Η ελληνική οικονομία ανάμεσα στην ακρίβεια και τις αμερικανικές εξελίξεις

Σάββατο, 07 Νοέμβριος 2026 07:38 | E-MAIL ΕΚΤΥΠΩΣΗ
Η ελληνική οικονομία ανάμεσα στην ακρίβεια και τις αμερικανικές εξελίξεις

Η ακρίβεια περιορίζει την αγοραστική δύναμη, το ενεργειακό κόστος επιβαρύνει την παραγωγή και η ανάγκη ενίσχυσης των επενδύσεων γίνεται ολοένα πιο πιεστική. Με αυτά τα ανοιχτά μέτωπα, η ελληνική οικονομία βρίσκεται αντιμέτωπη και με τη διεθνή αβεβαιότητα, στην οποία προστίθενται οι πολιτικές ισορροπίες που διαμορφώνουν οι ενδιάμεσες εκλογές στις ΗΠΑ.

Η σημασία της αμερικανικής κάλπης για την Ελλάδα υπερβαίνει τις διακυμάνσεις της Wall Street. Η σύνθεση του Κογκρέσου επηρεάζει τα περιθώρια κινήσεων του Λευκού Οίκου, τις διαπραγματεύσεις για τον αμερικανικό προϋπολογισμό και το κλίμα στις διεθνείς αγορές. Οι επιδράσεις στην ελληνική οικονομία είναι κυρίως έμμεσες, μέσω των τιμών της ενέργειας, του κόστους χρηματοδότησης και των συνθηκών μέσα στις οποίες λαμβάνονται οι επενδυτικές αποφάσεις.

Ωστόσο, η αλλαγή των κοινοβουλευτικών συσχετισμών δεν εγγυάται στροφή στην αμερικανική πολιτική. Όπως επισημαίνει σε ανάλυσή του στον «Οικονομικό Ταχυδρόμο» ο Γιώργος Λαγαρίας, ο αυξημένος έλεγχος από το Κογκρέσο μπορεί να περιορίσει την ευελιξία της κυβέρνησης, χωρίς να μεταβάλει ριζικά την οικονομική και εξωτερική της στρατηγική.

Ενέργεια και ακρίβεια
δοκιμάζουν τα εισοδήματα
Το ενεργειακό κόστος παραμένει ο πιο άμεσος τρόπος με τον οποίο οι διεθνείς αναταράξεις φτάνουν στην καθημερινότητα των πολιτών. Οι εντάσεις στη Μέση Ανατολή επιβαρύνουν τις τιμές των ενεργειακών αγαθών, αυξάνουν τις δαπάνες παραγωγής και μεταφοράς και συντηρούν τις ανατιμήσεις στην αγορά.

Για τις επιχειρήσεις, αυτό μεταφράζεται σε υψηλότερο λειτουργικό κόστος. Για τα νοικοκυριά, σε μικρότερα περιθώρια κάλυψης των αναγκών τους, καθώς μέρος των αυξήσεων στους μισθούς απορροφάται από τις τιμές.

Την πίεση αυτή αποτυπώνουν οι προβλέψεις του ΙΟΒΕ, που τοποθετούν τον πληθωρισμό στο 4% για το 2026 και στο 3% για το 2027, με την ανάπτυξη να διαμορφώνεται αντίστοιχα στο 1,8% και στο 1,9%. Το Ίδρυμα συνδέει την εντονότερη άνοδο των τιμών με την ενέργεια και τη μεταφορά των επιβαρύνσεων στην υπόλοιπη παραγωγή.

Σε αυτό το πεδίο αποκτούν σημασία και οι χειρισμοί της Ουάσιγκτον απέναντι στις διεθνείς συγκρούσεις. Ενδεχόμενες αλλαγές θα μπορούσαν να επηρεάσουν το ενεργειακό περιβάλλον, χωρίς όμως να προεξοφλούν υποχώρηση των τιμών.

Η επιμονή της ακρίβειας δυσκολεύει παράλληλα τη διατήρηση της κατανάλωσης. Σύμφωνα με ανάλυση της Eurobank, το κυβερνητικό σενάριο στηρίζεται, μεταξύ άλλων, στην αποκλιμάκωση του πληθωρισμού, στις μισθολογικές αυξήσεις και στις φορολογικές ελαφρύνσεις. Αν οι ανατιμήσεις διαρκέσουν περισσότερο, η αναμενόμενη ενίσχυση της αγοραστικής δύναμης θα περιοριστεί.

Η πίεση αυτή έχει ευρύτερες συνέπειες στην αγορά. Όσο μεγαλύτερο μέρος του οικογενειακού προϋπολογισμού κατευθύνεται σε τρόφιμα, στέγαση και ενέργεια, τόσο λιγότερο εισόδημα απομένει για άλλες αγορές και υπηρεσίες. Η στενότητα των νοικοκυριών μεταφέρεται έτσι στον τζίρο των επιχειρήσεων, ιδιαίτερα των μικρότερων, που καλούνται να αντιμετωπίσουν ταυτόχρονα αυξημένες δαπάνες και περιορισμένη ζήτηση.

Η οικονομική πολιτική καλείται έτσι να ισορροπήσει ανάμεσα σε δύο ανάγκες: τη στήριξη του διαθέσιμου εισοδήματος και τη διατήρηση δημοσιονομικών περιθωρίων για την αντιμετώπιση νέων κρίσεων.

Χρηματοδότηση και επενδύσεις
σε αβέβαιο περιβάλλον
Ένα δεύτερο πεδίο επιρροής των αμερικανικών εξελίξεων είναι οι αγορές κεφαλαίου. Οι συσχετισμοί στο Κογκρέσο μπορούν να οξύνουν τις αντιπαραθέσεις για τον προϋπολογισμό και, σε επόμενο χρόνο, για το ανώτατο όριο του αμερικανικού χρέους.

Ο Γιώργος Λαγαρίας επισημαίνει ότι μια παρατεταμένη σύγκρουση γύρω από το χρέος θα μπορούσε να αυξήσει τα ασφάλιστρα κινδύνου και να προκαλέσει διεθνείς αναταράξεις. Διακρίνει, πάντως, αυτό το ενδεχόμενο από μια σύντομη αναστολή λειτουργίας ομοσπονδιακών υπηρεσιών, οι επιπτώσεις της οποίας συνήθως παραμένουν διαχειρίσιμες.

Για την Ελλάδα, ο κίνδυνος αφορά τις συνθήκες με τις οποίες το Δημόσιο και οι επιχειρήσεις αντλούν κεφάλαια. Ένα εκλογικό αποτέλεσμα δεν συνεπάγεται αυτόματη αύξηση του κόστους δανεισμού. Μπορεί, όμως, να αποτελέσει την αφετηρία πολιτικών αντιπαραθέσεων που ενισχύουν τη μεταβλητότητα και δυσκολεύουν τον οικονομικό σχεδιασμό.

Για τις επιχειρήσεις, η αβεβαιότητα μπορεί να αποδειχθεί επιβαρυντική ακόμη και πριν υπάρξει κάποια ουσιαστική μεταβολή στο κόστος χρηματοδότησης. Όταν οι εκτιμήσεις για τη ζήτηση, την ενέργεια και τους όρους του διεθνούς εμπορίου αλλάζουν διαρκώς, δυσκολεύουν οι αποφάσεις για επέκταση δραστηριοτήτων, αγορά εξοπλισμού και νέες προσλήψεις. Η αναβολή τέτοιων κινήσεων μπορεί με τη σειρά της να περιορίσει την αναπτυξιακή δυναμική.

Η αβεβαιότητα συμπίπτει με μια κρίσιμη μετάβαση για τη χώρα: τη διατήρηση της επενδυτικής δυναμικής μετά την ολοκλήρωση του Ταμείου Ανάκαμψης. Σύμφωνα με τη Eurobank, ο Προϋπολογισμός Δημοσίων Επενδύσεων, χωρίς τους πόρους του Ταμείου, προβλέπεται να αυξηθεί από 9,8 δισ. ευρώ το 2026 σε 11 δισ. ευρώ το 2027.

Ακόμη και εφόσον επιτευχθούν οι προβλέψεις, οι επενδύσεις εκτιμάται ότι θα διαμορφωθούν στο 18,6% του ΑΕΠ, παραμένοντας χαμηλότερα από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης. Την ίδια στιγμή, οι εισαγωγές αναμένεται να αυξηθούν ταχύτερα από τις εξαγωγές, αναδεικνύοντας την ανάγκη ενίσχυσης της εγχώριας παραγωγής.

Το ζητούμενο, επομένως, αφορά τόσο το ύψος όσο και την κατεύθυνση των επενδύσεων: κατά πόσο δημιουργούν παραγωγικές δυνατότητες, βελτιώνουν την παραγωγικότητα και διευρύνουν την παρουσία των ελληνικών επιχειρήσεων στις διεθνείς αγορές.

Κρίσιμη παράμετρος είναι και το πόσο ευρεία θα είναι η συμμετοχή των επιχειρήσεων σε αυτή την προσπάθεια. Η δυνατότητα των μικρομεσαίων μονάδων να χρηματοδοτήσουν τον εκσυγχρονισμό τους, να μειώσουν το ενεργειακό κόστος και να αξιοποιήσουν νέες τεχνολογίες επηρεάζει την αντοχή ολόκληρης της οικονομίας. Για να αποκτήσει διάρκεια η επενδυτική ώθηση, χρειάζεται να δημιουργεί σταθερές συνεργασίες και ευκαιρίες και για την τοπική παραγωγή.

Προσεκτικές πρέπει να παραμένουν οι προσδοκίες και στο εμπόριο. Όπως υπογραμμίζει ανάλυση της Rothschild & Co, σημαντικό μέρος της πολιτικής των δασμών εξακολουθεί να καθορίζεται από την εκτελεστική εξουσία, ανεξάρτητα από την πλειοψηφία στο Κογκρέσο.

Συνεπώς, οι ελληνικές επιχειρήσεις δεν μπορούν να στηρίξουν τον εξαγωγικό και επενδυτικό σχεδιασμό τους στην προσδοκία μιας γρήγορης αποκατάστασης της εμπορικής σταθερότητας.

Οι εξελίξεις στις ΗΠΑ μπορούν να επηρεάσουν το περιβάλλον μέσα στο οποίο κινείται η Ελλάδα. Η θωράκιση της οικονομίας, όμως, περνά από την αντιμετώπιση των δικών της αδυναμιών: της ενεργειακής εξάρτησης, του επενδυτικού κενού και των περιορισμών της παραγωγικής της βάσης.

ΔΕΙΤΕ ΤΑ ΟΛΑ ΣΤΗΝ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ
Του Αντρέα Πετρουλάκη
Το κλίκ της ημέρας
Του Αντρέα Πετρουλάκη

Πρόσφατα Νέα