Από τη Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ το 2024 καθιερώθηκε η 25η Μαΐου κάθε χρόνου ως η Παγκόσμια Ημέρα Ποδοσφαίρου (World Football Day). Είχαν περάσει 100 χρόνια από το πρώτο διεθνές ποδοσφαιρικό τουρνουά στην ιστορία, το οποίο διεξήχθη στις 25 Μαΐου 1924, στο πλαίσιο των Θερινών Ολυμπιακών Αγώνων στο Παρίσι.
Οι, για διαφόρους λόγους, υποστηρικτές του ποδοσφαίρου προτάσσουν τη μεταμορφωτική του δύναμη ισχυριζόμενοι ότι, εκτός από την ψυχαγωγική του διάσταση, είναι μια παγκόσμια γλώσσα, υπερβαίνει τα εθνικά, πολιτισμικά και κοινωνικοοικονομικά σύνορα και ενισχύει την εθνική υπερηφάνεια. Ότι οικοδομεί την ενότητα διαφορετικών κοινοτήτων, ότι είναι εργαλείο προαγωγής της υγείας και της ευημερίας, ότι προωθεί την ισότητα των φύλων, ότι αναπτύσσει την αμοιβαία κατανόηση, τον σεβασμό και την αλληλεγγύη μεταξύ των ανθρώπων με διαφορετικές καταβολές κ.λπ.
Παρατηρώντας όμως συστηματικά και προσεκτικά τα τεκταινόμενα στα γήπεδα, τις αντικανονικές ενέργειες και τα ανάποδα σφυρίγματα, αλλά και όσα συμβαίνουν έξω απ’ αυτά, όπως δοσοληψίες, ορατοί και αόρατοι χρηματισμοί κ.ά. προβληματίζεσαι, αρχίζεις ν’ αμφισβητείς τα περί ευγενούς άμιλλας και πραγματικού αγώνα. Τότε συνειδητοποιείς ότι το ποδόσφαιρο είναι έκφραση κοινωνιών, όπου ομάδες τους έχουν εξαπολύσει τα μισθοφορικά στρατιωτάκια τους προκειμένου να κατατροπώσει η μία την άλλη. Είναι το χρηματιστήριο και ο ιππόδρομος των οικονομικών παραγόντων του πονταρίσματος και του τζόγου σε κινούμενα σχέδια με ανθρώπινη μορφή. Είναι η εκμετάλλευση της προσπάθειας εμφάνισης του υγιούς ανταγωνισμού στην αρένα της εξευγενισμένης ταυρομαχίας.
Τα μεγάλα οικονομικά συμφέροντα, η διαπλοκή και η διαφθορά έχουν βρει πλήρη έκφραση στον χώρο του ποδοσφαίρου. Τα χρήματα που ανακυκλώνονται είναι πολλά, οι τρόποι διακίνησης αδιαφανείς και δύσκολα ελέγχονται. Οι ιδιοκτήτες των ομάδων, μη ελεγχόμενοι και ασύδοτοι, έχουν καταργήσει στην πράξη τις αποφάσεις και τους νόμους της πολιτείας και εφαρμόζουν τους δικούς τους κατά περίπτωση. Με αιχμή του δόρατος τους οπαδικούς στρατούς αλωνίζουν ελεύθερα και δρουν ανενόχλητοι. Με εμπλοκή τους σε συστήματα στοιχημάτων, στημένων αγώνων, εκβιασμούς διαιτητών προκαθορίζουν τα αποτελέσματα των αγώνων μέσω των οποίων έχουν οικονομικά και όχι μόνο οφέλη. Εκμεταλλεύονται την επιφάνεια και την κοινωνική τους ανάδειξη που προκύπτει μέσω των ομάδων, προσεταιρίζονται εξουσίες της πολιτείας, ώστε να εξακολουθήσουν και από εκεί να προάγουν το έργο που έχουν μάθει και γνωρίζουν πολύ καλά. Έτσι, αποκτούν παραπάνω δύναμη και ασυλία, ώστε απερίσπαστοι να συνεχίζουν τα «δημιουργικά» τους καθήκοντα, τις κρυφές και πονηρές επιδιώξεις τους. Οι μεταξύ τους αναφορές και προσωπικές επιθέσεις, υβριστικές και χυδαίες πολλές φορές, φανερώνουν το βαθμό ηγεμονισμού που συντηρούν και επιδιώκουν να επιβάλουν. Είναι οι καραγκιόζηδες των ημερήσιων σκιών στις οθόνες των ευτελών σκηνικών της φθοράς, της σήψης και της γελοιοποίησης. Ακόμη και οι επικεφαλής του παγκόσμιου ποδοσφαίρου εγκαλούνται για παράνομες πρακτικές και χρηματισμό.
Τα ποδοσφαιρικά γήπεδα έχουν καθιερωθεί ως χώροι ξεσπάσματος και κοινωνικής εκτόνωσης. Έχουν διαμορφωθεί οι συνθήκες για να διοχετευθεί και να διαχυθεί η ένταση, το πάθος, η τραχύτητα. Η δύσκολη καθημερινότητα θα μπερδευτεί με τις κραυγές και την απογοήτευση ή τα πανηγύρια και την ικανοποίηση και θα ξεχαστεί. Η κοινωνική ή προσωπική καταπίεση και τα συσσωρευμένα άγχη του ματαιωμένου ανθρώπου βρίσκουν στο γήπεδο μία διέξοδο. Το επίτευγμα αυτό της πολιτείας είναι ανώτερο στάδιο χειραφέτησης, καθοδήγησης και ψυχολογικής εξάρτησης. Έτσι, οι αγώνες γεμίζουν από ακραία συναισθηματικά φορτία, με τους οπαδούς και τους φιλάθλους να εκφράζονται με επιθετικότητα και φανατισμό και να εκδηλώνονται πολλές φορές με παραβατικές φασιστικές συμπεριφορές, ακόμη και σωματικής βίας.
Το κράτημα από το χέρι των μικρών παιδιών από τους παίκτες όταν μπαίνουν στο γήπεδο είναι η κορύφωση της γαλούχησης και η στροφή της προσοχής και του ενδιαφέροντος προς την ουτοπία και την παραπλάνηση. Η καθοδήγηση αυτή είναι εγκληματική συμπεριφορά πολιτείας - κοινωνίας απέναντι στην τόσο μικρή ηλικία που βλέπει, εμπεδώνει, αντιγράφει, μιμείται. Αποδιοργανώνει, αποπροσανατολίζει και εκτρέπει από τον κεντρικό στόχο και το μοναδικό δρόμο που είναι η μελέτη, η μόρφωση, η παιδεία και ο μετέπειτα σκληρός αγώνας για την επιβίωση, την ανάπτυξη, τη ζωή.
Τελικά, μήπως χρειάζεται η επανατοποθέτηση των αρχών και των αξιών; Μήπως το επίπεδο της διανόησης είναι χαμηλό; Μήπως το ποτάμι της απαξίωσης, της φθοράς και της σήψης έχει πλημμυρίσει τα πάντα; Πόσα παιδιά έχουν παρασυρθεί από την μπάλα παραμελώντας τα μαθήματά τους για να πλησιάσουν τα ποδοσφαιρικά τους ινδάλματα; Πόσο ωφέλιμοι και αποδοτικοί θα ήταν αγώνες πρωταθλήματος γνώσεων, τεχνών και πολιτισμού. Εκεί όπου δεν έχουν θέση οι παράγκες, οι χουλιγκανισμοί και οι μίζες.
Ακόμη και η λεγόμενη εθνική ομάδα ποδοσφαίρου δεν μπορεί να ταυτίζεται με το κράτος από το οποίο προέρχεται, γιατί η νίκη ή η ήττα της δεν έχει καμιά σχέση με το γενικότερο επίπεδο και την ποιότητα του πολιτισμού της χώρας και, πολύ περισσότερο, με το σύμβολο του έθνους.
Ο αθλητισμός πραγματικά διαθέτει μια μοναδική ικανότητα να ενώνει τους ανθρώπους, ανεξαρτήτως ταυτότητας, εθνικότητας ή ικανοτήτων, αλλά τι σχέση έχει το ποδόσφαιρο με το «Ευ Αγωνίζεσθαι» (Fair Play), που είναι η αρχαιοελληνική έννοια του ευγενούς αγώνα, που αποτελεί στάση ζωής, δίνοντας έμφαση στην ηθική νίκη και όχι μόνο στο αποτέλεσμα;
«Το ποδόσφαιρο είναι δημοφιλές, γιατί η βλακεία είναι δημοφιλής»
Χόρχε Λουίς Μπόρχες




