοφορεί κάθε Δευτέρα στα περίπτερα και στην πόρτα σας.




