Λιγότερο ελαιόλαδο, περισσότερα έτοιμα γεύματα: Πώς άλλαξε το καλάθι των Ελλήνων

Τρίτη, 13 Οκτώβριος 2026 07:33 | E-MAIL ΕΚΤΥΠΩΣΗ
Λιγότερο ελαιόλαδο, περισσότερα έτοιμα γεύματα: Πώς άλλαξε το καλάθι των Ελλήνων

Σημαντικές αλλαγές στις αγορές τροφίμων και στην κατανομή του οικογενειακού προϋπολογισμού καταγράφονται στην Ελλάδα την τελευταία δεκαεπταετία. Τα νοικοκυριά αγοράζουν λιγότερο ελαιόλαδο, βόειο κρέας και ζάχαρη, στρέφονται περισσότερο στα πουλερικά, στα αυγά και στα έτοιμα γεύματα, ενώ η στέγαση απορροφά μεγαλύτερο μέρος των δαπανών τους.

Την εικόνα αποτυπώνει ανάλυση του Ινστιτούτου Έρευνας Λιανεμπορίου Καταναλωτικών Αγαθών (ΙΕΛΚΑ), με αφορμή την Ημέρα Διατροφής στις 16 Οκτωβρίου. Βασισμένη στα στοιχεία της Έρευνας Οικογενειακών Προϋπολογισμών της ΕΛΣΤΑΤ για την περίοδο 2008–2025, αναδεικνύει τις μετατοπίσεις στις καταναλωτικές επιλογές και στις οικονομικές επιβαρύνσεις των ελληνικών νοικοκυριών.

Τρόφιμα και στέγαση
στον οικογενειακό προϋπολογισμό
Η συνολική ετήσια δαπάνη των ελληνικών νοικοκυριών για είδη παντοπωλείου εκτιμάται σε 25,7 δισ. ευρώ, σε όλα τα σημεία πώλησης. Από αυτά, περίπου 18,1 δισ. ευρώ αφορούν τρόφιμα, 1 δισ. μη αλκοολούχα ποτά και 1,6 δισ. αλκοολούχα. Στο ίδιο καλάθι περιλαμβάνονται είδη οικιακής και προσωπικής φροντίδας, με δαπάνες περίπου 1,7 και 2,3 δισ. ευρώ αντίστοιχα.

Το 2025 η συνολική ετήσια καταναλωτική δαπάνη διαμορφώθηκε σε 9.216 ευρώ ανά άτομο, αυξημένη κατά 5,5% έναντι του 2024. Για τα είδη παντοπωλείου έφτασε τα 2.433 ευρώ, με μικρότερη αύξηση, κατά 3,9%. Ειδικότερα, η δαπάνη για τρόφιμα αυξήθηκε κατά 4,1%, για μη αλκοολούχα ποτά κατά 3,6% και για αλκοολούχα κατά 8,1%. Στα είδη οικιακής φροντίδας η αύξηση ήταν 8,7%, ενώ στην προσωπική φροντίδα καταγράφηκε μείωση 2,9%.

Μεγαλύτερες επιβαρύνσεις εμφανίζονται στη στέγαση, όπου η δαπάνη αυξήθηκε κατά 8,3%, και ιδιαίτερα στα ενοίκια, με άνοδο 14,4%. Η δαπάνη για εστίαση αυξήθηκε κατά 6,1%. Αντίθετα, η αύξηση στα είδη παντοπωλείου ήταν χαμηλότερη από την άνοδο των καθαρών αποδοχών στους δύο ενδεικτικούς τύπους νοικοκυριών που εξετάζει το ΙΕΛΚΑ: 7,3% για έναν άγαμο χωρίς παιδιά και 9,4% για ζευγάρι με δύο εργαζομένους και δύο παιδιά, με αποδοχές ίσες με τις μέσες.

Σε βάθος δεκαεπταετίας, η συνολική κατά κεφαλήν δαπάνη παραμένει περίπου 3% χαμηλότερη από το 2008, σε ονομαστικούς όρους. Από τα 9.518 ευρώ εκείνης της χρονιάς υποχώρησε στα 6.267 ευρώ το 2020 και στη συνέχεια ανέκαμψε. Ωστόσο, η δαπάνη για διατροφή και μη αλκοολούχα ποτά είναι περίπου 20% υψηλότερη από το 2008, για ενοίκια αυξημένη κατά 36%, ενώ για ηλεκτρισμό έχει υπερδιπλασιαστεί.

Τα τρόφιμα και τα μη αλκοολούχα ποτά απορροφούν το 20,4% της συνολικής δαπάνης, έναντι 16,4% το 2008 και 23,1% το 2020. Από το 2012, με εξαίρεση την πανδημία, το μερίδιό τους κινείται περίπου στο 20%–21%. Η στέγαση, αντίθετα, καταλαμβάνει πλέον το 14,7% του προϋπολογισμού, από 11,8% το 2008, ενώ η εστίαση φτάνει το 10,7%, ξεπερνώντας τα προ πανδημίας επίπεδα.

Οι νέες επιλογές στο διατροφικό καλάθι
Οι αγοραζόμενες ποσότητες δείχνουν ότι οι αλλαγές δεν έχουν ενιαία κατεύθυνση. Σε σύγκριση με το 2008, το ψωμί και τα είδη αρτοποιίας υποχωρούν κατά 12,3%, αλλά τα δημητριακά αυξάνονται κατά 32,3% και τα ζυμαρικά κατά 10,3%.

Στις ζωικές πρωτεΐνες καταγράφεται στροφή προς τα πουλερικά, οι αγορές των οποίων αυξήθηκαν κατά 31,9%, φτάνοντας τα 16,9 κιλά ανά άτομο ετησίως. Αντίθετα, μειώθηκαν οι ποσότητες βόειου κρέατος κατά 29,2%, αλλαντικών κατά 35,4%, ψαριών κατά 14,6% και θαλασσινών κατά 37,2%. Αλλαγές εμφανίζονται και στα γαλακτοκομικά. Το πλήρες νωπό γάλα υποχωρεί κατά 42,5% και το συντηρημένο κατά 60%, ενώ αυξάνονται το γάλα χαμηλών λιπαρών κατά 38% και το γιαούρτι κατά 31%. Στο καλάθι έχουν προστεθεί και φυτικά υποκατάστατα γάλακτος, ενώ οι αγορές αυγών αυξήθηκαν κατά 66,6%.

Ιδιαίτερα αισθητή είναι η μείωση του ελαιολάδου: οι αγοραζόμενες ποσότητες είναι χαμηλότερες κατά 34,8% έναντι του 2008 και κατά 40,2% έναντι του 2015. Σύμφωνα με την ανάλυση, η εξέλιξη πρέπει να εξετάζεται σε συνδυασμό με τις τιμές και τις καταναλωτικές συνήθειες, χωρίς να αποδίδεται αποκλειστικά σε έναν παράγοντα.

Στα οπωροκηπευτικά, τα φρούτα μειώνονται κατά 8,9%, ενώ τα λαχανικά παραμένουν σχεδόν σταθερά. Αύξηση παρουσιάζουν τα όσπρια κατά 23,5% και οι ξηροί καρποί κατά 11%, ενώ οι πατάτες υποχωρούν κατά 24,2%.

Οι αγορές ζάχαρης έχουν περιοριστεί κατά 53,5%, αλλά αυξάνονται το μέλι και οι μαρμελάδες κατά 68,9%, οι σοκολάτες κατά 9,3% και τα παγωτά κατά 20,2%. Εντυπωσιακή είναι η άνοδος των έτοιμων γευμάτων: από 0,24 κιλά ανά άτομο το 2015 έφτασαν τα 3,34 κιλά το 2025, αποτυπώνοντας τη στροφή προς γρήγορες και εύκολες λύσεις διατροφής.

Η θερμιδική αντιστοιχία των καταγεγραμμένων αγορών εκτιμάται σε 1.915 θερμίδες ημερησίως ανά άτομο, έναντι 2.210 το 2008, μειωμένη κατά 13,3%. Αυτό, όμως, δεν σημαίνει αντίστοιχη μείωση της πραγματικής πρόσληψης θερμίδων: τα στοιχεία αφορούν αγορές τροφίμων και δεν αποτυπώνουν πλήρως τη διατροφή εκτός σπιτιού, τη σπατάλη ή την κατανάλωση κάθε ατόμου.

Οι μεταβολές αυτές δείχνουν ότι το διατροφικό καλάθι αναδιαμορφώνεται, χωρίς να καταγράφεται γενικευμένη μείωση σε όλες τις κατηγορίες. Η υποχώρηση ορισμένων προϊόντων συνοδεύεται από αύξηση άλλων: λιγότερο βόειο κρέας αλλά περισσότερα πουλερικά, λιγότερο πλήρες γάλα αλλά περισσότερο γιαούρτι και γάλα χαμηλών λιπαρών. Οι επιλογές των νοικοκυριών αποτυπώνουν έτσι διαφορετικές τάσεις, που δεν μπορούν να εξηγηθούν αποκλειστικά από τις τιμές ή από τη στροφή προς μια συγκεκριμένη διατροφή.

Σύμφωνα με το ΙΕΛΚΑ, η χαμηλότερη θερμιδική αντιστοιχία των αγορών προκύπτει κυρίως από τη μείωση προϊόντων με σημαντική συνεισφορά σε θερμίδες, όπως το ψωμί και τα αρτοποιήματα, το ελαιόλαδο, η ζάχαρη, το τυρί και ορισμένες κατηγορίες κρέατος. Αντίθετα, αυξάνεται η συνεισφορά των πουλερικών, του γιαουρτιού, των αυγών και των έτοιμων γευμάτων. Ο δείκτης βοηθά επομένως στη σύγκριση του καλαθιού μέσα στον χρόνο, χωρίς να αποτελεί μέτρηση της πραγματικής διατροφής των Ελλήνων.

Παράλληλα, σύμφωνα με τα στοιχεία της Eurostat που παραθέτει το ΙΕΛΚΑ, το ποσοστό παχυσαρκίας στους ενηλίκους στην Ελλάδα ήταν 12,8% το 2025, έναντι 16,3% στην ΕΕ, το δεύτερο χαμηλότερο μετά την Ιταλία. Η ανάλυση διευκρινίζει ότι δεν τεκμηριώνεται άμεση αιτιώδης σχέση με τις αλλαγές στις αγορές τροφίμων. Η εκτίμηση των 25,7 δισ. ευρώ αφορά αποκλειστικά τα ελληνικά νοικοκυριά και δεν περιλαμβάνει τις πρόσθετες αγορές των ξένων επισκεπτών.

ΔΕΙΤΕ ΤΑ ΟΛΑ ΣΤΗΝ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ
Του Ανδρέα Πετρουλάκη
Το κλίκ της ημέρας
Του Ανδρέα Πετρουλάκη

Πρόσφατα Νέα