Του Νεοκλή Κρητικού, Δρ. Ιατρού Χειρουργού, Βουλευτή Λακωνίας
Όταν γίνεται αναφορά στον πόλεμο του 1940, η σκέψη στρέφεται μοιραία στους στρατιώτες που πολέμησαν στα βουνά της Ηπείρου και της Αλβανίας. Είναι εξίσου σημαντικό, όμως, να στραφεί το βλέμμα και στους ανθρώπους που στάθηκαν δίπλα τους την ώρα του τραυματισμού και της οδύνης: στους γιατρούς, στους νοσηλευτές και στους τραυματιοφορείς.
Η αποστολή τους ήταν να κρατήσουν ζωντανό τον άνθρωπο μέσα στον πόλεμο. Να περιποιηθούν το τραύμα, να ανακουφίσουν τον πόνο, να δώσουν στον πληγωμένο στρατιώτη την ελπίδα ότι θα επιστρέψει σπίτι του. Αποτελεί κοινή παραδοχή πως η πετυχημένη δράση των υγειονομικών υπηρεσιών του Στρατού βασίστηκε κατά κύριο λόγο στην αυτοθυσία αυτών των ανθρώπων.
Η προετοιμασία των υγειονομικών υπηρεσιών ξεκίνησε με σοβαρές ελλείψεις: το προσωπικό ήταν ανεπαρκές, τα 4/5 των διαθέσιμων επιδέσμων ακατάλληλα, 50 από τα 350 υγειονομικά οχήματα εκτός χρήσης, ενώ έλειπαν τα στρατιωτικά χειρουργεία.
Για την αντιμετώπιση αυτών των αναγκών, την τετραετία 1936-1940 διατέθηκαν 100 εκ. δραχμές για υγειονομικό υλικό και άλλα 22 εκ. για σκηνές. Αγοράστηκαν, μεταξύ άλλων, 490.000 επίδεσμοι, 5.100 κλίνες εκστρατείας, 3.000 φορεία, χειρουργικά εργαλεία και φάρμακα.
Παράλληλα, συγκροτήθηκαν 46 υπαίθρια χειρουργεία εκστρατείας, οργανώθηκαν τμήματα τραυματιοφορέων και δημιουργήθηκε μονάδα παραγωγής ορών και εμβολίων. Έτσι, η έναρξη του πολέμου βρήκε το Υγειονομικό σημαντικά ενισχυμένο, χωρίς όμως να έχουν καλυφθεί πλήρως οι ανάγκες του.
Η προπολεμική ενίσχυση του Υγειονομικού, ωστόσο, αποδείχθηκε σωτήρια. Παρά τις ελλείψεις, μέσα στις πρώτες 15 ημέρες της επιστράτευσης, αναπτύχθηκαν 30.000 νοσοκομειακές κλίνες κοντά στο μέτωπο και στα μετόπισθεν. Πίσω από αυτούς τους αριθμούς, βρίσκονταν άνθρωποι που έπρεπε να πάρουν δύσκολες αποφάσεις. Κάθε τραυματίας ήταν μια ξεχωριστή ευθύνη. Κάθε επέμβαση, μια προσπάθεια να κερδηθεί χρόνος απέναντι στον θάνατο.
Στα ορεινά χειρουργεία, οι υγειονομικοί εργάζονταν μέσα στο ψύχος, με περιορισμένα μέσα και υπό την απειλή βομβαρδισμών. Η μεταφορά των τραυματιών γινόταν με φορεία, ζώα και οχήματα, μέσα από δύσβατα μονοπάτια. Μπορούσε να διαρκέσει ακόμη και 15 ώρες. Γίνεται εύκολα αντιληπτό τι σήμαινε αυτή η διαδρομή για έναν βαριά τραυματισμένο άνθρωπο. Και τι δύναμη απαιτούσε από εκείνους που τον μετέφεραν, γνωρίζοντας ότι η ζωή του εξαρτιόταν από την αντοχή τους.
Τον χειμώνα του 1940-1941, τα κρυοπαγήματα πρόσθεσαν χιλιάδες περιστατικά στις ανάγκες περίθαλψης. Στις βαρύτερες περιπτώσεις, η νέκρωση και η γάγγραινα οδηγούσαν σε ακρωτηριασμούς. Για τον στρατιώτη, η σωτηρία μπορούσε να συνοδεύεται από μια απώλεια που θα τον ακολουθούσε σε όλη του τη ζωή. Για τον γιατρό, η απόφαση αυτή αποτελούσε ένα βαρύ ανθρώπινο και επαγγελματικό καθήκον. Η ιστορική μνήμη οφείλει να χωρά και αυτήν την πλευρά του πολέμου.
Στον αγώνα συνέβαλαν εθελοντές γιατροί, σχεδόν 3.000 νοσοκόμες του Ερυθρού Σταυρού και κάτοικοι της Ηπείρου. Η περίθαλψη επεκτάθηκε και σε Ιταλούς τραυματίες. Αυτή η προσφορά υπογραμμίζει την ουσία της ιατρικής: μπροστά στον άνθρωπο που υποφέρει, το καθήκον είναι η φροντίδα.
Μια προσφορά, το μέγεθος της οποίας αποτυπώνεται και στους αριθμούς. Οι υγειονομικές υπηρεσίες του Ελληνικού Στρατού περιέθαλψαν συνολικά 62.663 τραυματίες, αξιωματικούς και οπλίτες. Από αυτούς, 39.912 νοσηλεύτηκαν στο Νοσηλευτικό Κέντρο Ιωαννίνων. Περισσότεροι από 10.000 τραυματίες μεταφέρθηκαν με πλωτά μέσα προς τα νοσοκομεία της χώρας. Παράλληλα, η προστασία της υγείας των στρατιωτών περιελάμβανε την απολύμανση του πόσιμου νερού, την καταπολέμηση των ψειρών και την παραγωγή αντιτετανικών και αντιτυφοειδών σκευασμάτων.
Δεν πρέπει να παραλειφθούν οι απώλειες των γιατρών: 23 νεκροί γιατροί, 16 από τους οποίους ήταν έφεδροι. Στον γερμανικό βομβαρδισμό του 2ου Στρατιωτικού Νοσοκομείου Ιωαννίνων το Πάσχα, στις 20 Απριλίου 1941, σκοτώθηκαν, μεταξύ άλλων, ο διευθυντής του, Γεώργιος Μαρκάκης, ο καθηγητής Χειρουργικής Ξενοφών Κοντιάδης και έξι νοσοκόμες.
Όλα τα παραπάνω στατιστικά στοιχεία καταδεικνύουν πως πίσω από κάθε αριθμό υπήρχε ένας άνθρωπος. Και πίσω από κάθε προσπάθεια διάσωσης, η γνώση, η επιμονή και η αυτοθυσία εκείνων που υπηρετούσαν τη ζωή. Τιμώντας τους υγειονομικούς του 1940, τιμάται η γνώση που έγινε προσφορά, η ευθύνη που έγινε θάρρος και η συμπόνια που έγινε πράξη. Επιβάλλεται να διατηρηθεί άσβεστη στη μνήμη η εικόνα του γιατρού δίπλα στο χειρουργικό τραπέζι, της νοσοκόμας δίπλα στο κρεβάτι και του τραυματιοφορέα στο παγωμένο μονοπάτι. Στα χέρια τους στηρίχθηκαν ανθρώπινες ζωές και οι ελπίδες ολόκληρων οικογενειών.
* Η εισήγηση πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο της εκδήλωσης με τίτλο «Οι Λάκωνες στο Έπος του 1940: Οι Ανάπηροι Πολέμου» που διοργάνωσε ο Σύλλογος Ιστορικής Αναβίωσης Σπάρτης στις 17/10.
| Από την εβδομαδιαία έντυπη έκδοση «Λακωνικός Τύπος Plus+»
> Κυκλοφορεί κάθε Δευτέρα στα περίπτερα και στην πόρτα σας.




