Να μπει κανείς ή να μη μπει;

Πέμπτη, 05 Νοέμβριος 2026 10:47 | E-MAIL ΕΚΤΥΠΩΣΗ
Να μπει κανείς ή να μη μπει;

της Νατάσας Μιχαηλίδου*

«To be or not to be, that is the question», Ουίλλιαμ Σαίξπηρ

«Να ζει κανείς ή να μη ζει, ιδού η απορία», μετάφραση Δημητρίου Βικέλα

Πόσες φορές μια ταινία, ένα βιβλίο, μια παράσταση δε στάθηκε η αφορμή να χαραχτεί κάτι μέσα μας, να ταραχτούν τα λιμνάζοντα νερά της ψυχής μας, να θυμηθούμε υποσχέσεις στον εαυτό μας και συναισθήματα δυνατά, που ξεχνάμε ή αποκοιμίζουμε καθημερινά.

Το τελευταίο διάστημα παρουσιάζεται από τον θίασό μας «Τα παραμύθια του Καραγκιόζη» η κλασική κωμωδία του νεοελληνικού θεάτρου σκιών «Ο Καραγκιόζης και το πιθάρι». Ήρωες του μπερντέ, ερωτευμένοι όλοι με τη νεαρή, πλούσια και όμορφη Βεζυροπούλα δέχονται να μπουν σε ένα πιθάρι, να κρυφτούν, για να μην τη χάσουν. Με μια ψεύτικη υπόσχεση, ο ένας μετά τον άλλον κλείνονται μέσα σε αυτήν τη «στενή», οικειοθελώς, μαζί με άλλους διεκδικητές της καρδιάς της.

Παίζοντας με το πασίγνωστο ερώτημα του Σαίξπηρ, βαλμένο στο στόμα του τραγικού ήρωά του Άμλετ – to be or not to be – αναρωτιόμαστε καραγκιοζίστικα «να μπει κανείς στο πιθάρι ή να μη μπει»;

Πώς να είναι μέσα σ’ αυτήν τη «στενή»; Βέβαια, μέσα στο πιθάρι υπάρχει, βρε αδερφέ, μια σιγουριά. Υπάρχει περιορισμένος χώρος για κινήσεις και αυτονομία – άρα και για νέες ιδέες, πρωτοβουλίες και στραβοτιμονιές. Υπάρχει μια τυφλή υπακοή στην κάθε Βεζυροπούλα, στην οποία μπορούμε εύκολα να ρίξουμε την ευθύνη για κάθε πιθανή αστοχία. Υπάρχει επίσης αντήχηση, που μπορεί να κάνει τη φωνή μας να ακούγεται πιο δυνατή απ’ ό,τι είναι στην πραγματικότητα.

Μα ας σκεφτούμε λίγο και τι χάνεις, τι παθαίνεις, αν μπεις μες στο πιθάρι. Χάνεις την ευκαιρία να βλέπεις έξω όλα τα καλά μα και τα στραβά του κόσμου και τα δικά σου, το φως κι ό,τι φωτίζει, να γυρνάς και να μαθαίνεις, να κοιτάς κατάματα το αντικείμενο του πόθου σου και να προσπαθείς συνεχώς να βελτιώνεσαι, για να το αξίζεις.

Να νιώθεις τον έρωτα, να σε ορίζει –σώμα και ψυχή– κι εσύ να προσπαθείς να ορίζεις ό,τι απομένει, έστω το πώς θα διαβείς σ’ αυτήν τη ζωή, στα λίγα χρόνια που σου έλαχαν να περάσεις ζωντανός σ’ αυτήν την κουκίδα στο σύμπαν.

Πόσο συχνά όμως ξεχνάμε, κουραζόμαστε, αφηνόμαστε στην ευκολία. Βάζουμε ακόμα κι οι ίδιοι μόνοι μας το μυαλό μας σ’ ένα πιθάρι. Κοιτάμε το μικρο-συμφέρον μας, νομίζουμε ότι υπηρετούμε τυφλά κι υπάκουα τον όποιο «έρωτά» μας ή τα πρέπει μας, ενώ ουσιαστικά βολευόμαστε στην αδράνεια.

Η αδράνεια όμως είναι το ακριβώς αντίθετο του έρωτα. Ο έρωτας κινητοποιεί σώμα και πνεύμα. Επιδρά στο στομάχι σου, στο μυαλό σου, σε κάνει να σκέφτεσαι συνέχεια το αντικείμενο του πόθου σου, ακόμα και χωρίς να το θες, σκέφτεσαι πώς να το ξαναδείς, προσπαθείς να ανακαλύψεις πτυχές του που δεν ξέρεις.

Όμως «στην πραγματικότητα ο άλλος είναι απλά ένα τέχνασμα που χρησιμοποιεί ο έρωτας για να φανερώσει στον ερωτευμένο έναν προηγουμένως άγνωστο εαυτό του. Ο έρωτας είναι μια εμπειρία αυτογνωσίας» (Ανν Κάρσον).

Θα κρυφτούμε λοιπόν στο πιθάρι ή όχι; Κι αν μπούμε, με μια απόφαση της στιγμής, θα κάτσουμε εκεί ήσυχα-ήσυχα, για όλη μας τη ζωή ή θα το σπάσουμε τελικά, σαν τον αγαπητό μπαρμπα-Γιώργο, που δρα ως από μηχανής θεός στην παράσταση;

Στη ζωή μας μοιάζουν όλα, οι θεσμοί αλλά ακόμα και διπλανοί μας άνθρωποι, σαν να προσπαθούν να μας βάλουν, από τη στιγμή που γεννιόμαστε σε διαφορετικά και διαδοχικά πιθάρια: στο πιθάρι της οικογένειας, του σχολείου, της κοινωνίας, της δουλειάς, της θρησκείας, στο πιθάρι των «πρέπει».

Πολλοί από μας απλά ακουμπάμε στα δροσερά τοιχώματα του πιθαριού και βολευόμαστε εκεί μέσα, θαρρώντας πως εκεί είναι όλος ο κόσμος – αφήνοντας έξω ή αποκοιμίζοντας ανησυχίες για τους άλλους έξω, όποιοι κι αν είναι αυτοί, άσπροι, μαύροι, κίτρινοι, πλούσιοι, φτωχοί, έξυπνοι, κουτοπόνηροι, εκμεταλλευτές, θύματα…

Ο κόσμος προχωρά, κουτσά-στραβά, κι εμείς μες στο πιθάρι μας. Και δεν είναι καν του Διογένη…

Ίσως όμως είναι καλό να θυμόμαστε ότι, στο τέλος της παράστασης, η έξοδος απ’ τη «στενή» του πιθαριού συνοδεύεται πάντα από ένα μπερντάκι ξύλο απ’ τον Δερβέναγα. Και μετά νομίζουμε ότι μόνο ο αναρχικός καμπούρης Καραγκιόζης τις τρώει. Τι γλιτώσαμε, λοιπόν;

Μια Βεζυροπούλα κι ένα πιθάρι καραδοκεί σε κάθε μας βήμα. Κι από πίσω κρύβεται πάντα ένας Δερβέναγας. Σφυρί για την απόδραση κανείς;

Αφιερωμένο στον Σίμωνα Α.

*Η Νατάσα Μιχαηλίδου είναι μουσειολόγος - ξεναγός (natassaguide.gr).

ΔΕΙΤΕ ΤΑ ΟΛΑ ΣΤΗΝ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ ΑΡΘΡΑ
Του Αντρέα Πετρουλάκη
Το κλίκ της ημέρας
Του Αντρέα Πετρουλάκη

Πρόσφατα Νέα