Λακε-Δαιμονικά: Στο μεταίχμιο των ονείρων καραδοκεί η «αγκαλιά» της Μόρας

Λαογραφικά οδοιπορικά της Λακωνίας

Παρασκευή, 29 Μάιος 2026 16:28 | | E-MAIL ΕΚΤΥΠΩΣΗ
Λακε-Δαιμονικά: Στο μεταίχμιο των ονείρων καραδοκεί η «αγκαλιά» της Μόρας

Η νύχτα στα χωριά του Ταΰγετου πέφτει διαφορετικά απ’ ό,τι στις πόλεις. Μοιάζει να καταπίνει αργά το τοπίο, να σβήνει τις αποστάσεις και να αφήνει μόνο ήχους: νερά που κατεβαίνουν μέσα από τις ρεματιές, ξύλα που τρίζουν από την υγρασία, τον αέρα που περνά μέσα από τις καστανιές σαν ανάσα κάποιας αόρατης οντότητας. Μετά το περπάτημα στα μονοπάτια γύρω από την Αγόριανη και τις ιστορίες για το σμερδάκι που ακόμη επιμένουν στα στόματα των ντόπιων, βρέθηκα να διανυκτερεύω σ’ ένα από αυτά τα παλιά, πέτρινα σπίτια που μοιάζουν να τα ξέχασε ο χρόνος ή να τον έχουν απλά απορροφήσει μέσα τους, χτισμένο σχεδόν στην άκρη του βουνού. Με χαμηλά δοκάρια, ξύλινες πόρτες και παντζούρια που τη νύχτα κοιτούν προς το πιο πυκνό σκοτάδι του κόσμου.

Η φωτιά στο τζάκι είχε σχεδόν σβήσει όταν άρχισε η κουβέντα για τη Μόρα. Ούτε που καταλάβαμε πώς πήγε η συζήτηση προς τα κει. Από τα χαμηλωμένα βλέμματα και τη ψιθυριστή φωνή, κατάλαβα πως εδώ η Μόρα δεν αντιμετωπίζεται ως παραμύθι. Ακόμη και σήμερα υπάρχουν άνθρωποι που θα σου πουν χαμηλόφωνα πως την ένιωσαν. Πως ξύπνησαν μέσα στη νύχτα ανήμποροι να κινηθούν, με το στήθος τους να συνθλίβεται κάτω από ένα αόρατο βάρος και μια παρουσία γυναικεία, σκοτεινή και οργισμένη, να στέκεται από πάνω τους σαν κάτι που είχε εισβάλει από ένα άλλον, αλλόκοσμο τόπο. Κι όσο περισσότερο άκουγα, τόσο περισσότερο καταλάβαινα πως η Μόρα είναι από εκείνους τους φόβους που γεννήθηκαν από την προδοσία του ανθρώπου από το ίδιο του το σώμα.  

Στη λαϊκή παράδοση της Αγόριανης, όπως και σε πολλές περιοχές της ελληνικής υπαίθρου, η Μόρα εμφανίζεται κυρίως τη στιγμή του ύπνου. Όχι όταν κάποιος κοιμάται βαθιά και αμέριμνα, αλλά στις σκοτεινές μεταβάσεις ανάμεσα στον ύπνο και το ξύπνημα, εκεί όπου η συνείδηση επιστρέφει πριν επιστρέψει το σώμα. Το θύμα αισθάνεται πως κάτι κάθεται πάνω στο στήθος του και το πιέζει με αφύσικο βάρος. Η αναπνοή κόβεται, τα άκρα παραλύουν, η φωνή χάνεται. Κι εκείνη ακριβώς τη στιγμή, όταν ο πανικός αρχίζει να απλώνεται μέσα στο σώμα σαν δηλητήριο, εμφανίζεται η μορφή της. Άλλοτε αχνή, άλλοτε καθαρή σαν πραγματικό πρόσωπο μέσα στο δωμάτιο. Μια γυναίκα σκοτεινή, μαλλιαρή, άγρια, με πρόσωπο που δεν περιγράφεται ποτέ με ακρίβεια γιατί ίσως ακριβώς η ασάφειά του είναι αυτό που την κάνει πιο τρομακτική.

Οι παλιοί δεν χρησιμοποιούσαν όρους όπως «υπνική παράλυση», πολύ απλά γιατί δεν είχαν την ανάγκη να εξηγήσουν το φαινόμενο βιολογικά για να το θεωρήσουν αληθινό. Η εμπειρία και μόνο αρκούσε και η εμπειρία έλεγε πως τη νύχτα κάτι μπορούσε πράγματι να εισβάλει στο δωμάτιο και να σταθεί πάνω από τον κοιμισμένο, σαν αρπακτικό. Σήμερα, γνωρίζουμε πως η υπνική παράλυση είναι μια κατάσταση κατά την οποία ο εγκέφαλος ξυπνά πριν «ξεκλειδώσει» πλήρως το σώμα από την ακινησία του ύπνου REM. Το άτομο έχει επίγνωση του χώρου, αλλά αδυνατεί να κινηθεί, να μιλήσει ή ν’ αντιδράσει. Συχνά συνοδεύεται από έντονες οπτικές ή ακουστικές ψευδαισθήσεις και από την αίσθηση πως κάποια παρουσία βρίσκεται μέσα στο δωμάτιο. Όμως το γεγονός ότι σήμερα μπορούμε να περιγράψουμε επιστημονικά το φαινόμενο δεν αφαιρεί τίποτα από τη δύναμη του θρύλου. Αντιθέτως, ίσως αποκαλύπτει πόσο βαθιά συνδέεται η λαϊκή φαντασία με τους αρχέγονους φόβους της ανθρώπινης ύπαρξης.

Η μορφή της Μόρας εμφανίζεται σε δεκάδες παραλλαγές σε όλη την Ελλάδα, όμως στην Αγόριανη διατηρεί ακόμη εκείνη την ωμή ποιότητα των ορεινών δοξασιών. Δεν είναι αφηρημένο κακό, είναι σχεδόν φυσική παρουσία. Κάποιοι τη συνδέουν με τη Λάμια ή τη Μορμώ της αρχαιότητας, εκείνες τις γυναικείες δαιμονικές μορφές που περιφέρονταν μέσα στη νύχτα και απειλούσαν βρέφη και κοιμισμένους ανθρώπους. Ακόμη και η ίδια η λέξη «Μόρα» πιστεύεται πως προέρχεται από σλαβική ρίζα που σχετίζεται με τη νυχτερινή ερωμένη ή την πνιγηρή παρουσία του ύπνου. Και πράγματι, σε ολόκληρα τα Βαλκάνια επιβιώνουν συγγενικές μορφές: πλάσματα γυναικεία που κάθονται πάνω στο στήθος των ανθρώπων και τους κόβουν την ανάσα. Είναι σαν ο ίδιος φόβος να μετακινήθηκε από τόπο σε τόπο αλλάζοντας μόνο τ’ όνομά του.

Ο Νικόλαος Πολίτης διασώζει αφηγήσεις για τη Μόρα που μοιάζουν να βγαίνουν από τους πιο παλιούς, αγνούς εφιάλτες. Σε μία από αυτές παρουσιάζεται ως πανίσχυρη Λάμια που περιφέρεται μόνο τη νύχτα και πλακώνει όσους βρίσκει να κοιμούνται. Αν όμως κάποιος καταφέρει να της αρπάξει το φέσι, εκείνη γίνεται υποχείριό του και του προσφέρει πλούτη για να το πάρει πίσω. Σε άλλη εκδοχή, η Μόρα είναι μαλλιαρή και αποκρουστική, φέρνει ζάλη στους μεγάλους και πνίγει τα αβάπτιστα παιδιά. Οι μανάδες, λέει η παράδοση, προσπαθούσαν να της αρπάξουν τη σκούφια ώστε να προστατεύσουν το παιδί τους. Μα υπήρχε πάντα ένας όρος: ό,τι σου έδινε η Μόρα μπορούσε ανά πάσα στιγμή να μετατραπεί σε κάρβουνα αν της επέστρεφες αυτό που της ανήκε, σαν κάθε συναλλαγή με το υπερφυσικό να έκρυβε εξαρχής μέσα της την εξαπάτηση και την απώλεια.

Είναι εντυπωσιακό πόσο συχνά οι παλιοί θρύλοι συνδέουν τη νύχτα με το βάρος, ψυχικό αλλά κυριολεκτικά σωματικό. Και η Μόρα δεν είναι απλά παρουσία, είναι πλάκωμα. Πιέζει το στέρνο, κόβει την ανάσα, ακινητοποιεί. Και μέσα σε ένα παλιό σπίτι του Ταϋγέτου, με τη φωτιά να σβήνει αργά και το βουνό να βουίζει έξω από τα παράθυρα, αρχίζεις σχεδόν να καταλαβαίνεις πώς γεννήθηκαν τέτοιες αφηγήσεις. Γιατί η νύχτα εδώ δεν είναι ποτέ εντελώς σιωπηλή. Τα παραθυρόφυλλα τρίζουν συνεχώς από το κρύο και τον αέρα, οι σκιές μετακινούνται πάνω στους τοίχους από το παιχνίδισμα της φωτιάς στο τζάκι και κάθε μικρός ήχος αποκτά υπερβολική ένταση μέσα στην απομόνωση. Το σώμα χαλαρώνει, αλλά το μυαλό παραμένει άγρυπνο. Κι εκεί ακριβώς, στο μεταίχμιο ύπνου και εγρήγορσης βρίσκει ο φόβος τη χαραμάδα και τρυπώνει.

Οι Αγοριανίτες πίστευαν πως για να προστατευτεί κανείς από τη Μόρα έπρεπε να ψιθυρίζει προσευχές, να εκκλησιάζεται συχνά και να κρατά το σπίτι «καθαρό» από ακάθαρτες παρουσίες. Άλλοι κοιμούνταν μ’ έναν σταυρό κάτω από το μαξιλάρι ή άφηναν αναμμένο καντήλι όλη τη νύχτα. Όμως η αλήθεια είναι πως τίποτε από αυτά δεν εγγυόταν απόλυτη προστασία, γιατί η Μόρα μπορεί να ήταν μια δαιμονική ύπαρξη αλλά ήταν και μια αναπόφευκτη υπενθύμιση της ανθρώπινης αδυναμίας, της στιγμής όπου ο άνθρωπος παύει να ελέγχει ακόμη και το ίδιο του το σώμα.

Κάποια στιγμή μέσα στη νύχτα ξύπνησα απότομα. Το δωμάτιο δεν ήταν απόλυτα σκοτεινό, λίγη πορτοκαλί λάμψη ανάβλυζε ακόμη από τα τελευταία κάρβουνα του τζακιού. Για μερικά δευτερόλεπτα δεν κατάλαβα τι με είχε ξυπνήσει. Έξω φυσούσε δυνατά και ο αέρας περνούσε μέσα από τις χαραμάδες του παλιού σπιτιού με ήχο που έμοιαζε σχεδόν… ανθρώπινος. Σχεδόν. Έμεινα ακίνητη, ακούγοντας την ανάσα μου και τα παντζούρια να τρίζουν μέσα στη νύχτα από το πέρασμα του ανέμου, και τότε, μέσα στη ζάλη της νύστας, έκανα μια παράξενο σκέψη: σε τέτοιους τόπους αυτό που φοβάσαι είναι αυτό που γεννά η φαντασία σου όταν όλες οι αισθήσεις σου αρχίζουν να εγκαταλείπουν τη λογική.

Η Μόρα δεν ανήκει αποκλειστικά στον κόσμο του φανταστικού και γι’ αυτό επιβιώνει ακόμη τόσο έντονα στις συλλογικές πεποιθήσεις της υπαίθρου. Παραμονεύει στο σύνορο όπου το σώμα κοιμάται αλλά ο νους παραμένει εγκλωβισμένος και ακόμα ξύπνιος, ώστε να βλέπει τον φόβο να παίρνει μορφή. Στον Ταΰγετο, όταν η νύχτα βαραίνει και το σκοτάδι καταπίνει αργά το βουνό, αυτό το σύνορο σβήνει…

Ό,τι διαβάσατε εδώ ίσως να είναι απλώς μια ιστορία.

Ίσως πάλι… ένα ακόμη Λακε-Δαιμονικό.

| Από την εβδομαδιαία έντυπη έκδοση «Λακωνικός Τύπος Plus+»

> Κυκλοφορεί κάθε Δευτέρα στα περίπτερα και στην πόρτα σας.

ΔΕΙΤΕ ΤΑ ΟΛΑ ΣΤΗΝ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ ΑΡΘΡΑ
Ανδρέας Πετρουλάκης
Το κλίκ της ημέρας
Ανδρέας Πετρουλάκης

Πρόσφατα Νέα